«Πάρε έναν άντρα, αχρείαστος να ‘ναι και ρίξ’ τον στον μπαχτσέ. Μπορεί κάποια ώρα να χρειαστεί», συμβούλευε η γιαγιά την ατίθαση εγγονή. Πάρε ένα χρονογράφημα, αχρείαστο να ‘ναι και ρίξ’ το στο μεγάλο ποτάμι του Χρόνου. Μπορεί κάποια ώρα να σε πάει μακριά· ίσα με την καρδιά».
Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στον εμβληματικό δημοσιογράφο, συγγραφέα και πολύπλευρη προσωπικότητα της Θεσσαλονίκης Νικόλαο Ι. Μέρτζο.
Πάντα τα θυμάμαι όταν ψάχνω στο αρχείο μου για φωτογραφίες, παλιά κείμενα, συνεντεύξεις και χρονογραφήματα. Τούτο συνέβη κι προχθές όταν με συγκίνηση αναζήτησα φωτογραφίες της Μαρινέλλας αλλά και ρεπορτάζ μου από την παρουσία της στη Θεσσαλονίκη και όχι μόνο. Είναι κι αυτό ένας τρόπος -το να δεις δηλαδή μαζεμένο ένα τέτοιο υλικό ανά τις δεκαετίες- για να συνειδητοποιήσεις το γιατί μια δημόσια φιγούρα είναι τόσο σπουδαία. Και η Μαρινέλλα που χάσαμε πριν από λίγες μέρες, ήταν από αυτές.
Το μάτι μου έπεσε σε μια φωτογραφία του 1964 όπου εικονίζονται ο Στέλιος Καζαντζίδης με την κιθάρα του, η Μαρινέλλα αλλά και ο αξέχαστος διεθνής τότε ποδοσφαιριστής της ΑΕΚ Μίμης Παπαϊωάννου σε μια πρόβα τραγουδιού!
Τι είχε συμβεί;
Ο Τάσος Γιαννόπουλος, ο εξαίρετος κωμικός, που χάθηκε πρόωρα και άδικα, ήταν αυτός που γνώρισε τον Μίμη Παπαϊωάννου στον Στέλιο Καζαντζίδη και τη Μαρινέλλα, σύμφωνα με την αφήγηση του Μ. Παπαϊωάννου στην αυτοβιογραφία του:
«Στο σπίτι του Καζαντζίδη συνάντησα εκτός από τον Στέλιο και την Μαρινέλλα και τον Νικολόπουλο. Μόλις με είδε ο Νικολόπουλος με αγκάλιασε και είπε στο Στέλιο ότι τραγουδούσα και έπαιζα και λίγη κιθάρα. Επρόκειτο να κλείσουν μια περιοδεία στη Γερμανία.
Κάναμε λοιπόν πρόβες με τον Χρήστο Νικολόπουλο σε ένα τραγούδι που έλεγε ‘’Διάβασα το γράμμα σου και έκλαψα πικρά ‘’κι αυτό του Καζαντζίδη. Είπα και κάτι εύκολα στην ερμηνεία κομμάτια όπως ‘’Το δικό μου πάπλωμα’’.
Ο Χρήστος ήταν ο “αυτουργός”, ώστε να με πάρουν μαζί στην περιοδεία, η οποία κράτησε δύο μήνες.
Τις πρώτες έξι εβδομάδες δίναμε συναυλίες για τους ομογενείς σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους και όχι σε λαϊκά μαγαζιά. Είπαν τότε κάποιοι ότι τραγουδούσα κάθε βράδυ σε μπουζουξίδικα. Λάθος. Ουσιαστικά κάναμε συναυλίες. Μια παράσταση την Παρασκευή, μία το Σάββατο και ακόμη μία το απόγευμα της Κυριακής. Ήταν πολύ μεγάλη εμπειρία για μένα, αφού από τη μία έκανα το κέφι μου και από την άλλη γνώριζα κόσμο. Το πιο σημαντικό όμως ήταν ότι δεν ξενυχτούσα…».
