Της Χιονίας Βλάχου – Μπλιάτκα
Ο Διογένης Δασκάλου έχει χαράξει μια πορεία που δεν στηρίχθηκε σε έτοιμες διαδρομές ούτε σε ασφαλείς ρόλους. Η παρουσία του στη μουσική και τη σάτιρα διαμορφώθηκε μέσα από επιλογές που προέκυψαν ως στάση ζωής και όχι από «στρατηγική καριέρας».
Στο επίκεντρο αυτής της διαδρομής, απέναντι στο έργο, τον λόγο και το κοινό, έδειξε συνέπεια.
Γεννήθηκε στις Σέρρες το 1965 και ήρθε από πολύ νωρίς σε επαφή με τη μουσική. Στα εννιά του χρόνια ξεκινά σαξόφωνο στη φιλαρμονική του δήμου Σερρών, ενώ παράλληλα παρακολουθεί μαθήματα θεωρίας στο ωδείο της πόλης. Η μουσική, ήδη από την παιδική ηλικία λειτουργεί ως συλλογική πράξη και πειθαρχημένη άσκηση, στοιχεία που θα παραμείνουν καθοριστικά και αργότερα.
Στα 16 του περνά στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης. Δύο χρόνια μετά διακόπτει τις σπουδές του, όταν πρώτευσε στις εξετάσεις της φιλαρμονικής του στρατού. Η τριετής θητεία του εκεί λειτουργεί ως αυστηρό σχολείο ακρίβειας και αντοχής. Την ίδια περίοδο συνεχίζει τις σπουδές του στο Ωδείο Αθηνών, με έμφαση στο κλασικό κλαρινέτο, ενώ παράλληλα ανοίγεται στον κόσμο της τζαζ και του αυτοσχεδιασμού μέσα από μαθήματα και σύνολα πνευστών. Η συνύπαρξη δομής και ελευθερίας γίνεται σταδιακά βασικό στοιχείο της καλλιτεχνικής του σκέψης.
Στην Αθήνα εργάζεται ως session μουσικός σε δισκογραφικές παραγωγές, συνεργαζόμενος με σημαντικούς δημιουργούς και ερμηνευτές. Η εμπειρία αυτή τον φέρνει σε άμεση επαφή με την μουσική βιομηχανία, χωρίς όμως να τον εγκλωβίσει.
Όπως έχει πει, εκεί συνειδητοποίησε ότι «άλλο είναι να παράγεις έργο και άλλο να παράγεις προϊόν», μια παρατήρηση που αποτυπώνει την κριτική του ματιά απέναντι στην εύκολη αναγνωρισιμότητα.
Το 1988 επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη και μετά από πανελλήνιο διαγωνισμό προσλαμβάνεται στη φιλαρμονική του δήμου ως κλαρινετίστας, θέση που διατηρεί μέχρι σήμερα. Παράλληλα, για πέντε χρόνια διδάσκει στο Δημοτικό Ωδείο της πόλης. Η σχέση του με τη μουσική αποκτά και «παιδαγωγική» διάσταση, ενισχύοντας την αντίληψή του ότι η τέχνη δεν εξαντλείται στη σκηνή αλλά συνεχίζεται στη μετάδοση και την ευθύνη απέναντι στον άλλον.
Στο ίδιο πνεύμα εντάσσεται και η μακρόχρονη παρουσία σε ραδιοφωνικούς σταθμούς της Θεσσαλονίκης. Το ραδιόφωνο λειτουργεί γι’ αυτόν ως χώρος καθημερινής επικοινωνίας. Όπως σημειώνει, «εκεί δεν κρύβεσαι πίσω από φώτα και ρόλους αλλά είσαι μόνο με τη φωνή σου». Σήμερα έχει καθημερινή εκπομπή στον Status107.7 FM.
