Με την «απειλή» των δικηγόρων ότι θα αποχωρήσουν, η επανέναρξη της πολύκροτης δίκης για το πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών την Τετάρτη 1η Απριλίου στη Λάρισα βρίσκει τη διαδικασία όχι απλώς τραυματισμένη, αλλά ουσιαστικά «στον αέρα», μέσα σε ένα περιβάλλον έντονης θεσμικής σύγκρουσης, αμφισβήτησης και πρωτοφανούς δυσπιστίας.
Βαρύτατα τραυματισμένη, είναι και η ελληνική Δικαιοσύνη που στη συνείδηση του κόσμου εμφανίζεται να σύρεται πίσω από κυβερνητικές επιλογές με στόχο τη «συγκάλυψη» πολιτικών ευθυνών.
Η εικόνα της πρώτης ημέρας αποδείχθηκε αποκαλυπτική. Η ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα στο συνεδριακό κέντρο ΓΑΙΟΠΟΛΙΣ, παρά το αστρονομικό κόστος των 1,2 εκατ. ευρώ για τη διαμόρφωσή της, κατέληξε να λειτουργεί ασφυκτικά, με εκατοντάδες διαδίκους, δικηγόρους, συγγενείς και δημοσιογράφους να αδυνατούν να παρακολουθήσουν στοιχειωδώς τη διαδικασία. Αναμφίβολα πρόκειται για ένα τεράστιο κυβερνητικό φιάσκο που παρασύρει στον κατήφορο και τη Δικαιοσύνη…
Τεχνικές αναλύσεις από πλευράς πραγματογνωμόνων των οικογενειών δείχνουν ότι από έναν ενιαίο χώρο εκατοντάδων τετραγωνικών του ΓΑΙΟΠΟΛΙΣ, το μεγαλύτερο μέρος «απορροφήθηκε» από βοηθητικές χρήσεις, αφήνοντας περιορισμένο χώρο για τη δημόσια ακροαματική διαδικασία. Το αποτέλεσμα ήταν εικόνες συνωστισμού, δικηγόροι χωρίς έδρανα και συγγενείς αποκλεισμένοι σε άλλους χώρους… Αυτό δεν αντιμετωπίζεται από τους συγγενείς ως αστοχία, αλλά ως επιλογή. Ο Σύλλογος Συγγενών Θυμάτων των Τεμπών μιλά ανοιχτά για «συνειδητό σχεδιασμό αποκλεισμού» και για μια διαδικασία που επιχειρείται να διεξαχθεί «μακριά από τα μάτια της κοινωνίας». Καταγγέλλει προετοιμασία «στο γόνατο», παρά τα τρία χρόνια που μεσολάβησαν, και ζητά άμεση αλλαγή χώρου.
Αντίστοιχα, το δικηγορικό σώμα θέτει ευθέως ζήτημα δίκαιης δίκης. Η Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος, με επίσημη ανακοίνωσή της, διαπιστώνει ότι δεν πληρούνται ούτε οι ελάχιστες προϋποθέσεις για ασφαλή και αξιοπρεπή διεξαγωγή, αφήνοντας σαφώς να εννοηθεί ότι υπό αυτές τις συνθήκες η διαδικασία μπορεί να εκτραπεί. Ο εκπρόσωπός, Θεόδωρος Μαντάς, εισηγήθηκε την αποχή των δικηγόρων μιλώντας για απαράδεκτη κατάσταση που εγείρει θέμα ασφάλειας. «Η δίκη δεν μπορεί να γίνει υπό αυτές τις συνθήκες», δήλωσε ο πρόεδρος της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων, Ανδρέας Κουτσόλαμπρος.