Ο Στέλιος ‘’γνωμάτευσε’’: ‘’Κοίτα σωστός είσαι, αλλά θες πρόβες’’.
Δούλεψα πολύ, βελτιώθηκα και πήγα στη Γερμανία όπου ένοιωσα ότι παίζω εντός έδρας αφού εκεί υπήρχαν πολλοί Βορειοελλαδίτες οι οποίοι με ήξεραν .
Η Μαρινέλα, τεράστια φωνή από τότε, είδε ότι ‘’κάτι έκανα’’ αλλά φοβόταν μην πάθω τρακ. Και είχε δίκαιο. Ο Στέλιος της έλεγε ‘’τι τρακ να πάθει αυτός που εμφανίζεται σε τόσες χιλιάδες κόσμο στο γήπεδο’’. Και αυτή επέμενε και είχε δίκαιο ότι άλλο το ένα και άλλο το άλλο.
Μόλις όμως έβγαινε ο Καζαντζίδης έβαζε τα κλάματα ο κόσμος. Ξεκίναγε με τις ‘’Φάμπρικες της Γερμανίας’’.
Στο ξενοδοχείο που ήμασταν στην Στουτγάρδη υπήρχε μία αλάνα με πράσινο και δέντρα και έπαιρνα μία μπάλα και έκανα τρίπλες στα δέντρα. Εκεί ανήκα εγώ. Στο ποδόσφαιρο. Γιατί ήξερα ότι στο βάθος δεν ήμουν τραγουδιστής».
Σε όλη αυτή την ιστορία υπάρχει κάτι που συνδέει τη μεγάλη Ρεάλ του 1964, του Πούσκας και του Ντι Στέφανο, με τον Καζαντζίδη, την Μαρινέλα και τον Μίμη Παπαϊωάννου. Όλα φαίνεται πως άρχισαν τον Μάιο 1964 όταν έγινε το φιλικό ματς ΑΕΚ- Ρεάλ Μαδρίτης.
Σεμνός πάντα ο Μίμης Παπαϊωάννου θυμήθηκε στην αυτοβιογραφία του:
«Σαν χθες το θυμάμαι, ήταν μέρα Τετάρτη, μεγάλη τιμή για μας να παίξουμε με την Ρεάλ. Έπαιξα καλά αλλά, για να λέω και την αλήθεια ήμουν και λίγο τυχερός, γιατί γινόταν μερικές κόντρες και η μπάλα ερχόταν συνέχεια μπροστά μου! Είχα όμως και το πάθος της διάκρισης με αποτέλεσμα να βάλω δύο γκολ στην Ρεάλ»!
Το ματς έληξε 3-3. Μόνο που ομάδες καλά οργανωμένες σαν τη Ρεάλ όταν εντόπιζαν ένα ταλέντο ενεργοποιούσαν τους μάνατζερ και έτσι πολύ γρήγορα έγινε προσφορά και μάλιστα ιδιαίτερα πλουσιοπάροχη στον Μίμη.
«Φοβόντουσαν όμως οι σύμβουλοι τον κόσμο. Μόλις είχα αρχίσει να φαίνομαι στην ΑΕΚ, οπότε σκέφτονταν τις αντιδράσεις. Οι της Ρεάλ άφησαν το συμβόλαιο στο Χίλτον και είπαν ‘’απαντήστε μας μέχρι τις 10 Σεπτεμβρίου».
Τελικά η ΑΕΚ απάντησε ότι θέλει …δέκα εκατομμύρια και η Ρεάλ, βέβαια απέσυρε το ενδιαφέρον της. Όλα τα είπε ο Δημήτρης Σεβαστάκης, ο γενικός αρχηγός: «Μίμη θα τρώγαμε ξύλο αν έφευγες από την ΑΕΚ!».
Τελικά ο Μίμης Παπαϊωάννου επέστρεψε στην ΑΕΚ το καλοκαίρι του 1965. Αν και απροπόνητος στο πρώτο του ματς σκόραρε κατά του Παναθηναϊκού. Άλλο τραγούδι και άλλο μπάλα…
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»