Του Στέφανου Σακελλαρίδη*

Σε πρόσφατο άρθρο στους New York Times ( “Why a Democratic Senate, Once Unthinkable, Is a Real Possibility”—«Γιατί μια Δημοκρατική Γερουσία κάτι αδιανόητο κάποτε, αποτελεί πραγματική πιθανότητα», 21/4/2026) , παρουσιάζεται η πρόβλεψη ότι, παράλληλα με τη σχεδόν σίγουρη απώλεια της πλειοψηφίας στην Βουλή των Αντιπροσώπων, οι Ρεμπουμπλικάνοι διατρέχουν σημαντικό κίνδυνο να χάσουν την πλειοψηφία και στο έτερo Νομοθετικό σώμα των ΗΠΑ, αυτό της Γερουσίας. Ο συντάκτης του άρθρου είναι ο κεντρικός πολιτικός αναλυτής στους Times της Νέας Υόρκης Nate Kohn.
Πριν παρουσιάσουμε τα κύρια σημεία του άρθρου, ας κάνουμε δυο ενημερωτικές επισημάνσεις:
1) Στις εκλογές για Γερουσία των HΠA που διεξάγονται κάθε 2 χρόνια, δεν υπόκεινται όλες οι έδρες σε ανατροπή αλλά μόνο περίπου το ένα τρίτο. Ο κάθε γερουσιαστής εκλέγεται για 6 χρόνια αλλά με τέτοιο τρόπο ώστε φερ’ ειπείν το ένα τρίτο να έχει εκλεγεί (η επανεκλεγεί) για εξαετή θητεία το 2020, το ένα τρίτο το 2022 και το ένα τρίτο το 2024. Αυτοί που έχουν εκλεγεί το 2020 πρέπει να ξανατρέξουν φέτος αν θέλουν να διατηρήσουν την έδρα τους (εκτός από θέσεις που έχουν χηρέψει λόγω θανάτων η παραιτήσεων που επίσης υπόκεινται σε νέα εκλογική διαδικασία). Έτσι στις φετινές ενδιάμεσες εκλογές για τη Γερουσία (“congressional mid-term elections”) του Νοεμβρίου, 33 η 34 έδρες (από τις 100—η κάθε μία από τις πενήντα Πολιτείες συνεισφέρει 2 γερουσιαστές ανεξάρτητα με τον πληθυσμό της) υπόκεινται σε επανεκλογή.
2) Ο συσχετισμός στην Αμερικάνικη Γερουσία αυτή τη στιγμή είναι 53-47 υπέρ των Ρεπουμπλικάνων Αυτό επιτρέπει στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα να ελέγχει την ημερησία διάταξη και τη σύνθεση των επιτροπών. Δεν είναι αρκετή αυτή η πλειοψηφία για να ανατρέψει το λεγόμενο philibuster (οπού ένας γερουσιαστής της αντιπολίτευσης καταλαμβάνει το βάθρο και συνεχίζει να μιλάει επί ώρες χωρίς σταματημό για να αποτρέψει τη διεξαγωγή ψηφοφορίας) η υπέρβαση του οποίου απαιτείται για απόφαση επί ορισμένων θεμάτων πχ της έγκρισης του προϋπολογισμού. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι απαραίτητη η μερική συναίνεση.
Εάν λοιπόν οι Δημοκρατικοί καταφέρουν και αποσπάσουν το Νοέμβρη τέσσερις μόνο έδρες από τους Ρεπουμπλικάνους (και φυσικά διατηρήσουν αυτές που ήδη κατέχουν) ο συσχετισμός θα αλλάξει σε 51-49 υπέρ των Δημοκρατικών.
