Συνέντευξη στη Χιονία Βλάχου – Μπλιάτκα
Δεν ήταν από τα παιδιά που από μικρά έλεγαν «θα γίνω ηθοποιός». Η απόφαση ήρθε αργότερα -και όχι μέσα από μια οικογενειακή ή θεατρική παράδοση. Γι’ αυτό και από τότε πιστεύει βαθιά στη δύναμη της τύχης αλλά και στη μακρά, επίμονη διαδρομή που ακολουθεί όταν αυτή εμφανιστεί. Στη συζήτησή μας με αφορμή τη «Λαπωνία» που επιστρέφει σήμερα, Παρασκευή 19/12, για δεύτερη χρονιά στο Κολοσσαίο, ο Ηλίας Μελέτης μιλά για το θέατρο των ανοιχτών ερωτημάτων, για τους ρόλους που τον σμίλεψαν, για τη μαγεία και την αλήθεια στην παιδική ηλικία, για το ρίσκο της διαρκούς μετακίνησης ανάμεσα σε είδη και μέσα της τέχνης, αλλά και για τη Θεσσαλονίκη με την οποία, όπως λέει, τα τελευταία χρόνια χτίζει μια σταθερή και ουσιαστική σχέση.
Η «Λαπωνία» ξεκινά από ένα παιδικό ερώτημα και καταλήγει αμιγώς σε διλήμματα ενηλίκων. Τι ήταν αυτό που σας κέρδισε σε αυτό το έργο;
Αυτό ακριβώς είναι και το πιο γοητευτικό στοιχείο του έργου. Ξεκινά από κάτι που μοιάζει σχεδόν αθώο και επιφανειακό: Ένα παιδί ρωτά αν υπάρχει ο Αϊ Βασίλης και γύρω από αυτό στήνεται μια φαινομενικά απλή συζήτηση. Σταδιακά όμως, σελίδα τη σελίδα, το έργο βυθίζεται σε ζητήματα που δεν είναι ούτε εύκολα ούτε αυτονόητα, αγγίζοντας θέματα που συχνά αποφεύγουμε να δούμε κατάματα. Οι ισπανοί συγγραφείς, στο κείμενο των οποίων βασίστηκε η διασκευή μας, χειρίζονται αυτή τη μετάβαση με ιδιαίτερη μαεστρία. Φέρνουν σε ευθεία αντιπαράθεση τον νότο με τον βορρά, αξιοποιώντας τα στερεότυπα που συνοδεύουν και τις δύο πλευρές. Οι Μεσογειακοί -ανάμεσά τους και οι Έλληνες- εμφανίζονται πιο αυθόρμητοι και συναισθηματικοί, ενώ οι βορειοευρωπαίοι πιο ψύχραιμοι, οργανωμένοι και πειθαρχημένοι. Όμως το έργο δεν αναπαράγει απλώς αυτά τα σχήματα αλλά τα αποδομεί, τα σχολιάζει και τα οδηγεί στα άκρα, για να αποκαλυφθούν οι βαθύτερες αντιφάσεις που κρύβονται πίσω τους.
Αν βγάλουμε εντελώς τον Άγιο Βασίλη από το κάδρο, τι λέει τελικά το έργο για εμάς τους Έλληνες;
Σχολιάζει πολύ έντονα την εικόνα που έχουν αρκετοί ξένοι για εμάς, όσοι δεν μας ζουν από κοντά. Υπάρχει αυτή η ιδέα ότι «ο ήλιος τα ξεπλένει όλα», ότι έχουμε μια ποιότητα ζωής που μας επιτρέπει να μη σκάμε πολύ, ότι είμαστε λίγο πιο «χαβαλέδες». Το έργο έρχεται να δείξει πως αυτή η εικόνα είναι συχνά υποτιμητική και πολύ αποσπασματική. Ναι, έχουμε ήλιο, έχουμε θάλασσα, έχουμε μια διαφορετική σχέση με την καθημερινότητα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει βάρος, ευθύνη, κόπος, ανασφάλεια, αγωνία. Νομίζω ότι μέσα από τη σύγκρουση με τους βόρειους, το κείμενο βάζει τα πράγματα στη θέση τους.

