Ο Σίλας Σεραφείμ, από τους πρωτοπόρους του stand-upcomedy στην Ελλάδα, μιλά για τη διαδρομή του, τη σχέση του με τη Θεσσαλονίκη και τη σύγχρονη σάτιρα, με αφορμή την παράσταση «ΔΕΝ ΚΡΙΝΩ», που παρουσιάζει στη Θεσσαλονίκη.
Της Χιονίας Βλάχου Μπλιάτκα
Ο Σίλας Σεραφείμ ανήκει στην κατηγορία καλλιτεχνών που συνέβαλαν ενεργά στη διαμόρφωση ενός νέου τρόπου έκφρασης. Με παρουσία τριών δεκαετιών στη σκηνή, στο θέατρο, στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, παραμένει ένας δημιουργός που επιλέγει συνειδητά τη «σαφή θέση» και την προσωπική ευθύνη του λόγου του.
Γεννήθηκε το 1968 στην Κομοτηνή και μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου οι επαγγελματικές προοπτικές ήταν συγκεκριμένες και κοινωνικά προκαθορισμένες. Όπως έχει επισημάνει, οι περισσότεροι γύρω του ακολουθούσαν «συμβατικές, απλές δουλειές. Δικηγόρος, γιατρός κ.λπ.», ενώ η επιλογή της υποκριτικής έμοιαζε σχεδόν εξωπραγματική. Παρ’ όλα αυτά, ήδη από τα μαθητικά του χρόνια, το θέατρο λειτούργησε γι αυτόν ως διέξοδος και εργαλείο έκφρασης.
Στο λύκειο γράφει επιθεώρηση, ενώ αργότερα, ως φοιτητής, συμμετέχει στη θεατρική ομάδα της ΧΑΝΘ, καλλιεργώντας σταδιακά μια σχέση με τη σκηνή που τον ακολουθεί μέχρι σήμερα.
Η Θεσσαλονίκη αποτελεί τον πρώτο μεγάλο σταθμό της ενήλικης ζωής του. Σπουδάζει στο School of Business Administration and Liberal Arts, σπουδές που, όπως λέει, δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ. «Όπως οφείλει κάθε σοβαρός καλλιτέχνης, χρωστάω κι εγώ μερικά μαθήματα», αναφέρει.
Ακολουθεί η Δραματική Σχολή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, η οποία του προσφέρει μια στέρεη θεατρική παιδεία και τον φέρνει σε επαφή με τη θεσμική πλευρά του θεάτρου.
Η πρώτη επαγγελματική του εμφάνιση στο θέατρο ήρθε το 1991, στους «Αχαρνείς» του Αριστοφάνη, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Έξαρχου, με το ΚΘΒΕ. Ο ίδιος θυμάται εκείνη την εμπειρία χωρίς εξιδανίκευση: κομπάρσος, με ένα κοντάρι στο χέρι! «Σ’ αυτή την παράσταση ήταν και ο Φάνης Μουρατίδης… κοντάρι κι αυτός», λέει με χιούμορ αφήνοντας να εννοηθεί ότι αυτή η εμπειρία λειτούργησε περισσότερο ως μάθημα ταπεινότητας παρά ως διάκριση. Στο θέατρο άλλωστε δεν ξεκινάς από τους πρωταγωνιστικούς ρόλους αλλά από τη συμμετοχή.
Το 1994 εγκαθίσταται μόνιμα στην Αθήνα όπου ξεκινά ένας κύκλος εντατικής εργασίας: συμμετοχές σε τηλεοπτικές σειρές, κυρίως με μικρούς ρόλους, διαφημίσεις, αλλά και ενασχόληση με το ραδιόφωνο. Δεν διακόπτει τη σχέση του με το θέατρο ενώ συνεργάζεται συχνά με το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κομοτηνής, ιδιαίτερα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.
Ξεχωριστή θέση στη διαδρομή του κατέχει η συνεργασία του με τον Κώστα Βουτσά, την οποία ο ίδιος περιγράφει ως εμπειρία ουσιαστικής μαθητείας, Χαρακτηριστικά λέει πως σε μία θεατρική σεζόν έμαθε όσα δεν του έμαθε η σχολή κατά τη διάρκεια της φοίτησής του.
Παράλληλα, την ίδια περίοδο, βρίσκεται στο επίκεντρο μιας ευδιάκριτης προσπάθειας άλλης έκφρασης για τη σύγχρονη ελληνική κωμωδία. Μαζί με τη Λουκία Ρικάκη και μια μικρή ομάδα καλλιτεχνών, συμμετέχει στη γέννηση του stand-up comedy στην Ελλάδα. Πριν το stand-up αποκτήσει αυτόνομη φόρμα στην Ελλάδα, υπήρχαν ήδη φτασμένοι δημιουργοί όπως ο Τζίμης Πανούσης, ο Λάκης Λαζόπουλος, ο Χάρρυ Κλυνν κ.α , οι οποίοι, όπως λέει ο Σίλας, αν βρίσκονταν στην Αγγλία ή την Αμερική, θα έκαναν καθαρό stand-up χωρίς δεύτερη σκέψη.