Το 1994 αποτελεί καθοριστικό σημείο στην πορεία του με τη δημιουργία των Monie&Monie Conniente. Το σχήμα αυτό δεν συγκροτείται ως τυπικό συγκρότημα αλλά ως ζωντανός οργανισμός. Οι παραστάσεις τους συνδυάζουν μουσική διασκέδασης, λόγο, εικαστικές μεταμφιέσεις, αυτοσχεδιασμό και αδυσώπητο χορό, δημιουργώντας ένα σκηνικό πεδίο όπου τίποτα δεν θεωρείται δεδομένο. Ο ίδιος αναλαμβάνει πολλαπλούς ρόλους -μουσικός, κειμενογράφος, σκηνοθέτης, περφόρμερ, διαμορφώνοντας μια αισθητική που αποφεύγει την επανάληψη.
Παρατηρεί την εποχή. Δεν αντιμετωπίζει την τεχνολογία ως εχθρό αλλά επισημαίνει την απουσία φίλτρων στην πληθωρική της παρουσία . «Όλα πλέον θέλουν διπλό και τριπλό φίλτρο», λέει, αναφερόμενος στην υπερπληροφόρηση και τη σύγχυση ανάμεσα στην είδηση και την κατασκευή της. Η παρατήρηση αυτή διατρέχει και τη σκηνική του δουλειά, χωρίς να μετατρέπεται σε ευθεία καταγγελία.
Η αναφορά στο όνομά του προκύπτει φυσικά. «Ακόμη και τα βαφτιστικά μας ονόματα, ακόμη κι αν μπαίνουν κατά λάθος, αποκτούν την ιδιότητα αυτού που το είχε πριν από εμάς», αναφέρει. Ο Διογένης ο Κυνικός, που χρησιμοποιούσε τον αστεϊσμό και το λογοπαίγνιο ως μέσο για τα διδάγματά του και αναζητούσε άνθρωπο με φανάρι, λειτουργεί για τον Δασκάλου περισσότερο ως συμβολική συγγένεια παρά ως φιλοσοφικό πλαίσιο. «Δεν είναι τυχαίο που φέρω αυτό το όνομα», λέει. «Είμαι ένας άνθρωπος που αναζητεί ανθρώπους. Με φανάρι ή χωρίς». Η φράση περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τη σχέση του με τους ανθρώπους και τον δημόσιο λόγο.

Για τη νέα του παράσταση «Ο Σκώληξ» που παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη, αναφέρει: «Στην παράσταση μιλάμε για το πως ‘τρύπωσαν’ στη ζωή μας τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα. Πώς χώθηκε η αλαζονεία στο AI, η απληστία στο tik tok, η λαγνεία στο Instagram, η ζηλοφθονία στο Fb, η λαιμαργία στο twitter, η οργή στο YouTube και η οκνηρία στο viber». Πέρα από τον βασικό θεματικό άξονα, η παράσταση περιλαμβάνει σαφή αναφορά σε πρόσωπα που τον σημάδεψαν καλλιτεχνικά: τον Γιώργο Μαρίνο, τον Τζίμη Πανούση και τον Διονύση Σαββόπουλο. «Υπάρχει μια αναφορά σε όλους τους ανθρώπους που με σημάδεψαν», σημειώνει, υπογραμμίζοντας ότι το αφιέρωμα λειτουργεί ως τιμή και αναγνώριση.
Για τον Διογένη Δασκάλου αυτό που έχει σημασία όταν τελειώνει η παράσταση είναι ο θεατής να φύγει καλά. Όπως λέει ο ίδιος, θέλει να πάρει μαζί του μια αίσθηση ευεξίας, «να μη ξεχάσει τα πράγματά του» και να μπορεί χωρίς άγχος να συνεχίσει τη βραδιά του «αφού η παράσταση τελειώνει νωρίς και ο χώρος βρίσκεται δίπλα στο μετρό».
Η σχέση του με τη Θεσσαλονίκη παραμένει συνειδητή επιλογή. Είχε ευκαιρίες να μετακινηθεί αλλού, δεν το έκανε. Βλέπει καθαρά τις απώλειες της πόλης, χωρίς να καταφεύγει στη νοσταλγία. Η ευθύνη, στη δική του ανάγνωση, επιστρέφει πάντα στον άνθρωπο και τη στάση του.