Ο χαρακτήρας του Όλαβι είναι ένας ψύχραιμος, ορθολογιστής άνθρωπος. Πόσο εύκολο ή δύσκολο ήταν για εσάς να κινηθείτε τόσο μακριά από την ελληνική ιδιοσυγκρασία;
Υποδύομαι έναν Φινλανδό, άρα έναν άνθρωπο διαφορετικής νοοτροπίας, κουλτούρας και σωματικής έκφρασης. Αυτό είναι και η ουσία του θεάτρου: να μετακινείσαι προς κάτι που δεν σου είναι οικείο. Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν η φινλανδική γλώσσα, την οποία μιλώ τέσσερις φορές μέσα στην παράσταση. Είναι εντελώς ξένη για εμάς και απαιτούσε μεγάλη ακρίβεια. Δουλέψαμε με έναν Φινλανδό που ζει χρόνια στην Ελλάδα και ήρθε ειδικά στις πρόβες, καθοδηγώντας μας λέξη προς λέξη, συλλαβή προς συλλαβή. Αυτή η διαδικασία αποδείχθηκε για μένα ένα πολύτιμο μάθημα.
Η παράσταση παίζει διαρκώς ανάμεσα στο γέλιο και το άγχος των γονιών να «προστατεύσουν» τα παιδιά τους. Εσείς, ως γονιός, πώς σταθήκατε απέναντι στο κεντρικό δίλημμα αλήθεια ή μαγεία;
Πιστεύω ότι η μαγεία είναι απολύτως αναγκαία, ιδιαίτερα στις μέρες μας. Στις τρυφερές ηλικίες οφείλουμε να διατηρούμε γύρω από τα παιδιά έναν κόσμο όμορφο, ασφαλή και γεμάτο φαντασία. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα αποκόβουμε από την πραγματικότητα ή ότι δεν τους λέμε την αλήθεια. Τα δύσκολα και άσχημα υπάρχουν γύρω μας και τα παιδιά αργά ή γρήγορα θα τα αντιληφθούν. Η μαγεία όμως στην παιδική ηλικία είναι ουσιαστικό κομμάτι της διαπαιδαγώγησής τους και καθοριστικό για το πώς θα σταθούν αργότερα ως ενήλικες.
Τελικά στο θέατρο σας ενδιαφέρουν περισσότερο οι καθαρές απαντήσεις ή τα ανοιχτά ερωτήματα που αφήνονται στον θεατή;
Το θέατρο κατά τη γνώμη μου δεν πρέπει να είναι διδακτικό. Μια καλή παράσταση όμως μπορεί να ξεκλειδώσει συναισθήματα βαθιά προσωπικά και να σε φέρει αντιμέτωπο με πράγματα που ίσως δεν είχες αναγνωρίσει μέσα σου. Άλλοτε προσφέρει απαντήσεις και άλλοτε αφήνει ερωτήματα. Αυτό εξαρτάται από το ίδιο το έργο και τη σκηνοθετική ματιά. Στη «Λαπωνία» το μεγάλο της προτέρημα είναι οι διαρκείς εναλλαγές ανάμεσα στο γέλιο και τη συγκίνηση. Μέσα από την κωμωδία το κείμενο αγγίζει πτυχές της ελληνικής νοοτροπίας που συνήθως μένουν κρυφές -και ακριβώς γι’ αυτό γίνονται πιο εύκολα αποδεκτές.