Οι καλλιτεχνικές του αναφορές δεν είναι τυχαίες. Ηλιόπουλος, Κωνσταντάρας, Χατζηχρήστος, Λογοθετίδης. «Ίσως υποσυνείδητα να τους μιμούμαι. Ταυτίστηκα πολλές φορές μαζί τους. Έχω πάρει πολλά πράγματα απ’ όλους αυτούς τους ηθοποιούς», αναφέρει χαρακτηριστικά
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, εξελίσσεται και η στάση του απέναντι στη σάτιρα. Δεν τον ενδιαφέρει το εύκολο αστείο, ούτε η πρόκληση για την πρόκληση. Τον ενδιαφέρει να μιλά για πράγματα που όλοι γνωρίζουν, που βρίσκονται ήδη στην κοινωνική ατζέντα, χωρίς να τα ωραιοποιεί ή να τα «στρογγυλεύει», δίνοντας έμφαση στην κοινή εμπειρία και όχι στην κατασκευή εντυπώσεων.
Πιστεύει ότι ο καλλιτέχνης, όταν έχει δημόσιο λόγο, οφείλει να παίρνει θέση και ο λόγος του να είναι σαφής και χωρίς υπεκφυγές. «Η αλήθεια είναι επικίνδυνη καμιά φορά», σημειώνει, περιγράφοντας μια πραγματικότητα που γνωρίζει καλά όποιος επιλέγει να εκτίθεται δημόσια. Αλλά αν δεν ειπωθεί η αλήθεια, χάνει το νόημά της.
Δεν στήριξε ποτέ την καριέρα του στην τηλεόραση και δεν το μετάνιωσε. Αντίθετα, θεωρεί ότι αυτή η απόσταση του έδωσε ελευθερία. Να μην εξαρτάται από κανέναν άλλον πέρα από τον εαυτό του. Να μπορεί να συγκρουστεί, να σατιρίσει, να εκφράσει γνώμη χωρίς να υπολογίζει το κόστος. Η σάτιρά του δεν είναι «ρεπορτάζ με υπονοούμενα». Είναι τρόπος να διαχειρίζεται κοινούς τόπους , να τους περνά από το φίλτρο της σκηνής και να τους επιστρέφει στο κοινό αλλιώς.
Θεωρεί τον εαυτό του ως «τετράγωνο άνθρωπο», δηλαδή με «γωνίες». Ξέρεις πού θα τον βρεις, τι θα υποστηρίξει, τι δεν θα δεχτεί. «Είμαι πεισματάρης, ισχυρογνώμων, συχνά μονοκόμματος. Δεν έχω καμπύλες και γι αυτό δεν προσαρμόζομαι εύκολα.», αναφέρει και καταλήγει «Θεωρώ σημαντικό να μπορείς να λες αυτό που πιστεύεις, και ακόμα σημαντικότερο αν αυτό που πιστεύεις τυχαίνει να είναι και το σωστό »
Και ίσως, τελικά, αυτός ο «τετράγωνος» τρόπος να είναι ευκαιρία να πεις αλήθειες σε μια εποχή που όλα τείνουν να γίνουν… στρόγγυλα.

5 Ερωτήσεις στον Σίλα Σεραφείμ
Ξεκινήσατε το stand–up comedy στην Ελλάδα το 1994, σε μια εποχή που το είδος ήταν σχεδόν άγνωστο. Γιατί;
Η κωμωδία έχει λαμπρή παράδοση στην Ελλάδα, αλλά όχι η καθαρή φόρμα του stand-up. Υπήρχαν σόλο, υπήρχε η επιθεώρηση, υπήρχαν μεγάλοι κωμικοί, αλλά όλα αυτά ήταν ενταγμένα σε άλλες δομές. Δεν υπήρχε ο αυτόνομος καλλιτέχνης που ανεβαίνει μόνος του και μιλά απευθείας στον θεατή.
Το 1994 η επιθεώρηση είχε αρχίσει να φθίνει και το stand-up ήρθε και σιγά σιγά στάθηκε μόνο του. Με ένα μικρόφωνο και έναν προβολέα μπορούσες να κάνεις παράσταση, χωρίς σκηνικά, χωρίς θιάσους, χωρίς μεγάλο οικονομικό ρίσκο. Δεν υπήρχε ίντερνετ, δεν ξέραμε τι ακριβώς να κάνουμε.
