Με φόντο την προσπάθεια των νοικοκυριών για πιο οικονομικές αγορές, συνεχίζεται η περίοδος των χειμερινών εκπτώσεων του 2026, η οποία θα ολοκληρωθεί στις 28 Φεβρουαρίου, δίνοντας στους καταναλωτές την ευκαιρία να προμηθευτούν προϊόντα σε χαμηλότερες τιμές. Τα στοιχεία της αγοράς δείχνουν ότι περίπου 6 στους 10 καταναλωτές πραγματοποιούν αγορές μέσα στην εκπτωτική περίοδο, με βασικό στόχο την κάλυψη προσωπικών και οικογενειακών αναγκών.
Η μεγαλύτερη αγοραστική κίνηση καταγράφεται στον τομέα της ένδυσης και της υπόδησης, ενώ ακολουθούν τα προϊόντα τεχνολογίας και τα είδη για το σπίτι. Παρ’ όλα αυτά, η πίεση από το αυξημένο κόστος βασικών αγαθών και υπηρεσιών οδηγεί σε πιο προσεκτικές επιλογές, με τους καταναλωτές να αναζητούν μεγάλες εκπτώσεις και πιο συμφέρουσες προσφορές, κυρίως στο διαδίκτυο.
Καθ’ όλη τη διάρκεια των εκπτώσεων ισχύει συγκεκριμένο πλαίσιο κανόνων, που έχει στόχο τη διαφάνεια στις τιμές. Βασική υποχρέωση των επιχειρήσεων είναι η καθαρή αναγραφή της «προγενέστερης τιμής», δηλαδή της χαμηλότερης τιμής στην οποία πωλήθηκε το προϊόν κατά τις 30 ημέρες πριν από την έναρξη της έκπτωσης. Η προτεινόμενη λιανική τιμή του κατασκευαστή δεν επιτρέπεται να εμφανίζεται ως τιμή αναφοράς που υποδηλώνει προηγούμενη τιμή πώλησης του καταστήματος, αλλά μόνο συγκριτικά, χωρίς να δημιουργείται σύγχυση για την πραγματική τιμή πριν από την έκπτωση.
Κατά την εκπτωτική περίοδο:
- Είναι υποχρεωτική η ευκρινής αναγραφή τόσο της παλαιάς όσο και της νέας μειωμένης τιμής.
- Επιτρέπεται η αναγραφή του ποσοστού έκπτωσης.
- Εφόσον οι εκπτώσεις αφορούν ποσοστό άνω του 60% των προϊόντων, το ποσοστό ή το εύρος («από …% έως …%») πρέπει να αναγράφεται στην προθήκη και σε κάθε μορφή εμπορικής επικοινωνίας.
- Αν οι εκπτώσεις αφορούν συγκεκριμένα είδη, αυτό οφείλει να δηλώνεται ρητά.
- Στα καταστήματα STOCK ή OUTLET είναι υποχρεωτική η αναγραφή της διαγραμμένης παλαιάς τιμής και της νέας τιμής, ενώ κατά την περίοδο των εκπτώσεων πρέπει να εμφανίζονται διαγραμμένες και οι ενδιάμεσες τιμές.
- Οι έλεγχοι αναμένεται να είναι εντατικοί. Σε περιπτώσεις ανακριβών ή παραπλανητικών εκπτώσεων, τα πρόστιμα μπορεί να φθάσουν έως το 2% του ετήσιου κύκλου εργασιών της επιχείρησης, με κατώτατο όριο τις 20.000 ευρώ. Σε περίπτωση υποτροπής εντός πενταετίας, το ποσοστό δύναται να αυξηθεί στο 4%.