Συνέντευξη στην Χιονία Βλάχου – Μπλιάτκα
Λίγο πριν ανέβει στη σκηνή της Θεσσαλονίκης την παραμονή Χριστουγέννων, στην πόλη που γεννήθηκαν οι πρώτες του μουσικές μνήμες και με την οποία τον συνδέουν πολλαπλοί δεσμοί, ο Πασχάλης Αρβανιτίδης μιλά για μια διαδρομή έξι δεκαετιών.
Είναι εδώ και χρόνια ο απόλυτος ποπ σταρ. Από τα εφηβικά χρόνια στο Διοικητήριο και τα πρώτα συγκροτήματα, μέχρι την ελληνική ποπ, τη Eurovision, τη σόλο πορεία και το σήμερα, υπάρχει μια ζωή γεμάτη πάλκο, σέικ και μπλουζ, τηλεοπτικά πλατό και πλήθη σε «λάιβ».
Σήμερα ξεδιπλώνει μια αφήγηση ζωής που διατρέχεται από μια σταθερή αξία: Το συναίσθημα. Χωρίς νοσταλγία και χωρίς απολογισμό, μιλά με ευγνωμοσύνη για όσα έζησε και για όσα εξακολουθούν να τον κινητοποιούν, επιβεβαιώνοντας πως για τον ίδιο το τραγούδι δεν υπήρξε ποτέ ρόλος αλλά τρόπος ύπαρξης.
Ξεκινήσατε στη Θεσσαλονίκη. Τι κρατάτε πιο έντονα από εκείνα τα πρώτα χρόνια;
Θυμάμαι πολύ έντονα τα χρόνια της εφηβείας μου στο Διοικητήριο, στα μάρμαρα. Εκεί ήταν ο κόσμος μου. Το σπίτι μας βρισκόταν πίσω από τον Άγιο Δημήτριο, στην Κασσάνδρου. Θυμάμαι τις παρέες, τις ατελείωτες ώρες έξω, τα ποδοσφαιράκια που παίζαμε. Δεν υπήρχε πρόγραμμα αλλά υπήρχε ζωή. Ακούγαμε πολλή μουσική, κυρίως ξένη. Beatles, Rolling Stones, Animals. Αυτή ήταν η καθημερινότητά μας. Και μέσα από αυτή τη μουσική γεννήθηκε φυσικά η ανάγκη να κάνουμε κι εμείς κάτι, να μη μένουμε απλώς ακροατές. Τη Θεσσαλονίκη την κουβαλάω μέσα μου. Εδώ μεγάλωσα, ερωτεύτηκα, έκανα τα πρώτα μου βήματα στη μουσική. Εδώ έμαθα τι σημαίνει παρέα, γειτονιά, συναίσθημα. Εδώ γνώρισα και ερωτεύτηκα τη γυναίκα μου, την Αλίκη, που από τις 20 Σεπτεμβρίου του 1967 είμαστε συνεχώς μαζί.
Πώς ήταν η μουσική σκηνή της Θεσσαλονίκης τη δεκαετία του ’60 και πώς σας διαμόρφωσε καλλιτεχνικά;
Η Θεσσαλονίκη εκείνων των χρόνων είχε χαρακτήρα και μια κουλτούρα απολύτως δικά της. Δεν έμοιαζε με την Αθήνα. Υπήρχε μεγαλύτερη ευαισθησία, περισσότερη συναισθηματική ποιότητα, ιδιαίτερα στη μουσική. Δεν ήταν τυχαίο ότι σχεδόν κάθε γειτονιά είχε το δικό της συγκρότημα. Περπατούσες στον δρόμο και άκουγες μουσικές να ξεπηδούν από υπόγεια, από αποθήκες που είχαν μετατραπεί σε χώρους πρόβας. Οι άνθρωποι είχαν ανάγκη να δημιουργήσουν. Δεν ήταν παθητικοί, δεν περίμεναν κάτι έτοιμο. Έπαιρναν μια κιθάρα, έστηναν έναν ενισχυτή και ξεκινούσαν. Αυτό το κλίμα με διαμόρφωσε βαθιά. Εκεί έμαθα ότι η μουσική είναι τρόπος ζωής.