Ευθεία προσβολή
Απέναντι σε αυτές τις καταγγελίες, η κυβερνητική αντίδραση μοιάζει με ευθεία προσβολή απέναντι στις οικογένειες των θυμάτων, τον νομικό κόσμο αλλά και την κοινή λογική. Ο υπουργός Δικαιοσύνης, Γιώργος Φλωρίδης, απέδωσε την εικόνα σε προβλήματα «ταξιθεσίας», περιγράφοντας ουσιαστικά μια κακή διαχείριση εισόδου, όπου «μπήκαν άνθρωποι που δεν έπρεπε», στερώντας θέσεις από δικηγόρους. Η εξήγηση αυτή, ωστόσο, υποβαθμίζει ένα δομικό πρόβλημα σε απλό οργανωτικό λάθος κι επιπλέον προϊδεάζει για αυστηρότερο «φιλτράρισμα» στην επόμενη συνεδρίαση, με ένα είδος face control που ενισχύει τους φόβους περί περιορισμού της δημοσιότητας.
Με την «κυβερνητική γραμμή» που προσπαθεί να δικαιολογήσει καθαρά πολιτικές επιλογές, συντάσσεται επισήμως και η ηγεσία της Θέμιδος! Ο Άρειος Πάγος όχι μόνο απορρίπτει τις αιτιάσεις συγγενών, δικηγόρων και δημοσιογράφων περί ακαταλληλότητας του χώρου, αλλά αφήνει αιχμές ότι ορισμένες αντιδράσεις υποκρύπτουν προσπάθεια καθυστέρησης της δίκης!
«Ντροπή» ήταν το σύνθημα που κυριάρχησε από τους συγγενείς των 57 νεκρών, καθώς τα διαθέσιμα καθίσματα ήταν 120. Στους όρθιους βρέθηκαν αρκετοί εκ των 250 δικηγόρων, αλλά και οι δημοσιογράφοι των οποίων μάλιστα ζητήθηκε η αποχώρηση από την πρόεδρο του δικαστηρίου, λόγω έλλειψης χωρητικότητας.
Το κρίσιμο πρόβλημα όμως, για τη διεξαγωγή της δίκης δεν είναι μόνο πρακτικό. Είναι βαθιά πολιτικό και θεσμικό. Όταν συγγενείς θυμάτων, δικηγόροι και σημαντικό μέρος της κοινής γνώμης αμφισβητούν ανοιχτά τις συνθήκες διεξαγωγής, η διαδικασία αρχίζει με σοβαρό έλλειμμα εμπιστοσύνης. Η δημοσιότητα της δίκης, θεμελιώδης αρχή της Δικαιοσύνης, εμφανίζεται περιορισμένη αν όχι ανύπαρκτη. Οι δημοσιογράφοι βρίσκονται στο περιθώριο. Οι συγγενείς νιώθουν αποκλεισμένοι. Οι δικηγόροι κάνουν λόγο για προσβολή της διαδικασίας. Την ίδια στιγμή, η επίσημη γραμμή επιμένει ότι όλα βαίνουν καλώς και ότι το διακύβευμα είναι να μην καθυστερήσει η δίκη.
Μόνη λύση η αλλαγή αίθουσας
Μετά την επεισοδιακή έναρξη και διακοπή της 23ης Μαρτίου, το βασικό ερώτημα για την επανέναρξή της δίκης την 1η Απριλίου δεν αφορά μόνο στην απόδοση ευθυνών για την τραγωδία, αλλά και στο αν μπορεί καν να διεξαχθεί δίκαια και αξιόπιστα υπό τις υφιστάμενες συνθήκες. Η απειλή αποχωρήσεων από τους δικηγόρους, η οργή των συγγενών και η σκληρή στάση της Δικαιοσύνης συνθέτουν ένα εκρηκτικό σκηνικό, όπου το βασικό ζητούμενο, η αναζήτηση της αλήθειας και η απόδοση ευθυνών που είναι ήδη ελλειμματική λόγω της απουσίας πολιτικών προσώπων από το εδώλιο του κατηγορουμένου, κινδυνεύει να επισκιαστεί από τη σύγκρουση για το ίδιο το πλαίσιο της δίκης. Η αλλαγή αίθουσας και τόπου διεξαγωγής, είναι η μόνη λύση.
«Θ»
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»