Η είσοδός σας στο Θέατρο Τέχνης έγινε σχεδόν τυχαία. Πιστεύετε σήμερα στη δύναμη της τύχης ή στη μακροχρόνια επιμονή;
Δεν ήμουν από τα παιδιά που από μικρά έλεγαν «θα γίνω ηθοποιός». Η απόφαση ήρθε αργότερα -και όχι μέσα από μια οικογενειακή ή θεατρική παράδοση. Γι’ αυτό και πιστεύω βαθιά στη δύναμη της τύχης. Όση επιμονή κι αν διαθέτει κανείς, αν δεν συντρέξουν οι κατάλληλες συγκυρίες, ο δρόμος μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα δύσβατος. Στη δική μου περίπτωση στάθηκα τυχερός. Μπήκα στη σχολή και σχεδόν αμέσως μετά την αποφοίτησή μου βρέθηκα να συνεργάζομαι με ανθρώπους που για πολλούς αποτελούν όνειρο ζωής – τον Θεόδωρο Τερζόπουλο, τον Στάθη Λιβαθινό. Το ότι συναντήθηκαν οι δρόμοι μας ήταν για μένα ευλογία. Αυτό βέβαια δεν αναιρεί το γεγονός ότι από εκείνο το σημείο και μετά χρειάστηκε σκληρή δουλειά για να σταθείς και να αντέξεις. Εκεί αρχίζει μια άλλη διαδρομή που απαιτεί καθημερινή προσπάθεια, συνέπεια, ένστικτο, παιδεία και μόρφωση. Τα μεγέθη είναι μεγάλα -και μαζί τους και η ευθύνη.
Με τον Θεόδωρο Τερζόπουλο δουλέψατε για χρόνια, ενώ συχνά τον αποκαλείτε «θεατρικό πατέρα». Πώς λειτουργεί αυτή η σχέση διαχρονικά;
Είναι ένα σταθερό σημείο αναφοράς. Ό,τι κι αν κάνω -θέατρο, τηλεόραση, κινηματογράφο, κάπου στο μυαλό μου υπάρχει πάντα αυτό που έμαθα κοντά στον Τερζόπουλο. Τα πέντε συνεχόμενα χρόνια μετά τη σχολή ήταν για μένα κάτι σαν ένα άτυπο, διαρκές μεταπτυχιακό. Μέσα από τη συνεργασία μας μου δίδαξε τι σημαίνει πραγματική δουλειά: Συνέπεια, προετοιμασία, διάβασμα και κυρίως υπομονή. Να μην κυνηγάς την επιτυχία βιαστικά, αλλά να αντέχεις στον χρόνο. Τότε, όπως όλοι οι νέοι, είχα την ορμή να θέλω γρήγορα την επιτυχία. Εκείνος μου έμαθε ότι η θέση που σου αρμόζει στην τέχνη έρχεται μέσα από τη σκληρή και σταθερή πορεία. Ένα μάθημα που ξεπερνά το θέατρο και αφορά συνολικά τη ζωή.
Κοιτώντας την πορεία σας από τις πρώτες δουλειές μέχρι σήμερα, ποιοι είναι οι τρεις –τέσσερις ρόλοι που νιώθετε ότι σας «σμίλεψαν» ως ηθοποιό;
Αν το δω συνολικά, υπήρξαν ορισμένες εμπειρίες που με καθόρισαν βαθιά. Οι πρώτες μου εμφανίσεις στην Επίδαυρο, αρχικά ως μέλος του χορού και αργότερα σε κανονικούς ρόλους, ήταν μυητικές στιγμές για μένα και καλλιτεχνικά καθοριστικές. Εξίσου κομβικά ήταν και κάποια έργα στη Θεσσαλονίκη. Ο Βασιλιάς Ληρ στο ΚΘΒΕ όπου υποδύθηκα τον Κεντ, υπήρξε μια από τις πιο δύσκολες και απαιτητικές εμπειρίες μου, ένας ρόλος που με υποχρέωσε να δουλέψω με μεγαλύτερη ακρίβεια και βάθος. Πρόσφατα ο Κρέοντας στην Αντιγόνη αποτέλεσε έναν ακόμη σημαντικό σταθμό. Τέτοιοι ρόλοι δεν έρχονται συχνά, γι’ αυτό και νιώθω ιδιαίτερη τύχη και ευγνωμοσύνη για την εμπιστοσύνη του Θέμη Μουμουλίδη. Κοιτώντας πίσω, δεν είναι τυχαίο ότι οι ρόλοι -σταθμοί μου ανήκουν κυρίως στο κλασικό ρεπερτόριο: Αρχαίο δράμα και Σαίξπηρ. Είναι κείμενα που δοκιμάζουν τα όρια του ηθοποιού και τελικά τον εξελίσσουν.