Το άρθρο εκτιμά ότι με βάση δεδομένα προγνωστικών, αυτό είναι πιθανό σε 4 πολιτείες. Αυτές περιλαμβάνουν το Μέιν και τη Βόρεια Καρολίνα, όπου οι πιθανοί υποψήφιοι των Δημοκρατικών έχουν σαφές προβάδισμα με βάση σφυγμομετρήσεις καθώς και το Οχάιο και την Αλάσκα, όπου οι Δημοκρατικοί έχουν στρατολογήσει ισχυρούς υποψηφίους αν και σε αυτές οι πολιτείες ο Τραμπ κέρδισε με διψήφια διαφορά το 2024. Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι οι Ρεπουμπλικάνοι θα μπορούσαν να κινδυνεύσουν σε δύο ακόμη πολιτείες όπου ο Τραμπ κέρδισε με διψήφια διαφορά: την Αϊόβα και το Τέξας.
Κοιτάζοντας στο παρελθόν, από το 2008 κανένα κόμμα δεν έχει καταφέρει να ανατρέψει δύο πολιτείες πού έτειναν τόσο πολύ προς το άλλο κόμμα. Μόνο μία τέτοια έδρα (το Ιλινόις το 2010) ανατράπηκε σε τακτά χρονικά διαστήματα. Δύο ακόμη ανατράπηκαν σε αξιομνημόνευτες ειδικές εκλογές (Μασαχουσέτη το 2010 και Αλαμπάμα το 2017). Οι περισσότερες από αυτές τις νίκες έλαβαν χώρα σε εξαιρετικές περιστάσεις, όπως μια ποινική καταδίκη, μια κατηγορία για σεξουαλική κακοποίηση παιδιών ή μια κατάσχεση τράπεζας.
Αυτή τη φορά, οι Δημοκρατικοί δεν επωφελούνται από κάτι τόσο ασυνήθιστο όσο μια ποινική καταδίκη. Αντίθετα, βασίζονται σε ένα ευνοϊκό πολιτικό περιβάλλον υπέρ των Δημοκρατικών, σε πανεθνική διάσταση, ισχυρούς υποψηφίους και την πιθανότητα αρκετές από αυτές τις πολιτείες να μην είναι τόσο Ρεπουμπλικανικές όσο φαίνονται.
Ας ξεκινήσουμε με το παναμερικανικό περιβάλλον. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι πολιτικοί άνεμοι είναι στο πλευρό του Δημοκρατικού κόμματος — και μπορεί να ενισχυθούν.
Το προφανέστερο προγνωστικό μέτρο είναι η δημοτικότητα του κ. Τραμπ, η οποία έχει μειωθεί στο 39% με το 57% να μην την εγκρίνει. Αυτό το ποσοστό είναι χαμηλότερο από τη δημοτικότητά του κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 2018, όταν οι Δημοκρατικοί κέρδισαν τη συνδυασμένη πανεθνική λαϊκή ψήφο στη Βουλή των Αντιπροσώπων κατά επτά ποσοστιαίες μονάδες. Είναι επίσης χαμηλότερο από τη δημοτικότητα του Μπιλ Κλίντον το 1994 ή τη δημοτικότητα του Μπαράκ Ομπάμα κατά τη διάρκεια του 2010 και του 2014, όταν οι Ρεπουμπλικάνοι κέρδισαν σαρωτικές νίκες στις ενδιάμεσες εκλογές. Είναι αρκετά παρόμοιο με τη δημοτικότητα του Τζορτζ Μπους τον Νοέμβριο του 2006, όταν οι Δημοκρατικοί κυριάρχησαν.
