Με αφορμή το βιβλίο του μας μιλάει για τη μακρόχρονη σχέση του με τον θεσμό και τον τρόπο με τον οποίο τα Όσκαρ επηρέασαν τη ματιά του πάνω στο σινεμά. Παράλληλα σχολιάζει τις αλλαγές στη βιομηχανία, την εξέλιξη του θεσμού και φυσικά κάνει τις φετινές οσκαρικές του προβλέψεις.
Τι σας έκανε να γράψετε αυτό το βιβλίο;
Η ενασχόληση ξεκινά από πολύ παλιά, από την εποχή που άρχισα να πηγαίνω στα Όσκαρ. Το θεωρούσα ικανοποίηση μιας παιδικής επιθυμίας, όμως εκεί βρέθηκα μπροστά σε μια άλλη πραγματικότητα, ένα κινηματογραφικό πανεπιστήμιο. Ξέρετε, όταν πήγαινα στα Όσκαρ με ενδιέφερε να μαθαίνω για το σινεμά και όχι να αναζητώ καυτά κουτσομπολιά. Είχα ήδη μάθει βασικά πράγματα από δικούς μας ανθρώπους του χώρου: ο Ντίνος Κατσουρίδης και ο Νίκος Νικολαΐδης μου έμαθαν για το μοντάζ και τα σκηνικά, ο Δαλιανίδης για τη διανομή και ο Μίμης Πλέσσας για την κινηματογραφική μουσική.
Για 21 χρόνια μάθαινα συνεχώς νέα πράγματα, τα οποία επηρέασαν τον τρόπο που έγραφα κριτική. Μετά τη συνταξιοδότησή μου άνοιξα την ιστοσελίδα pantimo.gr και άρχισα να γράφω αναλύσεις και κριτικές βασισμένες σε όσα είχα μάθει. Αυτό βρήκε απήχηση και ο εκδοτικός οίκος Πεδίο μου πρότεινε να μεταφερθούν τα κείμενα μου σε βιβλίο, εμπλουτισμένα με νέες αναλύσεις για τα Όσκαρ και τους Έλληνες δημιουργούς.

Θυμάμαι σε μια παλιά συνέντευξή σας να λέτε ότι μια χρονιά, όταν ήσασταν ακόμα παιδί, είχατε ξυπνήσει νωρίς το πρωί και ψάχνατε στις εφημερίδες να δείτε ποιος είναι ο νικητής των Όσκαρ. Νομίζω ήταν μια χρονιά που ήταν υποψήφια η Τζέιν Φόντα…
Ναι, ήταν το 1972. Τότε τα Όσκαρ δίνονταν Απρίλιο και εδώ είχαμε Δευτέρα του Πάσχα. Βέβαια δεν έψαχνα απλώς την εφημερίδα. Πήγα στην εφημερίδα! Σηκώθηκα εκείνο το πρωί και είπα ψέματα στους γονείς μου ότι έχουμε έκτακτο φροντιστήριο για ένα διαγώνισμα, πήρα τον ηλεκτρικό από τον Πειραιά όπου μέναμε και πήγα μέχρι τα γραφεία των «Νέων» στη Χρήστου Λαδά, για να μάθω αν πήρε η Τζειν Φόντα το Όσκαρ! Ήμουν ερωτευμένος με τη Φόντα. Τότε ήταν στην επικαιρότητα και λόγω Βιετνάμ. Για κάποιους, λόγω της αντιπολεμικής της στάσης, ήταν κόκκινο πανί. Το γεγονός πάντως ότι πήρε τότε το Όσκαρ, εμένα μου είπε κάτι.
Ποια ήταν η πρώτη χρονιά που παρευρεθήκατε στα Όσκαρ;
Το 1989, όταν βγήκε «Ο Άνθρωπος της Βροχής» (Rain Man). Αυτό συνεχίστηκε για 21 χρόνια αλλά κάποια στιγμή με κούρασε πολύ γιατί κάθε φορά έπρεπε να δικαιολογώ και την απουσία μου από την εφημερίδα. Με βοήθησε όμως καθοριστικά στο πώς γράφω κριτική.
Θυμάμαι τις ανταποκρίσεις σας για το Mega Channel τη δεκαετία του ’90 και τη ζωντανή περιγραφή στην απονομή, νομίζω το 1997, τη χρονιά που κέρδισε ο «Άγγλος Ασθενής». Είναι δύσκολη η περιγραφή ενός τέτοιου σόου;
Πάρα πολύ. Απαιτεί κάποια συγκεκριμένα προσόντα. Χρειάζεται να παρακολουθείς και να μην ξεφεύγεις από τους διαλόγους, να κάνεις την κινηματογραφική αναφορά και όλο αυτό μαζί απαιτούσε, ας πούμε, ένα συντονισμό. Αυτό με βοήθησε ώστε να αντεπεξέρχομαι και να μην μου φεύγουν κάποια σχόλια, γιατί μιλούσα πάνω στο ζωντανό την ώρα που μπορεί να λεγόταν κάτι σημαντικό.

