Της Χιονίας Βλάχου- Μπλιάτκα
Η Ντίνα Παπαϊωάννου (Κωνσταντίνα Ταραντζοπούλου) ξεκίνησε να τραγουδά από πολύ μικρή ηλικία, χωρίς σχέδιο και χωρίς φιλοδοξίες καριέρας. Η μουσική, όπως η ίδια επισημαίνει, υπήρχε μέσα της «σαν κάτι φυσικό», πολύ πριν αποκτήσει επαγγελματική μορφή.
Τα πρώτα της βήματα έγιναν σε μια εποχή δύσκολη, όπου, σύμφωνα με τις κοινωνικές νόρμες, το τραγούδι θεωρούνταν ριψοκίνδυνη επαγγελματική επιλογή, ιδιαίτερα για μια νέα γυναίκα.
Γεννήθηκε στη Φλώρινα, ήρθε στη Θεσσαλονίκη στην ηλικία των δεκατριών ετών και αποφάσισε να εγκατασταθεί μόνιμα όχι ως αποτέλεσμα συγκυρίας αλλά συνειδητής επιλογής. Όπως επισημαίνει, εδώ βρίσκονται οι άνθρωποι που αγαπά, το παρελθόν και το παρόν της, ο χώρος μέσα στον οποίο μπορεί να πορεύεται μουσικά χωρίς εκπτώσεις. Για την ίδια, η πόλη αυτή δεν λειτουργεί περιοριστικά αλλά, αντίθετα, της προσφέρει το περιβάλλον στο οποίο μπορεί να παραμείνει αληθινή.

Γνήσια λαϊκή ερμηνεύτρια, «δίχως φιοριτούρες», την έχει χαρακτηρίσει ο Γιάννης Ζουγανέλης, ο άνθρωπος που υπήρξε παραγωγός και ηθικός αυτουργός για την είσοδό της στη δισκογραφία, χαρίζοντάς της υπέροχα τραγούδια.
Καθοριστική υπήρξε η συνάντησή της με τον Γιάννη Σπανό. Η συνεργασία τους κράτησε χρόνια και άφησε αποτύπωμα. Ο συνθέτης μιλούσε για «σπουδαία ερμηνεύτρια», εστιάζοντας στο συναίσθημα και στο ηχόχρωμα της φωνής της. Το τραγούδι «Ποτέ ξανά», σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου, μέσα από το cd«Σημάδια του καιρού…», αν και επανεκτέλεση, έμεινε στον χρόνο. «Αυτό το τραγούδι με εκπροσωπεί περισσότερο», αναφέρει. «Ο Γιάννης Σπανός ήταν σταθμός. Με στήριξε, με παρότρυνε και του είμαι βαθιά ευγνώμων».
Η δισκογραφική της πορεία συνεχίστηκε σταθερά, χωρίς εκρήξεις αλλά με διάρκεια. Το single «Του έρωτα ο κύκλος», σε μουσική του Θανάση Πολυκανδριώτη και στίχους του Φίλιππου Γράψα, έγινε χρυσό. Ακολούθησε το άλμπουμ «Σε κόσμο ψεύτικο» με 12 τραγούδια (λαϊκά – έντεχνα), ενώ στο επόμενο άλμπουμ «Ρούχα γιορτής»υπέγραψαν τρία τραγούδια ο Χρήστος Νικολόπουλος και ο Φίλιππος Γράψας, καθώς και ένα ντουέτο με τον Κώστα Μπίγαλη. Ιδιαίτερη στιγμή αποτέλεσε το άλμπουμ «Μεγάλα Τραγούδια», που έγινε πλατινένιο. Το 2022 ακολούθησαν δύο singles στις ψηφιακές πλατφόρμες, «Με ένα φιλί» και «Για τον Μητροπάνο».

Rock μπαλάντες, ζεϊμπέκικα, λαϊκότροπα τραγούδια συνθέτουν ένα ρεπερτόριο που δεν εγκλωβίζεται σε ταμπέλες. «Το συναίσθημα είναι το πιο σημαντικό», λέει η ίδια. «Αν υπάρχει μόνο τεχνική, χωρίς ψυχή, είναι σαν ρομπότ που λέει σωστά τις νότες». Μια φράση που συνοψίζει όχι μόνο τη φιλοσοφία της, αλλά και τον τρόπο που στέκεται πάνω στη σκηνή.
Για τα είδη μουσικής που ακούει η νεολαία, τα οποία κατά την άποψη της δεν απειλούν το καλό ελληνικό τραγούδι αναφέρει: «Δεν με ανησυχεί η τραπ ή η ραπ. Τη βλέπω ως ανάγκη των νέων να εκφραστούν. Το γνήσιο καλό τραγούδι δεν χάνεται ποτέ αλλά πάντα βρίσκει τον δρόμο του».
