Της Δήμητρας Μακρή
Τέσσερα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα, 24 Φεβρουαρίου, από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, με εκατομμύρια νεκρούς, τραυματίες, αγνοούμενους, πρόσφυγες και εσωτερικά εκτοπισμένους και σημαντικό μέρος του ουκρανικού ενεργειακού δικτύου κατεστραμμένο και με εξάρτηση από τη Δύση για να επιβιώσει.
Από την άλλη πλευρά, η Ρωσία έχει βρει τρόπους να ξεπερνά τις επιβληθείσες διεθνείς κυρώσεις και παρόλες τις σημαντικές απώλειες ή τις ελλείψεις σε εργατικό δυναμικό ή τον υψηλό πληθωρισμό, συνεχίζει τον πόλεμο.
Τι σημαίνει όμως αυτός ο πόλεμος για την Ελλάδα με τις παραδοσιακά καλές σχέσεις με τη Ρωσία, η οποία το 2016 γιόρταζε το «Έτος Ελλάδας»;
Η αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Διεθνών κι Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας Ρεβέκκα Παιδή ανέφερε στη «Θ» πως «μια δεκαετία πριν η Ελλάδα, η ΕΕ, η διεθνής τάξη ήταν διαφορετική. Ίσως η μόνη χώρα που δεν άλλαξε πολύ έκτοτε να είναι η Ρωσία. Προφανώς διατηρούμε ιστορικές σχέσεις με τη Ρωσία, σε πολιτικό, οικονομικό, πνευματικό επίπεδο. Και τηρούσαμε, όπως είχε χαρακτηρίσει πριν από την εισβολή στην Ουκρανία ο έλληνας πρωθυπουργός κι ο υπουργός Εξωτερικών, την Dual Track Approach: Δηλαδή, ότι είμαστε πιστοί σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ, πιστοί εταίροι της ΕΕ, έχουμε μία αμοιβαία επωφελή σχέση με τις ΗΠΑ, αλλά διατηρούμε και καλές σχέσεις με τη Ρωσία. Η αρχή των δύο κατευθύνσεων κατέρρευσε με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία».
Παράλληλα, ο διεθνολόγος, πολιτικός επιστήμονας και επικεφαλής στο Πρόγραμμα «Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων Θεόδωρος Τσίκας περιέγραψε το εύρος των διμερών σχέσεων με εξαγωγές οπωροκηπευτικών προϊόντων, θρησκευτικό τουρισμό, «που πλέον περιορίστηκε σε μητροπόλεις και σε καθαρά φιλορωσικά μοναστήρια με καθοδήγηση από τους Ρώσους» και εμπόριο με τις γούνες, κυρίως από την Καστοριά. «Αυτά έχουν σχεδόν εξαλειφθεί, ενώ πλέον θα περιοριστεί και η ενεργειακή εξάρτηση καθώς από το 2027 στην ΕΕ κλείνουν οι κάνουλες» κατέληξε.
Η επόμενη ημέρα
Όσον αφορά σε τυχόν μεταπολεμικά σχέδια αποκατάστασης των σχέσεων Αθήνας-Μόσχας, η κ. Παιδή επισήμανε ότι «η Ελλάδα και η Κύπρος ήταν από εκείνες τις χώρες που συμμετέχοντας στην ορκωμοσία του προέδρου Πούτιν το 2024, έστειλαν το μήνυμα ότι οι σχέσεις δεν έχουν διαρραγεί εντελώς». Ανέφερε πως «δεν υπάρχει μια σαφής στρατηγική διαχείρισης της Ρωσίας και της επόμενης μέρας, στο σύνολο της ΕΕ. Μοιραία όταν κι όπως τελειώσει ο πόλεμος, θα πρέπει να βρεθεί ένα modus operandi στις σχέσεις μας με τη Μόσχα. Και, χώρες όπως η Ελλάδα, θα μπορούσαν να παίξουν τον ρόλο του έντιμου γεφυροποιού, ακριβώς λόγω των ισχυρών δεσμών που είχαμε με τη Ρωσία. Ωστόσο, είναι σαφές ότι η κατεύθυνσή μας προς τις ευρωατλαντικές, τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις, τις επιδιώξεις στην ανάπτυξη σχέσεων με την Ινδία, έχουν μεταβάλει τις προτεραιότητες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής μέσα σε ένα περιβάλλον με περισσότερους δρώντες. Ο κόσμος του 2026 δεν είναι ο κόσμος του 2022 ή του 2014 μετά την προσάρτηση της Κριμαίας. Είναι ένας κόσμος περισσότερο επικίνδυνος και όλα αυτά θα μπουν στη ζυγαριά» κατέληξε.
Για το ίδιο θέμα, ο κ. Τσίκας εκτίμησε πως «το μέλλον των σχέσεων Ελλάδας και Ρωσίας θα είναι απολύτως συνυφασμένο με εκείνο των ευρωρωσικών σχέσεων. Διότι η Ρωσία τουλάχιστον όσο έχει το καθεστώς Πούτιν, ακόμη κι αν σταματήσει ο πόλεμος, θα θεωρείται από την Ευρώπη μία επιθετική και επεκτατική δύναμη. Κι αυτό δεν θα εξαφανιστεί αυτομάτως μετά την όποια διευθέτηση του ουκρανικού. Πολύ δύσκολα οι Ευρωπαίοι θα εμπιστευτούν εκ νέου τον Πούτιν και αυτό επιδρά και στις ελληνορωσικές σχέσεις. Διότι ούτε η Ελλάδα μπορεί να κάνει πάρα πολλά πράγματα εφόσον επιδιώκει κοινή εξωτερική ευρωπαϊκή πολιτική και για τη Ρωσία. Αλλά ούτε νομίζω ότι η Ρωσία θα θελήσει να κάνει ιδιαίτερα βήματα, ακόμη κι αν προσπαθούσε μέσω είτε ορισμένων Μονών των Αγίου Όρους, είτε αναλυτών να επηρεάσει την ελληνική κοινή γνώμη. Η δε Ελλάδα πολύ δύσκολα μπορεί να διεισδύσει στη Ρωσία γιατί τα περισσότερα ελέγχονται από το καθεστώς».
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»