Η σπάνια σε διάρκεια πορεία σας στο τραγούδι αγγίζει πλέον έξι δεκαετίες. Από που να πιάσουμε την άκρη του νήματος;
Στην αρχή δεν υπήρχε σχέδιο, ούτε φιλοδοξία. Υπήρχε καθαρά η χαρά. Η παρέα, ο ενθουσιασμός, η ανάγκη να εκφραστούμε μέσα από τη μουσική. Ήμασταν μια ομάδα παιδιών στο Διοικητήριο και παίζαμε με το όνομα Drugstormen.
Δεν είχαμε εξοπλισμό, παίζαμε πάνω σε τενεκέδες, σε ό,τι μπορούσαμε να βρούμε. Πηγαίναμε ακόμη και στην Πανεπιστημιούπολη για πρόβες, χωρίς να μας νοιάζει τίποτα άλλο πέρα από τον ήχο και τη στιγμή. Σιγά σιγά όμως άρχισα να καταλαβαίνω ότι αυτό που ζούσαμε δεν ήταν απλώς ένα παιχνίδι.
Όταν πήγα στους Brahms, τα πράγματα πήραν μια πιο σοβαρή μορφή. Παίζαμε στα μουσικά πρωινά, στο φουαγιέ της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών και εκεί ένιωσα για πρώτη φορά τι σημαίνει ανταπόκριση του κόσμου σε μεγάλη κλίμακα. Ήταν μια εμπειρία καθοριστική. Με τους Brahms μείναμε περίπου έναν χρόνο, αλλά ήταν αρκετός για να αφήσει βαθύ αποτύπωμα. Παίζαμε Beatles, Animals, όλα εκείνα τα τραγούδια που αγαπούσε η νεολαία της εποχής. Θυμάμαι έντονα και το Πικαντίλι, ένα υπόγειο κλαμπ στην Αριστοτέλους γεμάτο νεολαία, ενέργεια και παλμό. Εκείνη την εποχή η σκηνή της Θεσσαλονίκης «έβραζε». Δεν είναι τυχαίο ότι τότε ήρθαν και οι Forminx με τον Βαγγέλη Παπαθανασίου από την Αθήνα. Στιγμές σαν κι αυτές αποτυπώνουν πόσο ζωντανή, δημιουργική και ανοιχτή ήταν η μουσική σκηνή εκείνων των χρόνων.
Η μετάβαση από τον αγγλικό στον ελληνικό στίχο φαίνεται καθοριστική στη διαδρομή σας. Πώς γεννήθηκαν τα πρώτα ελληνικά ποπ τραγούδια;
Κάποια στιγμή θέλησα να δημιουργήσω κάτι δικό μου. Έγραψα μια μουσική και ζήτησα από τον Λευτέρη Κογκαλίδη να μου γράψει αγγλικό στίχο. Εκείνος καθυστέρησε, αλλά εγώ ήθελα το τραγούδι να παιχτεί. Επειδή τότε δεν γνώριζα καλά αγγλικά, αποφάσισα να γράψω ελληνικό στίχο. Έτσι γεννήθηκε ο «Τρόπος». Με τον ίδιο τρόπο προέκυψε λίγο αργότερα και το «Σχολείο». Το εντυπωσιακό είναι ότι αυτά τα τραγούδια τα παίζαμε ζωντανά πολύ πριν γίνουν δίσκοι και είχαν ήδη αρχίσει να γίνονται επιτυχίες. Ο κόσμος τα αγκάλιασε από την πρώτη στιγμή, τα τραγουδούσε, τα ένιωθε δικά του.