Τα τελευταία χρόνια εμφανίζεται σταθερά στον «Παλμό», έναν μικρό πολυχώρο στη Θεσσαλονίκη. «Είναι μικρός και ανθρώπινος», λέει. «Γινόμαστε μια παρέα, μια αγκαλιά». Πιστεύει ότι οι μικροί χώροι θα υπάρχουν πάντα, γιατί εκεί η επικοινωνία είναι άμεση και ο κόσμος ξέρει να στηρίζει ό,τι γίνεται «με καρδιά και ποιότητα».

Στη σκηνή έχει συναντηθεί με σημαντικούς καλλιτέχνες: την Πίτσα Παπαδοπούλου, την Ελένη Βιτάλη, την Καίτη Γκρέυ, τη Σοφία Βόσσου, τον Κώστας Τουρνάς, τον Σταμάτης Κόκοτας και άλλους.
Η προσωπική της ζωή κινήθηκε παράλληλα, χωρίς συγκρούσεις. Ο γάμος της με τον διεθνή άσσο του Ηρακλή και του ΠΑΟΚ Λάκη Παπαϊωάννου έφερε κοντά δύο διαφορετικούς κόσμους. «Η μέρα και η νύχτα», λέει η ίδια. «Αλλά αυτό που λειτούργησε και είχαμε μία ωραία ζωή ήταν η απουσία ανταγωνισμού και ο αμοιβαίος σεβασμός». Από αυτή την ισορροπία προέκυψε και η κόρη τους, Ελεάνα, η οποία ακολούθησε τον δρόμο του τραγουδιού σχεδόν τυχαία και σήμερα έχει πια τη δική της σημαντική διαδρομή στην Αθήνα.
Παράλληλα με τη μουσική, η γραφή υπήρξε σταθερό καταφύγιο. Από πολύ νωρίς, με τις ποιητικές συλλογές «Γλυφό νερό», «Με τα φτερά της νιότης», «Σε ημίφως», μέχρι το αφήγημα «Και τη νύχτα έρχονται οι άγγελοι» και τα δύο τελευταία της βιβλία «Παράθυρο με θέα» και «Στην αγκαλιά ενός κάκτου», η Ντίνα Παπαϊωάννου καταγράφει όσα δεν χωρούν πάντα στο τραγούδι.

Κοιτάζοντας συνολικά τη διαδρομή της, η Ντίνα Παπαϊωάννου αισθάνεται ολοκληρωμένη και δικαιωμένη. «Δεν είχα στόχο τη μεγάλη καριέρα αλλά εκείνο που με ενδιέφερε ήταν να τραγουδάω για και με τους ανθρώπους. Νιώθω ολοκληρωμένη, όχι αδικημένη. Εισέπραξα πάρα πολλά». Όσο για τη σχέση της με το κοινό, αναφέρει: «Η ενέργεια που πάει κι έρχεται είναι τροφή και λύτρωση. Είναι ο λόγος που νιώθω ευγνωμοσύνη».
Σήμερα, τα όνειρά της είναι απλά και ουσιαστικά. «Υγεία, να είμαστε καλά και ειρήνη μέσα μας». Σε έναν χώρο που απαιτεί «αντοχή και στομάχι», όπως λέει, επέλεξε να μείνει πιστή στον εαυτό της.
Με σταθερό σημείο αναφοράς τη Θεσσαλονίκη και μια πορεία δεκαετιών στο τραγούδι, η Ντίνα Παπαϊωάννου μιλά για τις πρώτες μουσικές εμπειρίες, τις επιλογές που την καθόρισαν και τις συναντήσεις που λειτούργησαν ως σταθμοί. Αναφέρεται επίσης στη γραφή ως ανάγκη έκφρασης που συνοδεύει τη μουσική της διαδρομή, φωτίζοντας τις εσωτερικές πλευρές μιας καλλιτεχνικής παρουσίας.
1. Ποιες είναι οι πρώτες εμπειρίες και εικόνες με το τραγούδι και τι ρόλο έπαιξαν στη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής σας ταυτότητας;
Η μουσική ήταν θα λεγα στη φύση μου από πολύ νωρίς. Από μικρή «σκάρωνα» στιχάκια και γρατσουνούσα μια κιθάρα, σχεδόν αυθόρμητα, σαν παιχνίδι που όμως έκρυβε μέσα του μια βαθιά ανάγκη έκφρασης.
Τα πρώτα μου μουσικά βιώματα ήρθαν από τα τραγούδια της εποχής που έπαιζαν στα ραδιόφωνα και σφράγισαν τον συναισθηματικό μου κόσμο. Η Αρλέτα υπήρξε μια από τις πρώτες και πιο δυνατές μου αναφορές, όπως και ο Κώστας Χατζής, τον οποίο θαύμαζα από μικρή, κυρίως για τον κοινωνικό του λόγο. Είμαι ευγνώμων για την τύχη που είχα, πριν από έναν χρόνο, να βρεθώ και επί σκηνής μαζί του.