Ακόμα κι αν ο κ. Τραμπ διαπραγματευτεί με επιτυχία έναν γρήγορο τερματισμό του πολέμου στο Ιράν, θα είναι δύσκολο να βελτιωθεί σημαντικά η θέση του μέχρι τον Νοέμβριο. Τα ποσοστά του μειώνονται σταθερά εδώ και περίπου ένα χρόνο και ο πόλεμος έχει απλώς προσθέσει στο βάρος του επίμονου πληθωρισμού. Εάν η σύγκρουσή δεν επιλυθεί γρήγορα, οι κίνδυνοι είναι τεράστιοι: Ιστορικά, το τέλμα στο εξωτερικό και η άνοδος των τιμών στο εσωτερικό είναι τα συστατικά μιας αποτυχημένης προεδρίας. Σε προσθήκη του άρθρου των NY Times παραθέτουμε μερικά ακόμα στοιχεία και προσωπικά σχόλια: Ενώ, όπως αναφέραμε πιο πάνω στις ενδιάμεσες εκλογές του 2026 για Γερουσία παίζονται 33 η 34 (από τις 100),στη Βουλή των Αντιπροσώπων, και οι 435 έδρες υπόκεινται σε επανεκλογή (για θητεία που διαρκεί μόνο 2 χρονιά) Αυτή τη στιγμή, η Βουλή των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ ελέγχεται με μικρή διαφορά από τους Ρεπουμπλικάνους, οι οποίοι κατέχουν 218 έδρες έναντι 213 εδρών των Δημοκρατικών. (επί του παρόντος υπάρχουν τέσσερις κενές θέσεις). Δέκα σφυγμομετρήσεις για τα Midterms του Νοέμβρη 2026 που έχουν δημοσιευθεί στους NY Times πρόσφατα δίνουν πλεονέκτημα στους Δημοκρατικούς με πλειοψηφία μεταξύ 2 και 10 έδρες!
Υπενθυμίζουμε ότι, σε αντίθεση με την Ελλάδα και τις περισσότερες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες (όπου ανατροπή κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας συνεπάγεται αλλαγή της κυβέρνησης με άμεση ανάληψη της εκτελεστικής εξουσίας από το πλειοψήφησαν κόμμα) στο σύστημα των ΗΠΑ ακόμα και να χάσει και τη Βουλή και τη Γερουσία, ο Τραμπ θα εξακολουθεί να είναι πρόεδρος για άλλα 2 χρόνια. Κάτω από τέτοιες συνθήκες θα δυσκολευτεί να περάσει μεν νέα νομοθεσία αλλά μπορεί να κυβερνάει με προεδρικά διατάγματα (μέχρι ενός σημείου και λαμβάνοντας υπ’ όψη ότι αυτά υπόκεινται σε έγκριση από το Ανώτατο Δικαστήριο αν υπάρξει προσφυγή κατ’ αυτών). Κάτι ανάλογο είχε συμβεί στο δεύτερο ήμισυ της πρόσφατης θητείας του Μπαιντεν (οι ρεπουμπλικάνοι απέκτησαν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων μεταξύ 2023–2025), καθώς και στο δεύτερο ήμισυ της πρώτης θητείας του Τραμπ (οι Δημοκρατικοί απέκτησαν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων μεταξύ 2019–2021), ενώ στο δεύτερο ήμισυ της δεύτερης θητείας του Ομπάμα (οι Ρεπουμπλικάνοι κέρδισαν τον έλεγχο και των δύο κοινοβουλευτικών σωμάτων (2015–2017)).
Είναι σχεδόν βέβαιο, με βάση το παρόν κλίμα πόλωσης, ότι οι Δημοκράτες αν πάρουν την πλειοψηφία και στα 2 σώματα θα επιχειρήσουν ψήφο μομφής η ακόμη και καθαίρεσης κατά του Τραμπ αλλά αυτό θα είναι δύσκολο να περάσει γιατί θα χρειαστεί μεγαλύτερη πλειοψηφία από το ήμισυ των εδρών και τον τελικό λόγο θα έχει πάλι το Ανώτατο Δικαστήριο. Μία τέτοια πρόταση θα βασιστεί πιθανά σε κατηγορίες κατά του Τραμπ για κατάχρηση εξουσίας, διαφθορά και ανυπακοή σε εντολές τις Δικαστικής εξουσίας.
Η ψήφιση πρότασης καθαίρεσης κατά ενός Προέδρου των ΗΠΑ απαιτεί απλή πλειοψηφία (51%+) στη Βουλή των Αντιπροσώπων ακολουθούμενη από πλειοψηφία δύο τρίτων στην Γερουσία. Σε περίπτωση που καταδικαστεί, ο Πρόεδρος απομακρύνεται αμέσως από το αξίωμα και τον διαδέχεται ο αντιπρόεδρος για το υπόλοιπο της θητείας του.
* Ο Στέφανος Σακελλαρίδης είναι συγγραφέας, Δρ. Χημικών Μηχανικών που ζει στις ΗΠΑ