Η Μαρία Καρυστιανού προχώρησε σε έντονη παρέμβαση, μετά την απόφαση της προέδρου του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας να ζητήσει την εξαίρεσή της.
Η εξέλιξη αυτή οδήγησε στην αναβολή της δίκης για το χαμένο βιντεοληπτικό υλικό επ’ αόριστον, με την υπόθεση να επανεκκινεί από το μηδέν. Η κίνηση αυτή, που ακολούθησε έντονη αντιπαράθεση με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου και συγγενείς των θυμάτων, προκάλεσε την άμεση αντίδραση της πρώην προέδρου του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων, η οποία κάνει λόγο για μεθοδευμένη συγκάλυψη.
Η ανάρτηση της Μαρίας Καρυστιανού
Θα μπορούσα να ξεκινήσω λέγοντας πως η Δικαιοσύνη στην Ελλάδα απουσιάζει, και έτσι να καταγράψω άλλη μια φορά το καθημερινό μας βίωμα. Η δήλωση αποχής όμως της δικαστού των εξαφανισμένων video, η αυθημερόν αποδοχή της από το δικαστικό συμβούλιο Λαρισας και η για αυτόν τον λόγο αναβολή της υπόθεσης επ’ αόριστον και η εκκίνηση της σε άγνωστο χρόνο ΞΑΝΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ, δεν ήταν μια πράξη ευθιξίας, αλλά ένας δόλιος ελιγμός, στερούμενος νομικού ερείσματος. Ήταν ένα πάνω από φανερό πρόσχημα με έναν και μοναδικό στόχο: να μας στερήσουν την πρόσβαση στην αλήθεια που κρύβουν τα βίντεο που τους «ξέφυγαν» και περισώθηκαν στα κινητά και τους υπολογιστές των πραγματογνωμόνων, αφού όλα τα άλλα φρόντισαν από την αρχή και τα εξαφάνισαν.
Αυτή η στάση δεν είναι απλώς μια αντίδραση θιγόμενου προσώπου. Εξάλλου μια δικαστής μπορεί να αντιδράσει ποικιλοτρόπως αν αισθανθεί προσβεβλημένη και να ασκήσει τα δικαιώματα της, στα οποία όμως ΔΕΝ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ η δήλωση αποχής. Είναι μια ξεκάθαρη αρνησιδικία. Όταν το δικαστικό συμβούλιο συναινεί αυθημερόν σε τέτοια αβάσιμα και παράτυπα αιτήματα, παύει να λειτουργεί ως εγγυητής του Νόμου και μετατρέπεται σε μέρος μιας σκοτεινής σφηκοφωλιάς. Είναι πλέον ηλίου φαεινότερο πως στη Λάρισα έχει δοθεί μια κοινή γραμμή, μια θλιβερή εντολή: το μεθοδικό ξέπλυμα του εγκλήματος των Τεμπών και η συγκάλυψη των υπαιτίων.