Βέβαια εδώ υπάρχει και το ανθρώπινο στοιχείο. Θυμάμαι, μιας και πιάσαμε εκείνη την χρονιά, υπήρχε τότε η έκπληξη της Ζιλιέτ Μπινός στον β΄ γυναικείο ρόλο.
Ακριβώς. Με αυτό ακριβώς το προσωπικό στοιχείο ξεκινούσα πάντα τις μεταδόσεις μου. Σε εκείνη την βράβευση λοιπόν θυμάμαι ότι όλοι είχαν εστιάσει στη Λορίν Μπακόλ που ήταν το φαβορί και φτιάχνανε σενάρια του τι μπορεί να πει ή αν θα αναφέρει τον Μπόγκαρτ όταν πάρει το Όσκαρ. Κάπως έτσι βέβαια βγαίνουν τα υποτιθέμενα προγνωστικά και κάποιοι -ακόμα και στην Αμερική- γράφουν τέρατα.
Να σημειώσουμε ότι για τα βραβεία ψηφίζει ένα σώμα πάνω από 10 χιλιάδων ανθρώπων από όλες τις κινηματογραφικές ειδικότητες. Ο καθένας βλέπει τους υποψήφιους μέσα από το δικό του φίλτρο, τη δική του ειδικότητα. Συνεπώς το πώς ακριβώς έχει σταθεί π.χ. ένας μοντέρ στις ερμηνείες, δύσκολα μπορούμε να το αντιληφθούμε.
Για παράδειγμα τότε ένας ηχολήπτης που ήταν μέλος της Ακαδημίας με είχε καλέσει στο σπίτι του, που είχε ένα τεράστιο στούντιο. Εκείνη τη χρονιά -μιλάμε για το’97- ήταν υποψήφια και η ταινία «Ο Βράχος» (TheRock), η ταινία δράσης με τον Νίκολας Κείτζ. Μου λέει «Nα το δούμε;».Ντράπηκα να πω όχι, είδαμε την ταινία, κάποια στιγμή με τραβάει στο στούντιο και τότε, ως έκπληξη, μου την ξαναδείχνει με άλλο ήχο, λες και έβλεπες αστυνομική περιπέτεια, π.χ. τον «Άνθρωπο απ’ την Γαλλία» και όχι μπλοκμπάστερ.
Επιστρέφοντας στο σήμερα, τα Όσκαρ δεν είναι σε μια μεταβατική κατάσταση πλέον;
Το πρόβλημα δεν είναι αν έχουν αλλάξει τα Όσκαρ, το σινεμά το ίδιο έχει αλλάξει. Οι ταινίες και οι άνθρωποι που παίζουν τώρα, μάλλον δεν έχουν την ίδια μυθική διάσταση με το σινεμά του παρελθόντος. Τα Όσκαρ αντίθετα είναι σε μια εξαιρετικά δυναμική φάση. Μην ξεχνάμε ότι σε σχέση με το παρελθόν, έχουν διεθνοποιηθεί κιόλας. Τα βραβεία της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας μάλιστα συμβαδίζουν ημερολογιακά με την οσκαρική σεζόν και λειτουργούν σαν οσκαρικό βαρόμετρο των ευρωπαϊκών ταινιών. Φέτος, από τις πέντε ταινίες της κατηγορίας Διεθνούς Ταινίας, οι τέσσερις είναι ευρωπαϊκές.
Γράφετε επίσης στο βιβλίο σας ότι σε δύο χρόνια από τώρα θα αλλάξουν τα πάντα γιατί η μετάδοση πλέον περνάει όχι σε έναν συμβατικό ή συνδρομητικό τηλεοπτικό φορέα αλλά στο YouTube.
Αυτή ήταν φοβερή έκπληξη. Είναι μια απόφαση της Ακαδημίας που δίνει φοβερή ελευθερία κινήσεων. Το δίκτυο του ABC είχε δεν ξέρω και εγώ πόσα χρόνια συμβόλαιο. Ήταν παράδοση. Όσες αλλαγές έχουν γίνει κατά καιρούς στην απονομή, ήταν με παρέμβαση της τηλεόρασης για την τηλεθέαση. Για παράδειγμα, κάτι που δεν μου άρεσε και συνέβη, ήταν που έκοψαν τα τιμητικά Όσκαρ. Αυτή ήταν μια σύνδεση με την κινηματογραφική ιστορία. Βέβαια τώρα τα τιμητικά δίνονται ξεχωριστά και μάλιστα η Ακαδημία τα δίνει πλέον σε περισσότερα άτομα.
Αυτό δεν έχει να κάνει και με τα trend κάθε εποχής; Δηλαδή, πόσα νέα παιδιά μπορεί να ξέρουν τους παλιούς σταρ του Χόλιγουντ;
Σωστά τα λέτε αλλά με βάση τέτοιο σκεπτικό και η τηλεόραση επηρέαζε τα πράγματα.