Ο Διογένης Δασκάλου παραμένει παρών χωρίς να υπόσχεται άνεση. Το έργο του δεν επιδιώκει ομοφωνία αλλά εγρήγορση. Και αυτή η επιμονή, σε μια εποχή εύκολης κατανάλωσης, εξακολουθεί να τον καθιστά ουσιαστικά παρόντα.

INFO
Ο ΣΚΩΛΗΞ
Διογένης Δασκάλου και Monie&Monie Conniente
Πρεμιέρα: Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026 και μόνο Σάββατα
Καφωδείο Ελληνικό Upstairs
Κρατήσεις: 2310 279159
Συμμετέχουν:
Διογένης Δασκάλου, Standup comedy, σοπράνο σαξόφωνο, κείμενα, μουσική επιμέλεια
Σωτήρης Δασκάλου, τενόρο σαξόφωνο
Λεωνίδας Βλάχος, τρομπέτα
Φώτης Μίγγας, τρομπόνι
Βίκυ Βογιατζόγλου και Δημήτρης Κρανιδιώτης, φωνή
Χρήστος Σιδερίδης, νυκτά έγχορδα
Παύλος Αζναουρίδης και Γιώργος Κοκκινάκης, ενορχήστρωση και επεξεργασία ήχων
Λάζαρος Γρεκός, pSari visual, video- photos
5 ερωτήσεις στον Διογένη Δασκάλου
Με αφορμή την παράσταση «Ο Σκώληξ» που παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη, ο Διογένης Δασκάλου μιλά για τον «κακό εαυτό» που μας κατοικεί, τη σάτιρα ως «κόφτη» και στάση ζωής, τη μακρά πορεία του με τους Monie&Monie Conniente και τη σχέση του με την πόλη που επέλεξε να μην εγκαταλείψει.
Ποιος είναι ο σκώληξ που μας τρώει τα σωθικά;
Ο «Σκώληξ» είναι ο κακός μας εαυτός. Αυτό το τεράστιο σκουλήκι που κρύβουμε μέσα μας και που με την πρώτη αφορμή, ξυπνά. Είναι μια καφκική εικόνα -όπως η «κατσαρίδα του Κάφκα»- μόνο που εδώ το τέρας δεν είναι έξω, είναι μέσα. Είναι ο βάκιλος του εμφυλίου που κουβαλά ο Έλληνας και που ενεργοποιείται με το παραμικρό: από ένα πρόσωπο της επικαιρότητας, από ένα γεγονός, από ένα «βραβείο», από μια είδηση. Κι αμέσως χωριζόμαστε, στρατοπεδεύουμε, τσιμπάμε. Αυτό καυτηριάζουμε. Και αυτό γίνεται η αφορμή για τις πρόζες και το stand-up που κουμπώνουν πάνω στην παράσταση. Ο τίτλος της παράστασης είναι φυσικά από το ομώνυμο τραγούδι που κάναμε με τον φίλο μου, τον Στάθη Παχίδη. Οι στίχοι «χρόνιζαν» στο συρτάρι του και αν και με συγκίνησαν από την πρώτη στιγμή, ήρθε ο χρόνος που το κάναμε μαζί μ’ ένα ωραίο video clip.
Στην παράσταση θ’ ακούσουμε για τον σύγχρονο άνθρωπο, τα social media, την τεχνολογία και τις «αμαρτίες» μας. Τι είναι τελικά η σάτιρα σήμερα;
Η σάτιρα σήμερα συχνά ξεχνά τον λόγο ύπαρξής της. Ή γίνεται ακίνδυνη για να μη θίξει κανέναν ή γίνεται χυδαία για να προκαλέσει εντυπώσεις. Και τα δύο είναι αδιέξοδα. Τα όρια στη σάτιρα δεν τα βάζει ούτε το πολιτικά ορθό ούτε το κοινό, τα βάζει αυτός που σατιρίζει. Εκεί μπαίνει το «παν μέτρον άριστον». Αν δεν έχεις εσωτερικό κόφτη, ό,τι λες καταντά φθηνό. Και αν δεν ξεκινάς από τον αυτοσαρκασμό, δεν έχεις καμία νομιμοποίηση να μιλήσεις για τους άλλους. Η σάτιρα ακουμπά και το κοινωνικό και το προσωπικό: πώς γινόμαστε «έτοιμοι να τσιμπήσουμε», πώς μετατρέπουμε τα πάντα σε εμφύλιο.
