Της Νικολέττας Μπούκα
Ο Ηλίας και η Ειρήνη είναι δίδυμα αδέρφια, αχώριστα από τη στιγμή που γεννήθηκαν. Παίζουν μαζί, διαβάζουν μαζί, ακόμα και τις σκανδαλιές μαζί τις κάνουν. Μέχρι την ημέρα που η Ειρήνη αρρωσταίνει και μπαίνει στο νοσοκομείο. Στο μυαλό του Ηλία είναι ένας τρομακτικός και ψυχρός χώρος. Όμως η εικόνα αυτή αλλάζει, όταν η αδερφή του περιγράφει ότι πρόκειται για μια πόλη φροντίδας, έναν χώρο με ανθρώπους που φροντίζουν όσους έχουν ανάγκη. Μια Νοσοκομειούπολη!
Το βιβλίο «Περιπέτεια στη Νοσοκομειούπολη», το οποίο συνυπογράφουν οι παιδίατροι δρ. Σπύρος Μαζάνης και δρ. Όλγα Τζέτζη και η δημοσιογράφος Φλώρα Κασσαβέτη, είναι μια συλλογική απόπειρα των δημιουργών του να μετατρέψουν το φόβο σε ιστορία, την αγωνία σε παιχνίδι, το δάκρυ σε γνώση. Να δείξουν ότι το νοσοκομείο δεν είναι ένας ψυχρός τόπος, αλλά μια πόλη γεμάτη ανθρώπους που συνεργάζονται και φροντίζουν για την υγεία μας. Στην ουσία είναι ένας ύμνος στην ενσυναίσθηση και μια προσφορά προς όλα τα παιδιά που χρειάστηκε ή θα χρειαστεί να περάσουν την πόρτα ενός νοσοκομείου, όπως και σε όλους τους γονείς που στάθηκαν και θα σταθούν δίπλα τους σαν βράχοι, ακόμα κι αν νιώθουν να λυγίζουν.
«Πιστεύω βαθιά ότι τα παιδικά βιβλία μπορούν να αποτελέσουν εργαλεία δημόσιας υγείας. Η “Νοσοκομειούπολη” γεννήθηκε ανάμεσα σε δύο πραγματικότητες: σε παιδιά που παλεύουν για τη ζωή και σε παιδιά που φοβούνται το νοσοκομείο. Αν μπορέσουμε να μετατρέψουμε το φόβο σε κατανόηση, τότε έχουμε κάνει το πιο ουσιαστικό βήμα προς την υγεία», δηλώνει στην «Θεσσαλονίκη» η παιδίατρος, MD, PhD Όλγα Τζέτζη.
Η πρώτη παρουσίαση του βιβλίου θα πραγματοποιηθεί στις 9 Μαΐου στο Coffice και η δεύτερη στις 17 Μαΐου στο Παιδικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, σηματοδοτώντας την έναρξη μιας προσπάθειας να φτάσει αυτό το μήνυμα σε όσο το δυνατόν περισσότερα παιδιά και οικογένειες.
Πώς γεννήθηκε η ιδέα
Όπως περιγράφει η δρ. Τζέτζη, η ιστορία της «Περιπέτειας στη Νοσοκομειούπολη» δεν ξεκίνησε σε ένα γραφείο, αλλά από δύο διαφορετικούς κόσμους που συναντήθηκαν μέσα της.
«Ο πρώτος ήταν στη Νότια Μαδαγασκάρη. Εκεί όπου βρέθηκα ως επικεφαλής της ανθρωπιστικής επιστημονικής αποστολής «φροντίΖΩ τα παιδιά της Νότιας Μαδαγασκάρης» τον Αύγουστο του 2024 και ήρθα αντιμέτωπη με συνθήκες που δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς. Σε δημόσια νοσοκομεία, όπου οι συγγενείς των ασθενών μαγειρεύουν μόνοι τους, φροντίζουν τους δικούς τους ανθρώπους σε χώρους χωρίς βασικές υποδομές, χωρίς κρεβάτια ή στρώματα και μάλιστα πληρώνοντας για αυτές τις συνθήκες. Και ταυτόχρονα με μια πραγματικότητα ακόμα πιο σκληρή: την πρακτική του διαχωρισμού και της θανάτωσης διδύμων παιδιών λόγω δεισιδαιμονιών. Ως μητέρα διδύμων, αυτή η εικόνα με συγκλόνισε βαθιά. Εκεί, ένα ορφανοτροφείο δεν είναι απλώς ένας χώρος φιλοξενίας. Είναι ένα «καράβι σωτηρίας» για παιδιά που διαφορετικά δεν θα είχαν δικαίωμα στη ζωή», αναφέρει η δρ. Τζέτζη και συνεχίζει ότι «ο δεύτερος κόσμος ήταν πολύ πιο κοντά μου. Ήταν η στιγμή που βρέθηκα, όχι ως γιατρός, αλλά ως μητέρα, έξω από την πόρτα ενός νοσοκομείου. Όταν ένα από τα παιδιά μου χρειάστηκε να νοσηλευτεί λόγω αυτοάνοσου νοσήματος. Εκεί βίωσα από μέσα το φόβο της νοσηλείας, τον αποχωρισμό, την αγωνία, αλλά και την ανάγκη του παιδιού να καταλάβει τι του συμβαίνει. Ανάμεσα σε αυτές τις δύο εμπειρίες γεννήθηκε η ιδέα. Η ανάγκη να μιλήσουμε στα παιδιά για το νοσοκομείο με έναν τρόπο που να τα βοηθά να κατανοήσουν και να μη φοβούνται. Γιατί όταν το παιδί κατανοεί, φοβάται λιγότερο».

Εργαλείο αγωγής υγείας και πράξη προσφοράς
Το βιβλίο δεν αποτελεί μόνο ένα εργαλείο αγωγής υγείας, αλλά και μια πράξη προσφοράς. Το 50% των συγγραφικών εσόδων διατίθενται για τη στήριξη του ορφανοτροφείου διδύμων στην Τολιάρα της Νότιας Μαδαγασκάρης και το υπόλοιπο 50% για την ενίσχυση της Μονάδας Εντατικής Νοσηλείας Παίδων του πανεπιστημιακού νοσοκομείου Πατρών, στηρίζοντας τις οικογένειες παιδιών που νοσηλεύονται μακριά από τον τόπο κατοικίας τους.
Έτσι, η ιστορία αυτή ενώνει δύο κόσμους: από τα παιδιά που παλεύουν για το δικαίωμα στη ζωή, στα παιδιά που φοβούνται το νοσοκομείο και τελικά στην κοινή ανάγκη όλων για φροντίδα, κατανόηση και ελπίδα.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»