Στραφήκατε συνειδητά στην τηλεόραση και τη μαζική αναγνωρισιμότητα. Ήταν ανάγκη, επιλογή ή αναγκαστικό πέρασμα;
Η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν το κυνήγησα. Εκείνα τα χρόνια ήμουν απολύτως δοσμένος στο θέατρο με πρόβες και παραστάσεις, είτε στον χώρο του Τερζόπουλου είτε με τον Λιβαθινό. Δεν υπήρχε ούτε χρόνος ούτε σκέψη για συστηματική ενασχόληση με την τηλεόραση. Η τηλεοπτική δουλειά προέκυψε τυχαία. Με προσέγγισαν οι ίδιοι και με κάλεσαν σε κάστινγκ για τη σειρά «Το σόι σου». Το είδα ως μια δοκιμασία, ως μια πρόκληση να μπω σε έναν διαφορετικό κόσμο, χωρίς φυσικά να φαντάζομαι ότι αυτός ο ρόλος θα με συνόδευε για τα επόμενα 10 χρόνια. Στην προκειμένη περίπτωση νομίζω ότι αυτή η δουλειά είχε ένα ιδιαίτερο «άστρο». Γι’ αυτό και από το 2014 έως σήμερα, 11 χρόνια μετά, εξακολουθεί να προβάλλεται.
Το «σόι σου» όμως επέστρεψε μετά από χρόνια και συνάντησε ξανά το κοινό. Τι σημαίνει για εσάς αυτή η επανασύνδεση σε ένα διαφορετικό κοινωνικό και τηλεοπτικό τοπίο;
Στην πραγματικότητα δεν έφυγε ποτέ. Οι συνεχείς επαναλήψεις κράτησαν ζωντανή τη σχέση με το κοινό. Παρ’ όλα αυτά η επιστροφή γίνεται πλέον σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον. Δεν είμαστε στο 2014. Μεσολάβησαν πολλά, άλλαξαν οι συνθήκες και μαζί τους αλλάξαμε κι εμείς. Γι’ αυτό και σήμερα αυτή η συνάντηση έχει άλλο βάρος. Για όλους μας, τους συντελεστές και τους ηθοποιούς της σειράς, είναι ευλογία να πηγαίνεις στη δουλειά και να νιώθεις πως επιστρέφεις σε ένα οικείο σπίτι, κάτι που δεν είναι καθόλου αυτονόητο. Η ανταπόκριση του κόσμου υπήρξε εντυπωσιακή. Τα νούμερα της επανασύνδεσης ήταν σχεδόν απίστευτα, ειδικά αν σκεφτεί κανείς πόσο έχει αλλάξει το τηλεοπτικό τοπίο. Νομίζω ότι η σειρά βρήκε μια σπάνια συνταγή: Να αγγίζει ολόκληρη την οικογένεια, ανεξαρτήτως ηλικίας ή κοινωνικής θέσης. Κάτι που δύσκολα επαναλαμβάνεται. Είναι σαν να έχει πράγματι το κοκαλάκι της νυχτερίδας.