Ως χώρα έχουμε περίεργη σχέση με τον θεσμό με μόλις πέντε υποψηφιότητες στα 98 χρόνια ιστορίας. Υπάρχει κάποια συνταγή για να φτάσουμε τελικά ως Ελλάδα στα Όσκαρ;
Να πάρουμε τον κινηματογράφο πιο σοβαρά, όπως συμβαίνει σε χώρες όπως π.χ. η Δανία. Δεν είναι τυχαίο το παράδειγμα. Η Δανία είναι μικρότερη χώρα από εμάς κι όμως σε επίπεδο κινηματογραφικών σπουδών δεν παίζεται. Είναι αρκετές φορές υποψήφια και έχει ήδη κερδίσει τέσσερις φορές και κάθε τόσο ένας Δανός παίρνει κάποιο Όσκαρ. Όταν έγινα μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου, είχα λάβει μια πρόσκληση για να πάω στην Κινηματογραφική Σχολή της Κοπεγχάγης και τρελάθηκα με την οργάνωσή τους. Οπότε επιστρέφοντας στα δικά μας, πάλι καλά να λέμε που φτάσαμε τόσες φορές στα Όσκαρ και έχουμε και κάποιους ανθρώπους για να μας δείχνουν πώς τα καταφέρανε.
Οι προβλέψεις για τα φετινά Όσκαρ
Φτάνοντας στη φετινή χρονιά αισθάνομαι πως είναι ο ορισμός του ντέρμπι…
Ακριβώς, οι δύο ταινίες που ξεχωρίζουν ανήκουν σε διαφορετικές σχολές σεναρίων: Ένα του Sinners είναι του Ράιαν Κούγκλερ και είναι πρωτότυπο και δεύτερο του Μια Μάχη μετά την Άλλη του Πολ Τόμας Άντερσον αφορά διασκευή λογοτεχνικού έργου. Είναι δεδομένο ότι θα πάνε σε μια κούρσα μέχρι τέλους και θα μετρήσουν για τον καθένα τα επιμέρους επιτεύγματα.
Εσείς πού πιστεύετε ότι μπορεί να καταλήξει τελικά φέτος η κούρσα;
Με βάση όσα κουβεντιάζουμε, το Sinners δεν αποκλείεται να πάρει το Όσκαρ καλύτερης ταινίας, ακριβώς γιατί εκφράζει ένα κριτήριο διαφορετικότητας. Σε ό,τι αφορά την σκηνοθεσία, ο Τόμας Πολ Άντερσον είναι χωρίς αμφιβολία το μεγάλο φαβορί. Σε σχέση με τις υπόλοιπες φορές που είχε προταθεί, είναι πιο «έτοιμος» για αυτή τη βράβευση.
Σε ό,τι αφορά τα ερμηνευτικά: δεν χωράει αμφιβολία ότι το βασικό επίτευγμα στο Άμνετ αφορά την πρωταγωνίστρια Τζέσι Μπάκλεϊ και πώς αναδεικνύει με τον ρόλο της ως γυναίκα και μητέρα την έννοια της απώλειας. Σηκώνει όλη την ταινία πάνω της και η ερμηνεία της είναι απόλυτα κινηματογραφική. Η Ρενάτε Ρέινσβε της Συναισθηματικής Αξίας ξεχωρίζει επίσης αλλά η ερμηνεία της είναι πιο εσωτερική σε σχέση με της Μπάκλεϊ.
Στα υπόλοιπα ερμηνευτικά, φέτος έχουμε αρκετό σασπένς. Στον Α’ ανδρικό έχουμε ντέρμπι ανάμεσα στους Τιμοτέ Σαλαμέ του Marty Supreme και Μάικλ Μπι Τζόρνταν του Sinners να ξεχωρίζουν. Η διαφορά ίσως είναι ότι ο Σαλαμέ βγάζει στον ρόλο του κάτι που είναι ο ίδιος. Έχει την ίδια λύσσα -όπως και ο ήρωας που ερμηνεύει- να πετύχει. Αυτό μπορεί να του αφαιρέσει κάποιες ψήφους. Αντιθέτως ο Μαικλ Μπι Τζόρνταν είναι μια υπόγεια δύναμη. Πέρα από το ότι παίζει δύο ρόλους, περνάει μέσα από όλα τα παράταιρα που συμβαίνουν στην ταινία και έχει χημεία με όλο το υπόλοιπο καστ. Ανταποκρίνεται εξαιρετικά και με λιτότητα στο παίξιμό του. Αυτό θα εκτιμηθεί οπωσδήποτε. Εδώ υπάρχει και ο Ίθαν Χοκ του Blue Moon αλλά υπάρχουν έντονα στοιχεία θεατρικότητας που σίγουρα δεν κερδίζουν ψηφοφόρους της Ακαδημίας που δεν έχουν σχετική επαφή.
Κύριε Τιμογιαννάκη σας ευχαριστώ και σας περιμένουμε στη Θεσσαλονίκη!
Και εγώ σας ευχαριστώ.
Info: Το βιβλίο του κριτικού κινηματογράφου Παναγιώτη Τιμογιαννάκη με τίτλο ΟΣΚΑΡ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»