Από τη στιγμή που αρχίσατε να γράφετε ελληνικά τραγούδια η πορεία σας πήρε νέα δυναμική. Πώς γεννήθηκαν οι Ολύμπιανς και πώς βιώσατε εκείνη την περίοδο της έκρηξης και της αναγνώρισης;
Ήταν μια απολύτως φυσική εξέλιξη. Τέσσερις από εμάς προερχόμασταν από τους Brahms και μαζί μας ήταν ο Άλκης Κακαλιάγκος από τους VIPs. Έτσι γεννήθηκαν οι Ολύμπιανς. Ήταν χρόνια αξέχαστα, χρόνια έντονα και συλλογικά. Όλοι γνωριζόμασταν μεταξύ μας. Γυρνούσες στη Θεσσαλονίκη και ένιωθες ότι ανήκεις σε μια μεγάλη παρέα. Ήξερες σχεδόν τους πάντες, μουσικούς, ακροατές, ανθρώπους της νύχτας. Παίζαμε στη «Χαβάη» στη Νέα Κρήνη, ένα κλαμπ γεμάτο νεολαία, έξι μέρες την εβδομάδα. Εκείνα τα βράδια δεν ξεχνιούνται. Τα πάρτι ήταν πραγματικά ανεπανάληπτα. Με το που ξεκινούσε το πρώτο τραγούδι, η πίστα γέμιζε ασφυκτικά. Υπήρχε μια αίσθηση έκρηξης, μια ανάγκη του κόσμου να χορέψει, να τραγουδήσει, να ταυτιστεί. Καθοριστικό ρόλο, όπως είπατε, έπαιξε ο ελληνικός στίχος. Εκείνη την εποχή τα περισσότερα συγκροτήματα σνόμπαραν τον ελληνικό στίχο. Εμείς, όχι. Τα τραγούδια μας μιλούσαν στη γλώσσα της νεολαίας και αυτό έκανε τη διαφορά. Και βέβαια, τεράστιο ρόλο έπαιξαν οι ραδιοπειρατές. Οι νέοι τότε έπαιρναν τα ραδιόφωνα, τα πείραζαν, τα μετέτρεπαν σε πομπούς. Στα μεσαία υπήρχαν εκατοντάδες ραδιοπειρατές σε όλη την Ελλάδα -και σχεδόν όλοι έπαιζαν τον «Τρόπο». Έτσι διαδόθηκε το τραγούδι πανελλαδικά, από στόμα σε στόμα και από συχνότητα σε συχνότητα. Δεν ήταν εύκολο για ένα συγκρότημα από τη Θεσσαλονίκη να ακουστεί σε όλη τη χώρα, αλλά η εποχή το επέτρεπε. Υπήρχε δίψα, υπήρχε ανοιχτό αυτί. Όταν κατεβήκαμε στην Αθήνα το 1966 και κερδίσαμε τον διαγωνισμό, το Καλλιμάρμαρο Παναθηναϊκό Στάδιο πήρε κυριολεκτικά φωτιά. Βγήκαμε πρώτοι με μεγάλη διαφορά. Εκεί ουσιαστικά καθιερωθήκαμε. Και μαζί με εμάς καθιερώθηκε και η ελληνική ποπ ως μια ζωντανή, νεανική έκφραση της εποχής.