Ήμασταν αυτοδίδακτοι, ψάχναμε βιντεοκασέτες από το εξωτερικό για να καταλάβουμε κι εμείς τη φόρμα. Σήμερα ένας νέος κωμικός μπορεί να δει τα πάντα, να μάθει τα πάντα. Αυτό αλλάζει ριζικά το παιχνίδι.
Η Θεσσαλονίκη υπήρξε πόλη σπουδών και πρώτων επαγγελματικών εμπειριών. Τι ρόλο έπαιξε;
Η Θεσσαλονίκη υπήρξε κόμβος στη ζωή μου. Εκεί βρέθηκα σε μια ηλικία πολύ κρίσιμη, από τα 21 μέχρι τα 26. Εκεί τελειώνει η εφηβεία και ξεκινά η πραγματική ενηλικίωση. Ήταν η πρώτη μου βάση, η αφετηρία μου. Πήρα πράγματα από το Κρατικό Θέατρο, από τη σχολή, από τους δασκάλους, από τους φίλους, και την ιδιαίτερη ταυτότητα της πόλης, που συνδυάζει παράδοση και πρόοδο με έναν περίεργο τρόπο.
Από ένα σημείο και μετά όμως, για αυτά που ήθελα να κάνω, έπρεπε να φύγω και η Αθήνα ήταν το επόμενο βήμα. Τότε η Θεσσαλονίκη θα με περιόριζε. Δεν υπήρχαν ακόμη οι δομές για αυτά που με ενδιέφεραν. Σήμερα θα μπορούσα να με δω ξανά στη Θεσσαλονίκη αλλά η δουλειά και η οικογένεια το κάνουν πιο δύσκολο. Η σχέση μου μαζί της παραμένει ζωντανή και συναισθηματική.
Από θέατρο και τηλεόραση μέχρι ραδιόφωνο και stand–up. Ποιο σας άγγιξε βαθύτερα και ποιο σας κράτησε πιο ελεύθερο;
Το stand-up, χωρίς δεύτερη σκέψη. Εκεί χτίζεις αυτοπεποίθηση. Είσαι μόνος σου, με δικό σου κείμενο, μπροστά σε κόσμο live και πρέπει να σταθείς. Αυτό σε “δυναμώνει” σαν καλλιτέχνη. Αν τους κάνεις να γελάσουν, ξέρεις ότι αυτό που κάνεις δουλεύει. Αν όχι, το καταλαβαίνεις αμέσως. Δεν υπάρχει ασφάλεια. Και στο stand-up είσαι τα πάντα: συγγραφέας, σκηνοθέτης, ηθοποιός. Δεν βασίζεσαι σε λόγια άλλων. Αυτό σου δίνει ελευθερία αλλά και ευθύνη. Και αυτή η εμπειρία σε ακολουθεί παντού.
Στην παράσταση «ΔΕΝ ΚΡΙΝΩ» τι θέλετε να πάρει μαζί του ο θεατής φεύγοντας;
Η παράσταση μιλά για τον «ορθοπολιτισμό», το cancelculture, τα άκρα του «woke», αλλά και για την τοξική αρρενωπότητα. Μιλά για τις αντιφάσεις της εποχής μας. Από το ρεμπέτικο μέχρι την trap, από την έμφυλη βία μέχρι τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών.
Ο τίτλος «ΔΕΝ ΚΡΙΝΩ» δεν σημαίνει «δεν έχω άποψη». Σημαίνει ότι λέω τη δική μου άποψη με αστείο τρόπο και αφήνω τον θεατή να βγάλει το δικό του συμπέρασμα.
Δεν ανεβαίνω με άλλα λόγια στη σκηνή για να πω στον κόσμο τι να πιστέψει. Θέλω οπωσδήποτε να γελάσει, αλλά θέλω και να σκεφτεί. Να φύγει με κάτι που δεν το είχε δει έτσι. Όχι να συμφωνήσει απαραίτητα, αλλά να προβληματιστεί.
Τα social media και το TikTok είναι προέκταση της σκηνής ή κάτι τελείως διαφορετικό;
Είναι άλλος χώρος, με άλλους κανόνες. Στη σκηνή ο κόσμος σε επιλέγει. Πληρώνει, έρχεται, ξέρει πάνω-κάτω τι πάει να δει. Στα social ο καθένας γράφει ό,τι του κατέβει, συχνά πράγματα που δεν θα έλεγε ποτέ από κοντά. Εκεί υπάρχει θόρυβος. Αν κάποιος κάνει μια σοβαρή, έξυπνη ή ουσιαστική παρατήρηση, θα απαντήσω. Αλλά το liveπαραμένει το πιο καθαρό τεστ. Εκεί δεν κρύβεται κανείς, ούτε ο καλλιτέχνης ούτε ο θεατής.
INFO
Σίλας Σεραφείμ | ΔΕΝ ΚΡΙΝΩ
19 Ιανουαρίου, 19:15 και 21:15
20 Ιανουαρίου, 21:15