Με τους Monie&Monie Conniente έχετε μια κοινή πορεία δεκαετιών. Πώς κρατιέται ζωντανή στον χρόνο μια τέτοια καλλιτεχνική σχέση;
Το μεγαλύτερο ζήτημα στις καλλιτεχνικές ομάδες είναι το βιοποριστικό. Εκεί χαλάνε οι περισσότερες ιστορίες. Εμείς το λύσαμε από νωρίς, με έναν τρόπο που άλλοι θα τον πουν «φασιστικό», εγώ τον λέω «προσωποκεντρικό», για να μπορεί να επιβιώσει το σχήμα. Είχα ξεκαθαρίσει στους συνεργάτες μου ότι αυτό είναι παράλληλο επάγγελμα, όχι αμιγώς βιοποριστικό, που κουβαλά απαιτήσεις και τις «νόσους» τους. Οι περισσότεροι συντελεστές έχουν και άλλη δουλειά κοντά στη μουσική, δεν κρέμεται όλη τους η ζωή από το σχήμα. Και κάτι ακόμη: ο εκτελεστής δεν οφείλει να έχει την εμμονή του δημιουργού. Άλλοι μπαίνουν, άλλοι βγαίνουν αλλά η ραχοκοκαλιά μένει. Και έτσι κρατήθηκε ζωντανό για πάνω από 30 χρόνια πλέον και με πάρα πολλές παραστάσεις.
Τι είναι για σας η Θεσσαλονίκη; Σκεφτήκατε κάποια στιγμή να φύγετε;
Μου δόθηκαν ευκαιρίες να πάω Αθήνα και να κάνω σόλο καριέρα. Δεν το έκανα. Ήμουν ίσως πιο εύπιστος απ’ όσο έπρεπε στο κλίμα της εποχής. Η Θεσσαλονίκη άκμαζε: άνθρωποι του πνεύματος, συγκροτήματα, δισκογραφία, ο «Μύλος» ως μια τεράστια πολιτιστική «κομμούνα». Υπήρχε παλμός ζωής. Πίστεψα ότι μπορούμε να το εκτινάξουμε, όχι να το καταπνίξουμε. Τελικά συνέβη το δεύτερο αλλά εγώ δεν την απαρνήθηκα. Οι συναναστροφές μου, οι άνθρωποι που με διαμόρφωσαν, ήταν εδώ. Και όταν με ρωτούν γιατί δεν έχουμε σήμερα έναν «Μύλο», λέω «εμείς φταίμε». Ο πομπός θέλει και δέκτη. Δεν γίνεται αλλιώς.
Ποια στιγμή της διαδρομής σας θεωρείτε ότι σας καθόρισε περισσότερο ως καλλιτέχνη;
Δύο πράγματα: η μουσική παιδεία και η εμμονή στο «ορθό» που κουβαλάω. Μπήκα στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης από πολύ μικρός, στα 13 και μετά στο Ωδείο Αθηνών, μια πενταετία στην Αθήνα που ήταν καθοριστική. Έζησα εποχές με jazz clubs, με ζυμώσεις, με ανθρώπους που ήξεραν τι λένε όταν μιλούν για ιδέες και όχι για «μπάχαλα». Πάντως μέσα μου υπάρχει ένα πείσμα, μια ξεροκεφαλιά: πιστεύω βαθιά σ’ αυτό που θεωρώ σωστό και δεν με κουνάει ούτε η φήμη, ούτε το χρήμα. Αυτό είναι και κατάρα και σωτηρία. Και τελικά, αυτό βγαίνει στη σκηνή: πικραμύγδαλο, γέλιο και πίκρα μαζί.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»