Η Winona Ryder δεν είναι απλώς ένα όνομα που ξαναβρέθηκε στο προσκήνιο. Είναι μια ηθοποιός που γεφύρωσε εποχές και γενιές, επανασυστήνοντας το βαθιά ανθρώπινο σινεμά μέσα από τον σύγχρονο τηλεοπτικό λόγο.
Γεννήθηκε το 1971 στη Μινεσότα ως Winona Laura Horowitz και μεγάλωσε σε ένα βαθιά πνευματικό και αντισυμβατικό περιβάλλον. Οι γονείς της, συγγραφείς και εκδότες, την έφεραν από νωρίς σε επαφή με τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο και τις ιδέες. Δεν είναι τυχαίο ότι η υποκριτική της ανέκαθεν έμοιαζε περισσότερο με εσωτερική αφήγηση παρά με επίδειξη τεχνικής.
Η κινηματογραφική της εμφάνιση στα τέλη της δεκαετίας του ’80 συνέπεσε με μια εποχή αναζήτησης νέων ηρωίδων. Η Ryder έγινε γρήγορα το πρόσωπο μιας γενιάς που ένιωθε «λίγο απ’ έξω». Στο Beetlejuice, στο Heathers και αργότερα στο Edward Scissorhands, ενσάρκωσε χαρακτήρες εύθραυστους αλλά ανυπότακτους, μοναχικούς αλλά βαθιά συναισθηματικούς.
Τη δεκαετία του ’90 γνώρισε μεγάλη εμπορική και καλλιτεχνική καταξίωση με ρόλους που διεύρυναν το φάσμα της, από το Reality Bites έως το Little Women και το TheAge of Innocence, που της χάρισαν υποψηφιότητες για Όσκαρ. Κι όμως όσο η φήμη κορυφωνόταν, τόσο η ίδια έμοιαζε να απομακρύνεται από την εικόνα της «εύκολης επιτυχίας». Στις αρχές της νέας χιλιετίας η παρουσία της στο προσκήνιο αραίωσε αισθητά. Η Winona Ryder αποσύρθηκε από τον έντονο ρυθμό της βιομηχανίας επιλέγοντας -συνειδητά ή όχι- μια περίοδο απόστασης και ανασύνταξης. Μακριά από τους εύκολους ρόλους και την πίεση της διαρκούς προβολής, βρέθηκε αντιμέτωπη με τον εαυτό της και με μια εποχή που απαιτούσε διαρκή παρουσία. Αυτή η σιωπή τελικά λειτούργησε ως εσωτερική ωρίμανση και όχι ως καλλιτεχνική απουσία.
Η επιστροφή της μέσα από το Stranger Things δεν ήταν μια απλή αναβίωση νοσταλγίας. Η Joyce Byers είναι ένας ρόλος βαθιά σωματικός και ψυχικός, μια μητέρα που κινείται στα όρια της λογικής και της απόγνωσης, του φόβου και της εμμονικής αγάπης. Για τη νεότερη γενιά θεατών η Ryder δεν είναι «η ηθοποιός των ’90s» αλλά μία απόλυτα σύγχρονη παρουσία. Χωρίς θόρυβο και υπερβολές, αποδεικνύει ότι το αληθινό ταλέντο δεν χρειάζεται επανεκκίνηση αλλά χρόνο και θάρρος να παραμένει πιστό στον εαυτό του. Και ίσως γι’ αυτό κέρδισε μια νέα γενιά θαυμαστών: επειδή παρέμεινε αληθινή ακόμη κι όταν το φως έσβηνε.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»