Σχετικά αργά γνώρισα από κοντά τον Γιάννη Δαλιανίδη (1923-2010). Τον αυτοδίδακτο, απίστευτα εργατικό και εμπορικό με την αξία του, αλλά πάντα ειλικρινή στην αφήγησή του σκηνοθέτη, που έπαιζε «στα δάχτυλα», όπως λένε όσοι τον ήξεραν από κοντά, αυτό που θεωρείται «λαϊκό γούστο».
Κατάφερνε να γεμίζει τις κινηματογραφικές αίθουσες στην προ – τηλεοπτική εποχή των χρόνων του ‘60, αξιοποιώντας το πάθος του κόσμου για τη μεγάλη απόδραση στις σκοτεινές αίθουσες.
Δεν ξέρω επίσης – είναι πολύ πιθανόν – αν είχε γνωρίσει από κοντά τον Φρανκ Σινάτρα, που είναι το απόλυτο σύμβολο του αυτοδημιούργητου ανθρώπου (I did it my way λέει στο πασίγνωστο διεθνώς τραγούδι του) που έπαιξε με τους δικούς του όρους στην απαιτητική αμερικάνικη κινηματογραφική βιομηχανία.
Πάντως, σύμφωνα με τον Κώστα Γεωργουσόπουλο, ο Δαλιανίδης υπήρξε «ένας ταγμένος αυτοδίδακτος», από τα πλέον τρανταχτά παραδείγματα μιας σεφερικής διαπίστωσης. Η ρήση του μεγάλου ποιητή ήταν: «Σ’ αυτόν τον τόπο είμαστε όλοι τραγικά αυτοδίδακτοι».
Ισως, όμως, είμαστε και μαγικά αυτοδίδακτοι, καθώς, όπως τονίζει στον πρόλογο του βιβλίου της βιογραφίας του Δαλιανίδη ο Κ. Γεωργουσόπουλος, σ’ αυτήν την ένδοξη χορεία των ανθρώπων που έμαθαν την τέχνη τους και την απογείωσαν από μόνοι τους, μπορούμε να βρούμε τον Κουν, τον Τσιτσάνη, τον Κόντογλου, τον Χατζιδάκι, τον Τσαρούχη, τον Ζαμπέτα και τον Καζαντζίδη, μέχρι τον Μακρυγιάννη.
Τελικά κατάφερα να πείσω τον Γιάννη Δαλιανίδη να έρθει σε ένα γιορταστικό πρόγραμμα, από αυτά της σειράς «Οι παρέες της Θεσσαλονίκης» που φτιάξαμε στην ΕΡΤ3. Ήταν παραμονές της Πρωτοχρονιάς του 2008.
Θέλαμε να μας πει το πώς, χωρίς ίσως να το επιδιώκει «ιστορικά», άφησε ένα από τα σημαντικότερα κινηματογραφικά «αρχεία» της μεταπολεμικής Θεσσαλονίκης. Οι ταινίες του που γυρίστηκαν σε μεγάλο βαθμό στη Θεσσαλονίκη, όπως το «Κάτι να καίει» (1964), δεν είναι μόνο μιούζικαλ ή νεανικές κωμωδίες – στην ταινία πρωταγωνιστούν ο Κώστας Βουτσάς, η Μάρθα Καραγιάννη, ο Τόλης Βοσκόπουλος, ο Χρήστος Νέγκας κ.ά. – αλλά σήμερα λειτουργούν σαν ζωντανές χρονοκάψουλες μιας πόλης που άλλαζε γρήγορα.
Είχε ένα ιδιαίτερο βλέμμα: κινηματογραφούσε την πόλη όχι σαν τουριστικό φόντο, αλλά σαν χώρο ζωής. Τα μνημεία, οι περαστικοί, τα καφενεία, οι βιτρίνες, τα αυτοκίνητα, ακόμη και η πολεοδομική ακαταστασία της εποχής μπαίνουν στο κάδρο χωρίς «καλλωπισμό».