Επαγγελματικά ξεκίνησα γύρω στα 18, κρυφά από τους γονείς μου, σε μια εποχή που το τραγούδι δεν ήταν εύκολα αποδεκτό, ως επιλογή ζωής. Για περίπου δύο χρόνια δούλεψα σχεδόν στα κρυφά, μέχρι στα 20 μου που γνώρισα τον σύζυγό μου, τον Λάκη Παπαϊωάννου.
Η στήριξή του υπήρξε καθοριστική και μέσα από αυτήν ήρθε σταδιακά και η αποδοχή από την οικογένειά μου. Εκεί άρχισε να ξεκαθαρίζει ότι η μουσική δεν ήταν απλώς μια παρόρμηση, αλλά ένας δρόμος που ήθελα συνειδητά να ακολουθήσω.
2. Δεν φύγατε ποτέ από τη Θεσσαλονίκη. Τι σημαίνει για εσάς αυτή η πόλη και πώς έχει επηρεάσει τη διαδρομή σας;
Η Θεσσαλονίκη είναι οι άνθρωποι που αγαπώ: η οικογένειά μου, οι φίλοι μου, η μνήμη και η καθημερινότητά μου. Είναι το μουσικό μου παρελθόν και το παρόν μου, μια πόλη που με κάνει να ονειρεύομαι και να πορεύομαι. Είναι μια πόλη ανθρώπινη με μεγάλη παράδοση στη μουσική. Ήρθα από την Φλώρινα μόλις τελείωσα το Δημοτικό και έφυγα μόνο για ένα διάστημα, περίπου πέντε χρόνια, για να είμαι δίπλα στην κόρη μου την Ελεάνα, όταν ξεκινούσε τη δική της πορεία.
3. Τι θα λέγατε σήμερα σε έναν νέο ή μία νέα τραγουδίστρια που κάνει τα πρώτα του βήματα;
Αυτό που λέω πάντα: υπομονή και επιμονή. Δουλειά και μελέτη, αλλά και επιλογές με καθαρό μυαλό. Πολλά “όχι” και λιγότερα “ναι” — με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Και κάτι ακόμη: να μη χαθεί το συναίσθημα μέσα στην τεχνική. Γιατί μπορεί κάποιος να “χτυπά” σωστά τις νότες, να είναι άψογος, όμως αν δεν υπάρχει ψυχή, το τραγούδι κινδυνεύει να γίνει κάτι μηχανικό. Το τραγούδι είναι, πάνω απ’ όλα, σύνδεση.
4. Ποιους θεωρείτε σταθμούς στην καριέρα σας – ανθρώπους, συνεργασίες ή στιγμές που σας καθόρισαν;
Σταθμός στην πορεία μου υπήρξε αναμφίβολα η συνάντησή μου με τον Γιάννη Σπανό. Η δεκαετής συνεργασία μας ήταν ένα πολύτιμο σχολείο και μου πρόσφερε βαθιά γνώση και εμπειρία, τόσο καλλιτεχνικά όσο και ανθρώπινα. Υπήρξε φίλος και μέντορας και άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στη διαδρομή μου. . Ο άνθρωπος που μου έδειξε την «έξοδο κινδύνου» για να χρησιμοποιήσω τον τίτλο ενός από τα τραγούδια του.
Σημαντικό ρόλο έπαιξαν επίσης ο Γιάννης Ζουγανέλης, που συνδέεται με την είσοδό μου στη δισκογραφία, καθώς και οι συνεργασίες μου με δημιουργούς όπως ο Χρήστος Νικολόπουλος, ο Φίλιππος Γράψας, ο Θανάσης Πολυκανδριώτης και πολλοί άλλοι φυσικά.
5. Έχετε γράψει ποίηση και πεζογραφία. Τι σας ώθησε σ’ αυτό;
Από πολύ μικρή έγραφα. Από την εφηβεία μου. Αυτό με τα χρόνια φούντωνε και δυνάμωνε, σαν φυσική ροή που κάποια στιγμή γίνεται ανάγκη. Μια ανάγκη καλά κρυμμένη, που “κλωτσάει” και ζητάει να εκφραστεί. Κι όπως στο τραγούδι δεν μπορώ χωρίς συναίσθημα, έτσι και στη γραφή δεν μπορώ χωρίς εσωτερική αλήθεια.
INFO
Η Ντίνα Παπαϊωάννου εμφανίζεται στο Παλμός Live Πολυχώρος ΠΟΚΕ Παρασκευή & Σάββατο
Αλ. Παπαναστασίου 90 & Μπότσαρη, (κτήριο ΟΑΣΘ)
Κρατήσεις στο τηλέφωνο: 694 2525005
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»