Μπορεί ένα βιβλίο γραμμένο σε μια «μικρή» γλώσσα να ταξιδέψει πέρα από τα σύνορα της χώρας του και να βρει αναγνώστες σε ολόκληρο τον κόσμο; Πόσο κρίσιμος είναι ο ρόλος της μετάφρασης ώστε οι λιγότερο προβεβλημένες λογοτεχνίες να αποκτήσουν διεθνή παρουσία;
Αυτά τα ερωτήματα βρέθηκαν στο επίκεντρο συζήτησης που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της 22ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης (ΔΕΒΘ), με τη συμμετοχή εκδοτών, μεταφραστών και εκπροσώπων ευρωπαϊκών φορέων. Η κουβέντα περιστράφηκε γύρω από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι μικρές αγορές βιβλίου, την έλλειψη εξειδικευμένων μεταφραστών, αλλά και τις δυνατότητες που προσφέρουν τα ευρωπαϊκά προγράμματα χρηματοδότησης για τη διάδοση της λογοτεχνίας.
«Είναι πολύ δύσκολο να διατηρήσουμε τη λογοτεχνία μας ζωντανή και ακόμη δυσκολότερο να τη διαδώσουμε», ανέφερε η Hripsime Madoyan από τον εκδοτικό οίκο Antares της Αρμενίας, περιγράφοντας την κατάσταση στη χώρα της. Όπως εξήγησε, παρότι στην Αρμενία είναι καταγεγραμμένοι περίπου 500 εκδοτικοί οίκοι, η πραγματική δραστηριότητα περιορίζεται σε περίπου δέκα εκδότες και δύο λογοτεχνικά πρακτορεία.
Η ίδια σημείωσε ότι το 80% της λογοτεχνίας που εκδίδεται στην Αρμενία είναι μεταφρασμένα έργα, γεγονός που, όπως είπε, βοηθά τη χώρα να έρθει σε επαφή με νέες ιδέες και πολιτισμούς. Ωστόσο, ο βασικός στόχος παραμένει η εξωστρέφεια της αρμενικής λογοτεχνίας. «Το σημαντικότερο δεν είναι μόνο να μεταφράζουμε ξένη λογοτεχνία, αλλά να κάνουμε τον κόσμο να γνωρίσει εμάς, τη λογοτεχνία μας και τον πολιτισμό μας», τόνισε.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στον ρόλο του μεταφραστή, τον οποίο χαρακτήρισε κάτι πολύ περισσότερο από έναν «τεχνικό» της γλώσσας. «Η μετάφραση είναι γέφυρα, αλλά γέφυρα είναι και ο ίδιος ο μεταφραστής. Δεν μεταφέρει απλώς λέξεις. Πρέπει να γνωρίζει τον πολιτισμό, τις παραδόσεις και τον τρόπο ζωής της χώρας από την οποία μεταφράζει», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η έλλειψη μεταφραστών αποτελεί, άλλωστε, ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα για μικρές γλωσσικές κοινότητες. Όπως είπε η κ. Madoyan, στην Αρμενία υπάρχουν ελάχιστοι επαγγελματίες που μπορούν να μεταφράσουν από γλώσσες όπως τα ιαπωνικά ή τα κινεζικά, ενώ από τα ελληνικά δραστηριοποιούνται μόλις τρεις μεταφραστές.
Από την πλευρά της Τσεχίας, η Veronika Chaloupkova από τον εκδοτικό οίκο Argo Publishers παρουσίασε την εικόνα της τσέχικης αγοράς βιβλίου, μιας χώρας με περίπου 10,5 εκατομμύρια κατοίκους και περισσότερους από 6.000 καταγεγραμμένους εκδότες, αν και μόνο ένα μέρος αυτών είναι ενεργό. Όπως ανέφερε, στην Τσεχία εκδίδονται κάθε χρόνο περίπου 12.000 – 13.000 νέοι τίτλοι, ενώ λειτουργούν περίπου 500 βιβλιοπωλεία. Η μέση τιμή βιβλίου είναι περίπου 14 ευρώ, ενώ τα audiobooks και τα e-books αντιστοιχούν πλέον στο 10% της αγοράς. Η ίδια στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία των διεθνών εκθέσεων βιβλίου και των fellowship προγραμμάτων, τα οποία διευκολύνουν τη δικτύωση μεταξύ εκδοτών, μεταφραστών και λογοτεχνικών πρακτόρων.
Στη συζήτηση παρουσιάστηκαν και οι δυνατότητες του προγράμματος Creative Europe, του βασικού χρηματοδοτικού εργαλείου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον πολιτιστικό και δημιουργικό τομέα. Ο Simeon Aleksandar από το Creative Europe Desk της Βουλγαρίας εξήγησε ότι η ειδική δράση για την κυκλοφορία ευρωπαϊκών λογοτεχνικών έργων αφορά αποκλειστικά τη μετάφραση, έκδοση, διανομή και προώθηση έργων μυθοπλασίας.
Όπως ανέφερε, οι βασικές προτεραιότητες του προγράμματος είναι η ενίσχυση λιγότερο διαδεδομένων γλωσσών, η στήριξη των μεταφραστών, η προώθηση της ανάγνωσης και η ανάπτυξη συνεργασιών μεταξύ φορέων του βιβλίου σε διαφορετικές χώρες. «Αν θέλεις να είσαι μέρος του οικοσυστήματος του Creative Europe, πρέπει να συνεργάζεσαι με διαφορετικές χώρες, διαφορετικές εθνικότητες και ανθρώπους από διαφορετικά λογοτεχνικά οικοσυστήματα», σημείωσε ο κ. Aleksandar, υπογραμμίζοντας ότι η λογοτεχνική μετάφραση αποτελεί πρωτίστως πεδίο διεθνών συνεργασιών.
«Το πρόγραμμα δεν στηρίζει απλώς καλές μεταφράσεις. Στηρίζει την κυκλοφορία ιδεών, αφηγήσεων και φωνών σε ολόκληρη την Ευρώπη», επισήμανε από την πλευρά του ο Κώστας Τρακόσας από το Creative Europe Desk Ελλάδας. Όπως εξήγησε, μια επιτυχημένη πρόταση δεν αρκεί να περιλαμβάνει μια λίστα βιβλίων προς μετάφραση, αλλά χρειάζεται σαφή εκδοτική και επιμελητική ταυτότητα, καθώς και μια ξεκάθαρη απάντηση στο γιατί αυτά τα έργα αξίζει να ταξιδέψουν πέρα από τα εθνικά τους σύνορα.
Η συζήτηση ανέδειξε τελικά κάτι περισσότερο από τις τεχνικές ή οικονομικές διαστάσεις της μετάφρασης. Ανέδειξε τον τρόπο με τον οποίο τα βιβλία λειτουργούν ως μέσο πολιτιστικής σύνδεσης, επιτρέποντας σε μικρές γλώσσες και λιγότερο γνωστές λογοτεχνίες να αποκτήσουν ορατότητα και θέση στον παγκόσμιο λογοτεχνικό χάρτη.
Πηγή: ΑΠΕ/ΜΠΕ