Κάποιες πινελιές από τις αναμνήσεις του χαρήκαμε σ’ εκείνη την τηλεοπτική εκπομπή, όπου το όμορφο «σκηνικό» συμπλήρωνε η αξέχαστη Λίτσα Φωκίδου, δημοσιογράφος, ραδιοφωνική παραγωγός, που έγινε γνωστή ως η πρώτη παρουσιάστρια της ελληνικής τηλεόρασης, μέσα από τη ΔΕΘ, τον Σεπτέμβριο του 1960.
Τη Ζωή Λάσκαρη επέλεξε τελικά να αξιοποιήσει σε πασίγνωστες εμπορικές ταινίες του ο Γ. Δαλιανίδης. Την είχε φέρει στον Φίνο ο Μπακ-Μπακ, ο δαιμόνιος φροντιστής και δημοφιλής στον κόσμο του σινεμά τότε, που είχε τη δυνατότητα «να σου προμηθεύει για το γύρισμα από το πιο μικρό πράγμα μέχρι αεροπλανοφόρο».

Ο Δαλιανίδης θυμάται, πως ρόλο για να συνεργαστεί με τη Ζωή Λάσκαρη είχε παίξει ένας θυρωρός του Φίνου, ο Γιώργος, Θεσσαλονικιός:
«Κάθε λίγο ερχόταν στο γραφείο μου κι άρχιζε.
– Κύριε Δαλιανίδη, γιατί δεν ξαναεξετάζετε τη Ζωΐτσα; Την πρώτη φορά είχε τρακ. Ύστερα πώς να το κάνουμε, είναι και πατριωτάκι και μάλιστα γειτονοπούλα σας. Μητροπόλεως μένατε εσείς, Καρόλου Ντηλ αυτή. Δίπλα σας. Πάνω απ’ τον φούρνο του Πασχαλίδη…
…Έπρεπε να δείτε και τη μητέρα της, την Αφροδίτη. Κούκλα. Δεν γίνεται, θα τη γνωρίσατε. Ήταν η πιο ωραία και η πιο κομψή γυναίκα της Θεσσαλονίκης».
Όσο για το όνομα Ζωή Λάσκαρη, έπαιξε κι εκεί το ρόλο του ο Γιάννης Δαλιανίδης. Γράφει στην αυτοβιογραφία του «Ο κινηματογράφος, τα πρόσωπα κι εγώ»(2025):
«Είχαμε τώρα ένα ακόμα πρόβλημα, το όνομα. Τότε, ήταν πετυχημένη τραγουδίστρια η πρώτη της ξαδέρφη με το ίδιο όνομα: Ζωίτσα Κουρούκλη, γνωστή και με πολλά σουξέ. Μια δεύτερη Ζωίτσα Κουρούκλη θα δημιουργούσε σίγουρα σύγχυση, σκέφτηκα. Χρειαζόμουν στα γρήγορα ένα καλλιτεχνικό ψευδώνυμο κι ασφαλώς αυτό δεν μπορεί να είναι κάτι σαχλό, σαν αυτά που έδιναν σε αγράμματα κοριτσάκια που φιλοδοξούσαν να γίνουν αστέρια του λαϊκού τραγουδιού. Μπέμπα Μπούλα, Πίτσα Μίτσα κτλ. Χρειαζόμουν ένα όνομα σοβαρό και αμέσως ήρθε στο μυαλό μου. Ήρθε λοιπόν αυτό το όνομα στο μυαλό μου, που τη συνοδεύει μέχρι σήμερα».
– Απ’ αυτή τη στιγμή θα λέγεσαι Λάσκαρη».
Η Ζωή Λάσκαρη, που έλαμψε για δεκαετίες (έφυγε από κοντά μας το 2017) και που για τον Γιάννη Δαλιανίδη ήταν και παρέμενε, όπως είχε δηλώσει, ένα ανέμελο κορίτσι, αυθόρμητο, με ταλέντο και από την αρχή μια ηθοποιός που «την ήθελε» ο φακός.
Τους συνέδεσε άπαξ και δια παντός η πρώτη της ταινία, «Ο κατήφορος», που άλλες ηθοποιοί είχαν αρνηθεί φοβούμενες, καθώς θεωρήθηκε αρκετά τολμηρή για την εποχή.