Μιλάτε συχνά για «σλάλομ» ανάμεσα σε είδη, χώρους και φόρμες. Πόσο ρίσκο είναι αυτό για έναν ηθοποιό;
Η ίδια η φύση του επαγγέλματος δεν σου επιτρέπει να βολευτείς σε ένα μόνο είδος. Αν θέλεις να είσαι ηθοποιός με την πλήρη έννοια της λέξης, οφείλεις να δοκιμάζεσαι: Στην κωμωδία και το δράμα, στο θέατρο δωματίου και το αρχαίο θέατρο, ακόμα και στο μιούζικαλ. Φυσικά υπάρχει ρίσκο γιατί μπορεί και να αποτύχεις. Αλλά αν αναζητούσες ασφάλεια και προβλεψιμότητα, δεν θα επέλεγες αυτό το επάγγελμα. Το θέατρο είναι συνδεδεμένο με την αβεβαιότητα: Αν θα υπάρχει δουλειά αύριο, αν θα σε καλέσουν, αν τελικά θα επιλεγείς. Γι’ αυτό και επανέρχονται διαρκώς η υπομονή και η επιμονή. Συχνά χρειάζεται να δουλεύεις μόνος σου, να εκπαιδεύεσαι, να μελετάς. Η μόρφωση και η συνεχής καλλιέργεια είναι για μένα τα μόνα πραγματικά στηρίγματα σε έναν χώρο χωρίς εγγυήσεις.

Τι παρατηρείτε θετικά στους νέους ηθοποιούς και τι τους λείπει;
Οι νέοι ηθοποιοί είναι κατά τη γνώμη μου αισθητά πιο υποψιασμένοι και καλύτερα εξοπλισμένοι. Οι σχολές τους προσφέρουν περισσότερα εργαλεία, πιο συστηματική τεχνική κατάρτιση και μεγαλύτερο εύρος, κάτι που τους καθιστά συχνά πιο προετοιμασμένους απ’ ό,τι ήμασταν εμείς στη δική μας γενιά. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται τόσο στους ίδιους όσο στο περιβάλλον που τους υποδέχεται. Δεν υπάρχει αντίστοιχη «αγορά» για να τους απορροφήσει όλους. Το θεατρικό κοινό στην Ελλάδα είναι περιορισμένο και τα θέατρα δυσανάλογα πολλά σε σχέση με τη δυναμική του. Έτσι, ενώ διαθέτουν γνώσεις και εργαλεία, καλούνται να κινηθούν μέσα σε μια πολύ πιεστική και συχνά σκληρή πραγματικότητα, με λιγότερες ευκαιρίες απ’ όσες θα επέτρεπε το επίπεδό τους. Επιπλέον χρειάζεται πρώτα απ’ όλα να γνωρίζουν την πραγματική εικόνα του επαγγέλματος. Πίσω από το μικρό, λαμπερό ποσοστό της προβολής υπάρχει για τους περισσότερους καθημερινός μόχθος, ανασφάλεια και δυσκολίες. Όχι για να αποθαρρυνθούν, αλλά για να επιλέξουν συνειδητά. Και αν, γνωρίζοντας όλα αυτά, αισθάνονται πως δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς, τότε αυτός ο δρόμος τους ανήκει.
Μετά από τόσα χρόνια δουλειάς τι είναι αυτό που εξακολουθεί να σας αγχώνει πριν από μια πρεμιέρα;
Η ίδια αβεβαιότητα που υπήρχε και στην αρχή. Εκείνο το δημιουργικό άγχος που κουβαλά κάθε ηθοποιός: Να βγει όσο πιο σωστά και όσο πιο αληθινά γίνεται αυτό που έχουμε δουλέψει. Το άγχος, με την πορεία των παραστάσεων, μειώνεται μεν αλλά δεν εξαφανίζεται ποτέ. Υπάρχει πάντα ένα σφίξιμο τη στιγμή που σηκώνεται η αυλαία και ίσως αυτό να είναι η καλύτερη απόδειξη ότι εξακολουθεί να μας νοιάζει βαθιά αυτό που κάνουμε.
