Σεισμική δραστηριότητα που εντάσσεται σε μια ευρύτερη ακολουθία καταγράφεται στο Άγιο Όρος, μετά τη δόνηση που σημειώθηκε χθες (Τετάρτη) το βράδυ, με τους επιστήμονες να εμφανίζονται επιφυλακτικοί ως προς την εξέλιξη του φαινομένου.
Όπως επισημαίνει ο διδάκτορας σεισμολογίας του ΑΠΘ, Οδυσσέας Γαλάνης, με δηλώσεις του στο thitanews.gr, η περιοχή παρουσιάζει δραστηριότητα ήδη από τον Απρίλιο του 2024, ωστόσο «ως ακολουθία μπορούμε να τη δούμε πιο καθαρά από τη χθεσινή δόνηση και μετά».
Σύμφωνα με τον ίδιο, αμέσως μετά τον κύριο σεισμό καταγράφηκαν μετασεισμοί, κυρίως μέσα στην πρώτη ώρα, οι οποίοι ωστόσο όπως επισημαίνεται «είναι μικρότεροι σεισμοί, όπως συμβαίνει συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις».
Αναφορικά με το αν η χθεσινή δόνηση μπορεί να χαρακτηριστεί ως ο κύριος σεισμός, ο κ. Γαλάνης τονίζει ότι είναι ακόμη νωρίς για ασφαλή συμπεράσματα. «Όσο περνάει ο χρόνος αυξάνεται η πιθανότητα να πρόκειται για τον κύριο σεισμό, αλλά αυτό επιβεβαιώνεται εκ των υστέρων», εξηγεί.
Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι ο χαρακτηρισμός ενός σεισμού ως κύριου ή μετασεισμού γίνεται πάντα μετά την εξέλιξη της ακολουθίας και με βάση το ποιος είναι ο μεγαλύτερος σε μέγεθος.
Ο ίδιος ξεκαθαρίζει ότι η επιστημονική κοινότητα παρακολουθεί διαρκώς το φαινόμενο, ανεξάρτητα από την επικαιρότητα. «Δεν υπάρχει τρόπος να γνωρίζουμε τι θα ακολουθήσει», αναφέρει χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας πάντως ότι η περιοχή έχει δώσει και στο παρελθόν ισχυρότερες δονήσεις, με μία εξ αυτών να καταγράφεται το καλοκαίρι του 2025.
Παπαζάχος: Δεν υπάρχουν ιστορικά σεισμικά δεδομένα για την περιοχή
Σε δηλώσεις του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο καθηγητής σεισμολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Κώστας Παπαζάχος επιβεβαιώνει πως ο χθεσινός σεισμός στο Άγιον Όρος, έντασης 4,9 Ρίχτερ δεν μπορεί να χαρακτηριστεί με βεβαιότητα ως κυρίως σεισμός ενώ με επιφύλαξη επισήμανε το ενδεχόμενο να γίνει και κάποιος μεγαλύτερος. Τόνισε μάλιστα πως στη συγκεκριμένη περιοχή του Αγίου Όρους δεν υπάρχουν ιστορικά σεισμικά δεδομένα ώστε να κατευθύνουν τους σεισμολόγους, ενώ η οικοδομική κατάσταση των κτιρίων έρχεται να επιβαρύνει το πρόβλημα.
«Το πρόβλημα στην περιοχή είναι ότι στο βόρειο τμήμα της περιοχής του Αγίου Όρους δεν έχουμε καμία καλή εικόνα ούτε από ιστορικά, ούτε από δεδομένα για την σεισμικότητα, δηλαδή δεν είναι μία περιοχή ιδιαίτερα σεισμογενής και σημαντική που να ξέρουμε το ιστορικό δυναμικό, ούτε τα ρήγματα της περιοχής είναι καλά γνωστά. Φαίνεται πως είναι ένα ρήγμα παράλληλο με τις ακτές και οι μηχανισμοί δείχνουν ότι είναι ένα κανονικό ρήγμα, αλλά δεν ξέρουμε περισσότερες λεπτομέρειες. Συνεπώς δεν μπορεί εύκολα να εκτιμηθεί αν μπορεί να γίνει κάποιος ισχυρότερος σεισμός, όμως δεν μπορεί και το ενδεχόμενο αυτό να αποκλειστεί. Η συγκεκριμένη περιοχή έχει κάποια ρήγματα σίγουρα, παρόλο που δεν είναι καλά χαρτογραφημένα» ανέφερε χαρακτηριστικά.
Το δεύτερο πρόβλημα, σύμφωνα με τον ίδιο είναι πως τα κτίρια στην περιοχή είναι μνημειακά, ιστορικά, που δεν έχουν τα εχέγγυα της δομικής επάρκειας. Κατασκευάστηκαν με κάποιες οικοδομικές εμπειρικές τεχνικές που χρησιμοποιούσαν οι μοναχοί στην περιοχή του Αγίου Όρους, αλλά δεν έχουν την επάρκεια όπως ένα σύγχρονο κτίριο που χτίζεται στη Θεσσαλονίκη από μπετόν. Είναι κτίρια ευαίσθητα και αυτό κάνει το πρόβλημα αρκετά πιο δύσκολο.
Οι ειδικοί παραμένουν σε επιφυλακή, με τη σεισμική δραστηριότητα να αξιολογείται συνεχώς τις επόμενες ώρες και ημέρες.
Με πληροφορίες από ΑΠΕ/ΜΠΕ