Μετά την εκρηκτική επιτυχία των Ολύμπιανς, πώς και πότε γεννήθηκε μέσα σας η ανάγκη να συνεχίσετε μόνος και να ανοίξετε τον δρόμο της σόλο πορείας;
Η σόλο πορεία δεν ήταν απόφαση καριέρας, αλλά σύμπτωση. Όταν ολοκληρώσαμε τις στρατιωτικές υποχρεώσεις μας και ξαναμαζευτήκαμε με τους Ολύμπιανς, καταλήξαμε ότι δεν θέλαμε να συνεχίσουμε. Ήμασταν ερασιτέχνες με την ουσιαστική έννοια και δεν πιστεύαμε ότι θα βιοποριστούμε από τη μουσική. Με τον Άλκη Κακαλιάγκο αποφασίσαμε να κάνουμε κάτι εντελώς διαφορετικό. Δημιουργήσαμε να εργοστάσιο πλαστικών, επενδύσαμε όσα χρήματα είχαμε και ξεκινήσαμε να παράγουμε νάιλον σακούλες, ένα καινούριο προϊόν για την εποχή. Όταν όμως μείναμε από πρώτες ύλες και κεφάλαια, αναγκάστηκα να δεχτώ μια πρόταση από τον Νίκο Λαβράνο και να κατέβω στην Αθήνα για δουλειά, με στόχο να στηρίξω το εργοστάσιο. Εκεί συνειδητοποίησα κάτι καθοριστικό: Ότι είμαι γεννημένος καλλιτέχνης. Η σόλο πορεία ξεκίνησε σχεδόν αμέσως. Το 1972 -73 ο πρώτος μου δίσκος γνώρισε μεγάλη επιτυχία και τραγούδια όπως το «Τρέξε μες στη συντροφιά μας» και το «Mamy Blue» έγιναν αγαπημένα του κόσμου. Ξαφνικά βρέθηκα να θεωρούμαι σούπερ σταρ, κάτι που απαιτεί προσοχή και ισορροπία. Για μένα όμως το τραγούδι δεν ήταν ποτέ ρόλος αλλά ο ίδιος μου ο εαυτός.
Το 1977 συμμετείχατε στη Eurovision με το «Μάθημα Σολφέζ». Τι θυμάστε από εκείνη τη χρονιά;
Ήταν μια υπέροχη, πραγματικά ξεχωριστή στιγμή. Ο Γιώργος Χατζηνάσιος είχε την ιδέα να γράψει ένα τραγούδι ειδικά για τη Eurovision και σκέφτηκε να δημιουργήσει κάτι διαφορετικό: Μια ομάδα από τέσσερις σολίστες τραγουδιστές. Έτσι βρεθήκαμε μαζί εγώ, η Μαριάννα Τόλη, ο Ρόμπερτ Ουίλιαμς και η Μπέσσυ Αργυράκη. Ο Γιώργος μας ένωσε, μας καθοδήγησε και μας δίδαξε. Ήταν μαέστρος με όλη τη σημασία της λέξης, όχι μόνο στη μουσική αλλά και στη συνολική φιλοσοφία του εγχειρήματος. Το «Μάθημα Σολφέζ» ήταν ένα τραγούδι απολύτως πρωτότυπο. Δεν υπήρχε τότε κάτι παρόμοιο -και, θα έλεγα, δεν υπάρχει ούτε σήμερα. Δεν βασιζόταν μόνο στη μελωδία αλλά στη μουσική παιδεία, στην ιδέα και τη σύλληψη. Γι’ αυτό και απαιτούσε πολλή δουλειά. Κάναμε ατελείωτες πρόβες με πίστη ότι μπορούσαμε να φτάσουμε ψηλά, ακόμη και στην πρώτη θέση. Τελικά η πέμπτη θέση που κατακτήσαμε ήταν ιστορική για την Ελλάδα. Ήταν μια δικαίωση της προσπάθειας και της διαφορετικότητας του τραγουδιού. Το πιο συγκινητικό για μένα είναι ότι το «Μάθημα Σολφέζ» δεν έμεινε σε εκείνη τη χρονιά. Μέχρι σήμερα το τραγουδάω σε κάθε μου πρόγραμμα, το ξέρουν και τα μικρά παιδιά, το τραγουδούν μαζί μου. Και αυτό είναι ίσως η μεγαλύτερη επιβεβαίωση ότι εκείνη η στιγμή άφησε πραγματικό αποτύπωμα.
