Συνέντευξη στη Γεωργία Μακρογιώργου
Η Βάλια Ζαπώνη κατάγεται από τη Φλώρινα. Απόφοιτη της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, υπηρέτησε στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Τα τελευταία χρόνια συντονίζει τη λέσχη ανάγνωσης του συλλόγου εθελοντών«Albatros». Έχει εκδώσει τα βιβλία «Σοκολατάκια γεμιστά με πορτοκάλι» (εκδ. Κεντρί 2022) και «Ο βαρκάρης της Πρέσπας» (εκδ. Κεντρί, 2025). Η συγγραφέας απαντάει στις ερωτήσεις της Γεωργίας Μακρογιώργου για την τελευταία συλλογή διηγημάτων της.
Βάλια, γιατί επέλεξες την εποχή του Εμφυλίου ως αφετηρία της συλλογής;
Αυτή η περίοδος λειτουργεί ακόμα σαν ανοιχτή πληγή αλλά και σαν θεμέλιο της σύγχρονης ταυτότητάς μας. Ο Εμφύλιος δε είναι μόνο ένα ιστορικό γεγονός, είναι ένα τραύμα που πέρασε από γενιά σε γενιά, συχνά μέσα από σιωπές, μισόλογα και οικογενειακές αφηγήσεις. Ήθελα η συλλογή να ξεκινά από ένα σημείο ιστορικής σύγκρουσης ώστε σταδιακά να κινηθεί προς τη συμφιλίωση ή έστω την κατανόηση. Για μένα ήταν και μια προσωπική επιλογή, γιατί ψάχνοντας έπεσα στο βιβλίο του Ν. Κέντρου «Ο Εμφύλιος στη Φλώρινα», όπου αναφερόταν ο ίδιος ο πατέρας μου. Αυτό πυροδότησε τη φαντασία μου και προέκυψε «Ο Βαρκάρης της Πρέσπας».
Τι συμβολίζει για σένα η Πρέσπα;
Για μένα η Πρέσπα είναι ένα ζωντανό σύμβολο συνύπαρξης, μνήμης και ορίων. Ως σύνορο όμως η Πρέσπα αποκτά μια πιο σύνθετη διάσταση. Είναι ένα σημείο όπου συναντώνται τρεις χώρες, τρεις πολιτισμοί, τρεις ιστορίες. Το σύνορο εκεί δεν είναι γραμμή διαχωρισμού αλλά και σημείο επαφής, η έννοια του «μαζί» μέσα από τη διαφορά. Τρεις χώρες μοιράζονται το ίδιο νερό, τον ίδιο ουρανό, την ίδια φύση. Πέρα από τις γραμμές στους χάρτες, υπάρχει μια κοινή ανάγκη για συνύπαρξη και φροντίδα.
Πώς προέκυψε η ιδέα να χρησιμοποιήσεις το φαγητό ως αφηγηματικό άξονα σε τρία διηγήματα;
Συνειδητοποίησα ότι στις πιο έντονες αναμνήσεις, προσωπικές ή συλλογικές, το φαγητό είναι πάντα παρόν. Όχι σαν απλή ανάγκη αλλά ως τελετουργία, ως τρόπος φροντίδας, ως γλώσσα που μιλά όταν οι άνθρωποι σιωπούν. Άλλωστε από τον Όμηρο και τα δημοτικά μας τραγούδια, ένα τραπέζι μπορεί να ενώσει αλλά και να αποκαλύψει ρωγμές.
Πόσο βιωματικά στοιχεία υπάρχουν στα αφηγήματά σου;
Υπάρχουν βιωματικά στοιχεία αλλά όχι με την έννοια της αυτοβιογραφίας. Η λογοτεχνία δεν είναι καταγραφή, είναι επεξεργασία. Παίρνω τον πυρήνα του βιώματος και τον αφήνω να συναντήσει τη φαντασία, την έρευνα, την ιστορική συνθήκη.
Πώς βλέπεις τους ήρωές σου;
Με τρυφερότητα, ακόμα κι όταν κάνουν λάθη ή παίρνουν αποφάσεις που πληγώνουν. Δεν με ενδιαφέρει να τους κρίνω, με ενδιαφέρει να τους καταλάβω. Κινούνται μέσα σε διλήμματα, κουβαλούν μνήμη, ενοχές, επιθυμίες που δεν ξέρουν πάντα να διαχειριστούν. Δεν είναι μεμονωμένες προσωπικότητες αλλά εκφράζουν την εποχή τους, τον τόπο τους, τις οικογενειακές τους ιστορίες.
Τελικά, τι θα ήθελες να μείνει στον αναγνώστη κλείνοντας το βιβλίο;
Θα ήθελα να μείνει μια αίσθηση συγκίνησης -όχι απαραίτητα μια έντονη κορύφωση αλλά ένας απόηχος. Μια αίσθηση ότι οι άνθρωποι, ακόμα και μέσα από τις πιο δύσκολες ιστορικές ή προσωπικές συνθήκες, παραμένουν βαθιά ανθρώπινοι, υπάρχει πάντα μια ανάγκη για αγάπη, κατανόηση, για ανήκειν. Θα ήθελα ο αναγνώστης να νιώσει ότι οι ιστορίες αυτές, όσο κι αν ανήκουν σ’ έναν συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, αγγίζουν κάτι δικό του. Ότι μέσα σ’ αυτές μπορεί να αναγνωρίσει ένα κομμάτι της δικής του μνήμης, των δικών του εμπειριών. Αν συμβεί αυτό, τότε το βιβλίο έχει ολοκληρώσει τον κύκλο του.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»