του ΘΑΝΟΥ ΧΕΡΧΕΛΕΤΖΗ
Η επίσκεψη του Πάπα Λέοντα ΙΔ΄ στην Κωνσταντινούπολη στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τη συμπλήρωση 1.700 χρόνων από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας, αποτέλεσε ιστορική στιγμή υψηλού συμβολισμού, όχι μόνο για τον διάλογο μεταξύ των χριστιανικών δογμάτων, αλλά και για τη θέση των θρησκευτικών παραδόσεων σε έναν κόσμο που αλλάζει με ταχείς ρυθμούς.
Η συνάντηση του Πάπα με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο και η από κοινού υπογραφή κοινής δήλωσης ανέδειξαν την επιθυμία της επαναπροσέγγισης μεταξύ Ρώμης και Φαναρίου μέσα από ένα κλίμα αμοιβαίου σεβασμού και προσεκτικής, αλλά σταθερής σύγκλισης.
Παρά την ιστορική βαρύτητα της στιγμής, η επίσκεψη δεν περιορίστηκε σε συμβολικές χειρονομίες. Ανέδειξε ζητήματα που απασχολούν την ευρύτερη περιοχή: τη θέση των χριστιανικών μειονοτήτων στη Μέση Ανατολή, την ανάγκη θρησκευτικής ελευθερίας, αλλά και τον ρόλο των Εκκλησιών ως φορέων ειρήνης σε περιόδους πολιτικών εντάσεων. Η Κωνσταντινούπολη -σταυροδρόμι πολιτισμών και αντιθέσεων- λειτούργησε ως ιδανικό σκηνικό για να φωτιστούν τα παραπάνω με μεγαλύτερη καθαρότητα.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο της επίσκεψης ήταν η ξεκάθαρη δήλωση εκ μέρους και των δύο πλευρών της σημασίας της προσπάθειας γεφύρωσης μεταξύ των δύο Εκκλησιών μέσω της προσωπικής επαφής και της πνευματικής οικειότητας των δύο προκαθημένων. Οι κοινές προσευχές, η κοινή παρουσία τους στη Νίκαια και οι δημόσιες δηλώσεις τους κατέδειξαν ότι η ενότητα δεν επιδιώκεται μέσα από θεαματικές εξαγγελίες, αλλά μέσω μικρών, σταθερών βημάτων που καλλιεργούν την εμπιστοσύνη. Η στάση των δύο εκκλησιαστικών ηγετών έστειλε μήνυμα ενότητας όχι μόνο προς τους πιστούς, αλλά και προς τη διεθνή κοινότητα, υπενθυμίζοντας ότι ο διάλογος αποτελεί ισχυρό αντίδοτο στην ένταση και στη ρητορική του διχασμού.
Οι προκλήσεις
Ωστόσο, η επίσκεψη δεν έμεινε χωρίς προκλήσεις. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι αν και προσκλήθηκαν να συμμετάσχουν, τελικά δεν παρευρέθηκαν στην Κωνσταντινούπολη ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων και ο Πατριάρχης Αντιοχείας. Για την απουσία των δύο Πατριαρχών ειπώθηκαν και γράφηκαν πολλά, όπως η επιρροή της Ρωσίας στις περιοχές όπου ασκούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Άποψη που θα μπορούσε να ενισχυθεί λαμβάνοντας υπόψιν ότι Οικουμενικός Πατριάρχης και πάπας καταδίκασαν τον πόλεμο στην Ουκρανία…
Η επίσκεψη του πάπα στην Κωνσταντινούπολη μπορεί να θεωρηθεί επιτυχής, όχι γιατί έλυσε μακροχρόνια προβλήματα, αλλά γιατί ανέδειξε μια νέα κουλτούρα διαλόγου. Μια κουλτούρα που, σε μια εποχή όπου η θρησκεία συχνά εργαλειοποιείται, θυμίζει πως η πνευματικότητα μπορεί να συνδέει αντί να διχάζει. Και αυτή ίσως να είναι η σημαντικότερη παρακαταθήκη της.
Μακρύς ο δρόμος
Πάντως ο δρόμος που πρέπει να διανυθεί μέχρι να φτάσουμε στον κοινό εορτασμό του Πάσχα και στην επίλυση των διαφορών μεταξύ των δύο Εκκλησιών είναι μακρύς και σίγουρα όχι εύκολος, καθώς τα ζητήματα που πρέπει να επιλυθούν είναι τόσο πνευματικά, όσο και πρακτικά. Και στην πορεία αυτή οι προκαθήμενοι των δύο Εκκλησιών κάλεσαν σε σύσσωμη συμπόρευση πιστούς και κληρικούς.
Να σημειωθεί πως οι πρώτες σκέψεις για την κοινή παρουσία των προκαθήμενων των δύο Εκκλησιών στη Νίκαια είχαν γίνει ήδη από το 2014, όταν ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος προσκάλεσε τότε τον πάπα Φραγκίσκο να τιμήσουν μαζί την επέτειο των 1.700 χρόνων από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο. Ο σχεδιασμός που ακολούθησε ήταν η επίσκεψη στη Νίκαια να ακολουθήσει το Πάσχα, καθώς φέτος συνέπεσε το Πάσχα καθολικών και των ορθοδόξων.
Ωστόσο, η άσχημη κατάσταση της υγείας του πάπα Φραγκίσκου και ο θάνατός του δεν επέτρεψαν να υλοποιηθεί ο σχεδιασμός αυτός. Ο κ. Βαρθολομαίος έθεσε το θέμα στον νέο πάπα κατά τη συνάντηση που είχαν στο Βατικανό μετά την ενθρόνισή του και ο νέος ποντίφικας την αποδέχθηκε.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»