Υπάρχει κάποιο τραγούδι από τη σόλο διαδρομή σας που νιώθετε ότι σας «εκπροσωπεί» ακόμη απόλυτα;
Δεν είναι ένα. Είναι πολλά. Με συγκινεί όποιο τραγούδι έφτασε σε πολλούς ανθρώπους. Σήμερα όμως θεωρώ ότι το «Σχολείο» είναι ίσως το πιο διαχρονικό. Τραγουδιέται κάθε χρόνο, από γενιά σε γενιά. Θεωρώ κορυφαία στιγμή της δισκογραφίας μου το άλμπουμ «Εννέα τρόποι αγάπης». Με υπέροχες μουσικές, με τραγούδια όπως το «Μανάκι», το «Παραδώσου λοιπόν», το «Πες, πες, πες». Αυτά είναι τραγούδια ζωής.
Έχετε εμφανιστεί μπροστά σε πολλές γενιές κοινού. Τι αλλάζει και τι μένει ίδιο στον τρόπο που σας ακούν;
Το κοινό είναι ίδιο. Όταν του δίνεις κάτι καλό, το εισπράττει. Είτε είναι νέος είτε μεγαλύτερος. Η αγάπη είναι ίδια παντού. Εγώ πρώτα δίνω αγάπη και σεβασμό και μετά τα παίρνω πίσω πολλαπλασιασμένα.
Πώς βιώνετε σήμερα το πάλκο;
Ως ένα βήμα επικοινωνίας. Δουλεύω κάθε live πάρα πολύ συνειδητά. Τα τελευταία χρόνια παίζω ένα πρόγραμμα 2,5 ωρών, τόσο δομημένο και τόσο αγαπημένο από τον κόσμο που δεν το αλλάζω. Το ονόμασα «The Party Goes On». Και πράγματι ο κόσμος περνάει υπέροχα. Βλέπει έναν καλλιτέχνη που δίνεται ψυχή τε και σώματι.

Η κόρη σας, η Ζήνα, ακολουθεί μια διεθνή μουσική πορεία. Πώς νιώθετε βλέποντας τη διαδρομή της και πώς ήταν η μεταξύ σας καλλιτεχνική συνεργασία;
Η Ζήνα ήξερε από νωρίς τι θέλει. Όταν μου είπε ότι θέλει να γίνει μουσικός, της είπα «σπούδασε, πάρε τα πτυχία σου και θα έχεις την ευχή μου». Το έκανε. Σήμερα είναι μουσικοσυνθέτης, ζει στο Μπορντό, έχει το home studio της και συνεργάζεται με τη Universal σε παγκόσμιο επίπεδο, γράφοντας μουσικές για διεθνείς παραγωγές -ακόμη και η NASA έχει χρησιμοποιήσει έργα της σε ντοκιμαντέρ. Η σχέση μας στη μουσική ξεκίνησε πολύ νωρίς. Όταν ήταν μόλις 16 ετών τραγουδήσαμε μαζί το «Καταπληκτικοί», μια στιγμή που θυμάμαι με συγκίνηση. Δεν έγινε μουσικός επειδή είναι κόρη μου, αλλά επειδή το άξιζε. Η συνεργασία μας είναι απόλυτα φυσική. Στο «Ή εσύ ή εγώ» έγραψε τη μουσική και εγώ τους στίχους, ενώ στο άλμπουμ The New Diamonds 2025 έβαλε τη δική της αισθητική στις σύγχρονες διασκευές 10 κλασικών επιτυχιών, παντρεύοντας το χθες με το σήμερα.
Παρακολουθείτε τη νέα γενιά ελλήνων τραγουδιστών;
Ναι. Οι τράπερς έχουν πάρει τη μερίδα του λέοντος. Έχουν τεράστια απήχηση στη νεολαία. Δεν ξέρω αν αυτό το είδος θα μείνει κλασικό. Είναι μουσική που στηρίζεται περισσότερο στην αφήγηση παρά στη μελωδία. Παρόλα αυτά, βλέπω νέους που επιστρέφουν στο παλιό ρεπερτόριο. Ψάχνουν διαμάντια. Αυτό με χαροποιεί.
