Κεντρικός άξονας του βιβλίου είναι η χαρτογράφηση της δημιουργικής εξέλιξης του συνθέτη. Από την πρώτη του επαφή με την μαγική τελετουργία της μουσικής στο Βόλο, στα πρώτα του βήματα με τους Forminx και από εκεί στη διεθνή επιτυχία των Aphrodite’s Child, μέχρι τη μετάβασή του στη σόλο δημιουργία και την ίδρυση των Nemo Studios στο Λονδίνο, το βιβλίο παρακολουθεί τη διαμόρφωση ενός προσωπικού, αναγνωρίσιμου ύφους. Δεν περιορίζεται σε μια γραμμική χρονολογική αφήγηση, αλλά εστιάζει στον τρόπο με τον οποίο κάθε περίοδος συνδέεται με νέες αισθητικές αναζητήσεις και τεχνολογικά μέσα.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη δημιουργική μέθοδο του Vangelis. Το βιβλίο αναλύει πώς ο συνθέτης βασιζόταν στον αυτοσχεδιασμό και στη στιγμιαία έμπνευση, αποφεύγοντας τη συμβατική, «εγκεφαλική» σύνθεση. Η περιγραφή της διαδικασίας του –όπου μια μελωδία «γεννιέται» και ηχογραφείται σχεδόν αυτούσια– λειτουργεί ως κλειδί για την κατανόηση της μουσικής του. Παράλληλα, αναδεικνύεται ο καθοριστικός ρόλος των synthesizers και των ηλεκτρονικών ήχων, όχι απλώς ως τεχνικών εργαλείων, αλλά ως βασικών φορέων έκφρασης.

Το βιβλίο εξετάζει επίσης διεξοδικά τη σχέση του δημιουργού με τη μουσική βιομηχανία. Μέσα από περιστατικά, συνεργασίες και συγκρούσεις, προκύπτει μια σταθερή στάση αποστασιοποίησης και αντίστασης απέναντι στις εμπορικές επιταγές. Ο Vangelis παρουσιάζεται ως ένας καλλιτέχνης – ίσως μια από τις ελάχιστες περιπτώσεις που πάλεψε για αυτό και το κέρδισε με τις επιλογές και την δημιουργικότητα του – που χρησιμοποίησε τη βιομηχανία ως μέσο –για να εξασφαλίσει την ανεξαρτησία του – χωρίς ποτέ να ταυτιστεί με αυτήν. Η ένταση αυτή διατρέχει ολόκληρη τη βιογραφία και λειτουργεί ως ερμηνευτικό πλαίσιο για πολλές από τις επιλογές του.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η εκτενής ανάλυση των κινηματογραφικών του έργων. Το βιβλίο αφιερώνει σημαντικό χώρο στη δημιουργία εμβληματικών soundtracks, όπως το οσκαρικό «Δρόμοι της Φωτιάς», οι εμβληματικές συνεργασίες του με τον Ρίντλεϊ Σκοτ Blade Runner και 1492: Conquest of Paradise. Το ενδιαφέρον εδώ είναι πως δεν περιορίζεται στο να αναδείξει αφηγηματικά την επιτυχία τους, αλλά εξετάζει τη διαδικασία σύνθεσης, τη συνεργασία με τους σκηνοθέτες και παραγωγούς, καθώς και τις ιδιαιτερότητες κάθε έργου. Έτσι, μέσα από αυτά τα παραδείγματα, αναδεικνύεται η ικανότητα του Vangelis να μεταφράζει εικόνες και αφηγήσεις σε μουσική.
Παράλληλα, το βιβλίο περιλαμβάνει λιγότερο γνωστές πτυχές της καριέρας του, όπως οι αποτυχημένες ή μη πραγματοποιηθείσες συνεργασίες (π.χ. με το συγκρότημα Yes), οι συγκρούσεις με δισκογραφικές εταιρείες, αλλά και οι δικαστικές διαμάχες (όπως αυτή με τον Σταύρο Λογαρίδη που αποτέλεσε σημαντικό κομμάτι στην επιβεβαίωση της δημιουργικής του πορείας).

Τέλος το βιβλίο αναδεικνύει και την τεχνολογική διάσταση του έργου του. Η εμμονή του με τα όργανα, η συλλογή και η πειραματική χρήση τους, καθώς και η δημιουργία ενός προσωπικού στούντιο ως «εργαστηρίου ήχου», παρουσιάζονται ως βασικοί παράγοντες της καλλιτεχνικής του ταυτότητας. Το βιβλίο αποτυπώνει με λεπτομέρεια πώς η τεχνολογία ενσωματώνεται οργανικά στη δημιουργική διαδικασία.
Έχοντας πλέον την απόσταση του χρόνου και φυσικά την ολοκλήρωση του έργου του καθώς ο Βαγγέλης Παπαθανασίου έφυγε τόσο αδόκητα το 2022, το βιβλίο του Μαρκ Γκρίφιν μας βοηθάει να επανεκτιμήσουμε τη σπουδαιότητα του όχι μόνο ως συνθέτης και μουσικός αλλά πολύ περισσότερο ως μια ξεχωριστή προσωπικότητα που διέθετε έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα και μια σπάνια ευφυία που ίσως αξίζει να την μελετήσουμε εκ νέου και να την επανεκτιμήσουμε για την αντισυμβατικότήτα και την μοναδικότητα της.
Άλλωστε έχει σημασία ο τρόπος που ο ίδιος αισθανόταν την μουσική όχι ως απλή διεκπαιρέωση ή λειτουργική δημιουργία αλλά περισσότερο ως βίωμα, ως συναίσθημα, ως μια αλήθεια που μπορεί να προσφέρει την πολύτιμη ενσυναίσθηση. Σε ένα απόσπασμα του βιβλίου σημειώνει πολύ γλαφυρά : «Πιστεύω ότι η μουσική είναι αντανάκλαση. Και αν οι άνθρωποι γίνονται υπερβολικά εγκεφαλικοί, αυτό αντανακλάται όχι μόνο στη μουσική τους αλλά και στην καθημερινή ζωή τους. Ζούμε έτσι κι αλλιώς σε μια εγκεφαλική κοινωνία Για αυτό υποφέρουμε. Κανείς δεν τολμά να νιώσει κάτι. Για αυτό η μουσική έχει γίνει σημαντική τα τελευταία 30 χρόνια: ίσως είναι η τελευταία πηγή επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων. Πρέπει να διατηρούμε μια ισορροπία ανάμεσα στη νόηση και στο συναίσθημα. […]». Όσο για το τι ήταν ο ίδιος ο Βαγγέλης ίσως το σχόλιο του Αμερικανού δημοσιογράφου Τιμ Γκρίβινγκ να περιγράφει αρκετά πειστικά και με τον καλύτερο τρόπο στο ερώτημα: «Υπήρχε κάτι το εξωγήινο σε αυτόν τον άνθρωπο και δεν ήταν μόνο η μουσική του».Το βιβλίο λοιπόν αυτό σίγουρα μας δίνει αυτή την αφορμή να κάνουμε αυτή την αποτίμηση της μοναδικής προσωπικότητας του Βαγγέλη Παπαθνασίου με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Info: Το βιβλίο “Vangelis: Ο Άγνωστος Άνθρωπος” του Mark J.T. Griffin κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μπαρμπουνάκη