Τι σημαίνει για εσάς η Θεσσαλονίκη -καλλιτεχνικά και προσωπικά;
Για μένα η Θεσσαλονίκη αποτελεί μια ξεχωριστή συνθήκη. Τα τελευταία χρόνια βρίσκομαι εδώ σχεδόν κάθε σεζόν με κάποια παράσταση και η σχέση αυτή γίνεται όλο και πιο ουσιαστική. Πέρσι μάλιστα επιλέξαμε να κάνουμε εδώ την πρεμιέρα μας και η ανταπόκριση της πόλης ήταν συγκινητική. Ξεκινήσαμε με την προοπτική να παίξουμε μόνο στις γιορτές και τελικά φτάσαμε μέχρι τις αρχές Μαρτίου με περίπου 40 παραστάσεις, όλες sold out. Αυτό δείχνει ότι ο κόσμος της Θεσσαλονίκης αγαπά το θέατρο, το στηρίζει έμπρακτα και διψά για περισσότερες επιλογές. Πιστεύω μάλιστα ότι ο συνωστισμός των παραστάσεων στην Αθήνα θα μπορούσε να αποσυμφορηθεί αν περισσότερες παραγωγές ξεκινούσαν νωρίτερα ή παράλληλα από τη Θεσσαλονίκη, αντί να συγκεντρώνονται όλες μετά το Πάσχα. Για μένα, κάθε επιστροφή εδώ με μια δουλειά είναι χαρά.
Κοιτώντας μπροστά, σχεδιάζετε τα επόμενα βήματα ή αφήνετε χώρο στο απρόβλεπτο;
Αφήνω πάντα χώρο στο απρόβλεπτο. Μου αρέσει αυτό. Παράλληλα, στο άμεσο μέλλον τα πράγματα είναι αρκετά συγκεκριμένα: Συνεχίζονται τα γυρίσματα για το Σόι σου, η Λαπωνία θα «παίζει» ολόκληρη τη σεζόν, ενώ το καλοκαίρι θα επαναλάβουμε την Αντιγόνη σε ανοιχτά θέατρα σε όλη την Ελλάδα.
Αν έπρεπε να περιγράψετε τη σημερινή σας καλλιτεχνική φάση με μία φράση, ποια θα ήταν αυτή;
Το μότο μου τα τελευταία χρόνια είναι το εξής: Να περνάω όσο το δυνατόν καλύτερα στη δουλειά μου. Και αυτό δεν είναι καθόλου μικρό πράγμα. Περισσότερο από το έργο, τον ρόλο ή τον σκηνοθέτη, με ενδιαφέρει να δουλεύω δημιουργικά και γόνιμα, με ανθρώπους που αγαπούν πραγματικά αυτό που κάνουν. Τα τελευταία χρόνια το καταφέρνω και όταν πηγαίνεις στο θέατρο νιώθοντας πως πηγαίνεις στο δεύτερο σπίτι σου, τότε ξέρεις ότι βρίσκεσαι σε μια καλή καλλιτεχνική και προσωπική φάση.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»
INFO
ΛΑΠΩΝΙΑ για 2η χρονιά
των Μαρκ Ανζελέτ & Κριστίνα Κλεμέντε
Σκηνοθεσία: Νικορέστης Χανιωτάκης
Παίζουν: Μελέτης Ηλίας, Βίβιαν Κοντομάρη, Βάσω Λασκαράκη, Σπύρος Τσεκούρας
Από 19 Δεκεμβρίου, κάθε Πέμπτη έως Κυριακή | 15 παραστάσεις
Θέατρο ΚΟΛΟΣΣΑΙΟΝ, Βασ. Όλγας 150, τηλ. 2310 834 996
Εισιτήρια: από 15€
Ταμείο Θεάτρου ΚΟΛΟΣΣΑΙΟΝ – Θέατρο ΑΥΛΑΙΑ –More.com