Πιστεύετε ότι σήμερα οι νέοι καλλιτέχνες έχουν περισσότερες ευκαιρίες;
Οι ευκαιρίες υπάρχουν πάντα, σε όλες τις γενιές. Και παλιά υπήρχαν χώροι για νέα ταλέντα. Σήμερα υπάρχουν τα talent shows, οι πλατφόρμες. Το θέμα είναι τι θα κάνεις με την ευκαιρία όταν σου εμφανιστεί.
Τι συμβουλή θα δίνατε σε έναν νέο τραγουδιστή;
Συνέπεια στον εαυτό του και στο κοινό. Δουλειά. Σεβασμό. Να μην κοιτάζει να ικανοποιήσει το «ψώνιο» του αλλά τον κόσμο. Και να μην απογοητεύεται. Αν το έχει, θα γίνει. Η παιδεία είναι πολύ σημαντική. Εγώ είμαι αυτοδίδακτος και το λέω με παράπονο: Αν είχα σπουδάσει, θα είχα κάνει ακόμη περισσότερα.
Αν έπρεπε να συνοψίσετε τη μουσική σας διαδρομή σε μία λέξη ή μία φράση, ποια θα ήταν;
Είμαι ευλογημένος.
Πώς νιώθετε που τραγουδάτε στην πόλη όπου ξεκίνησαν όλα μια τόσο συμβολική βραδιά, την παραμονή Χριστουγέννων στο Christmas Gala Dinner στο Hyatt;
Κάθε φορά που επιστρέφω στη Θεσσαλονίκη νιώθω ένα βάρος γλυκό. Το να τραγουδάω παραμονή Χριστουγέννων, μια τόσο ιδιαίτερη βραδιά, έχει έντονο συμβολισμό για μένα. Τα Χριστούγεννα είναι συναίσθημα, μνήμη, αγάπη. Και η Θεσσαλονίκη για μένα είναι ακριβώς αυτό -αν και έχει αλλάξει πολύ.
Αν σας ζητούσα μια τελευταία σκέψη για τον άνθρωπο και τον κόσμο που αλλάζει, ποια θα ήταν αυτή;
Πιστεύω πως η επόμενη παγκόσμια επανάσταση θα είναι μια επανάσταση υπέρ των συναισθημάτων. Οι νέες εποχές, όσο προχωρούν, τείνουν να τα παραμερίζουν, να τα αντικαθιστούν με μηχανές και ταχύτητα. Όμως ο άνθρωπος είναι γεννημένος με συναισθήματα και είναι το πρώτο και πιο ουσιαστικό του χαρακτηριστικό. Τα μηχανήματα μπορούν να λειτουργούν χωρίς αυτά, οι άνθρωποι όμως όχι.
Δεν ξέρω πότε θα ξεκινήσει αυτό το παγκόσμιο κίνημα, ούτε αν εγώ θα προλάβω να είμαι παρών. Δηλώνω όμως υποστηρικτής των συναισθημάτων. Τα χρειαζόμαστε. Χωρίς αυτά δεν μπορεί να υπάρξει ούτε τέχνη, ούτε μουσική, ούτε πραγματική ανθρώπινη επικοινωνία.
INFO
CHRISTMAS GALA DINNER
Παραμονή Χριστουγέννων με γιορτινό gala dinner, πεντάπιατο gourmet menu από τον Executive Chef Δημήτρη Φατίση και live μουσική από τον Πασχάλη Αρβανιτίδη και τη μπάντα του.
Ambrosia Restaurant, Hyatt Regency Thessaloniki
Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2025
Ώρα προσέλευσης: 21:00
135€ /άτομο | Παιδιά 0–6 δωρεάν | 6–12: 88€
Δημοσιεύητκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»