Με αφορμή την κωμωδία «Η δεξιά, η αριστερά και ο κυρ-Παντελής» στη σκηνή του Θεάτρου της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, ο σπουδαίος σκηνοθέτης και ηθοποιός Σταμάτης Φασουλής μιλά για το ρίσκο του γέλιου πάνω στα τραύματα της Ιστορίας, τη διαχρονική ελληνική κωμωδία, την τηλεόραση, τη σημερινή σκληρότητα και την ανάγκη αγάπης, μνήμης και αυτοσαρκασμού.
Τι σας έκανε να επιλέξετε και να ανεβάσετε αυτό το έργο, δεδομένου πως είναι άγνωστο στο κοινό;
Δεν πρόκειται μόνο για ένα άγνωστο αλλά και για ένα άπαικτο έργο, πρέπει να σας πω. Όλο κι όλο ο Βασίλης Λογοθετίδης το είχε ανεβάσει το 1946 για τρεις μήνες. Ποτέ ξανά δεν το επέλεξε κάποιος άλλος, γιατί ήταν δύσκολο το θέμα. Κι αν δεν το πάρεις αυτό το έργο με έναν τρόπο σχεδόν μαεστρόζο, γίνεται επικίνδυνο.
Άρα επιλέξατε ένα «επικίνδυνο» έργο, γιατί;
Είχε ρίσκο μία τέτοια απόφαση αλλά τώρα, έτσι όπως έγινε η παράσταση, δεν έχει κανένα πια. Ήθελα να κάνω κωμωδία γιατί είχα χρόνια να κάνω. Και πρέπει να σας πω πως παίζω σε αυτή την παράσταση και το ευχαριστιέμαι επιτέλους. Όποιος τη δει, θα καταλάβει τι εννοώ. Επίσης σκέφτηκα πως ήθελα ένα έργο των Σακελλάριου -Γιαννακόπουλου και η πρώτη μου σκέψη ήταν το «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» αλλά όταν το διάβασα ξανά, κατάλαβα πως το αυτό έργο τα είχε πει όλα πλέον. Δεν είχα να προσθέσω τίποτα. Ο Λογοθετίδης ήταν αξεπέραστος. Όλη η ταινία είχε αυτό το σχεδόν ερασιτεχνικό, με την έννοια του εραστή της τέχνης. Τότε μου είπαν πως η Τίνα Σακελλάριου έχει άλλο ένα έργο αυτής της περιόδου. Το διαβάζω και έτσι βρίσκω ένα διαμάντι. Βέβαια δύσκολο, γιατί το έργο διατρέχει τόσες εποχές. Τη γερμανική κατοχή, την απελευθέρωση, τα Δεκεμβριανά και μετά τη Συνθήκη της Βάρκιζας. Δηλαδή τότε που γίνεται ο εμφύλιος και στην Αθήνα κάνουν ότι δεν συμβαίνει τίποτα. Αυτά όλα, το να τα κάνεις με έναν τρόπο ώστε να γελάς με τα τραύματα σου, είναι και θεραπευτικό. Και μου αρέσει γιατί γελάνε και παιδιά νέα, που εκείνη την εποχή δεν την ξέρουν. Βέβαια μη νομίζετε, ούτε οι μεγάλοι την ξέρουν καλά αλλά είναι τέτοια η μαεστρία των συγγραφέων, που πρώτα σε κάνει γνώστη και μετά θεατή μιας κωμωδίας και γελάς. Με έναν τρόπο που σχεδόν δεν το καταλαβαίνεις.
Θα γελάσει ο θεατής βρίσκοντας και αναφορές στο σήμερα;
Γίνεται κι αυτό. Πρώτα από όλα, ας πούμε πως δεν έχει αλλάξει τίποτα όλα αυτά τα χρόνια. Αλλά εκείνο που μου αρέσει πάρα πολύ είναι πως εγώ το έργο δεν το άλλαξα. Του έβαλα μόνο ένα φινάλε, για να πω τι έγινε μετά. Ένας ηθοποιός λέει πως «το έργο τελειώνει εδώ αλλά η ιστορία δεν τελειώνει εδώ» και ο κάθε ήρωας τι έγινε λέει μετά, μέχρι τώρα. Αυτό που είναι ένα δεκάλεπτο όλο κι όλο και είναι κάτι που σε συναρπάζει. Γιατί βλέπεις το έργο, γελάς αλλά αναρωτιέσαι ποια ήταν η συνέχεια. Και αυτό έκανα στο έργο. Επίσης μεγάλωσα τον ρόλο της υπηρέτριας, που στο αρχικό κείμενο είναι εκεί μόνο για να φέρνει ένα τσάι και κάτι νερά και της προσέθεσα κάποιες μικρές σκηνές.
Αυτό γιατί το κάνατε;
Επειδή στην παράσταση υπήρχε ο αριστερός, ο δεξιός, ο κεντρώος αστός που είναι με όλους και με όλα, η πολιτικά αδιάφορη, σκέφτηκα πως δεν υπήρχε ο λαός. Και έβαλα την υπηρέτρια μόλις ακούει «ελευθερωθήκαμε», να λέει «εγώ πότε θα ελευθερωθώ και ποιος θα με ελευθερώσει;» Είναι ένα ερωτηματικό το έργο και ο καθένας ας απαντήσει ό, τι θέλει.
Νιώθω να υπάρχει μια «συγγένεια» δική σας με τους συγγραφείς εκείνης της εποχής. Ισχύει;
Ναι, υπάρχει και δεν είναι και η πρώτη φορά. Όσο ήμουν στο Βεάκη ανέβαζα μόνο ελληνικά έργα. Από τον Τσιφόρο, τον Διαλεγμένο, τον Παντελή Χορν, την Ελένη Χαβιαρά με τον Δημήτρη Κεχαΐδη μέχρι το πρώτο έργο των Ρέππα -Παπαθανασίου. Ήταν μια ολόκληρη εποχή. Αλλά και μετά, παρόλο που έβαζα ξένο ρεπερτόριο για χρόνια, κοιτούσα πάντα να κάνω παραδίπλα και ένα ελληνικό έργο.

Τι είναι αυτό που σας συνδέει;
Είναι μία αγάπη που έχω για τα ελληνικά κείμενα. Ίσως επειδή ξεκίνησα από το Ελεύθερο Θέατρο και την Ελεύθερη Σκηνή, που κάναμε αυτό ακριβώς. Ήταν τότε η επιθεώρηση, ήταν ο Χουρμούζης, ήταν το «Μια ζωή Γκόλφω», ο Ξενόπουλος με την «Στέλλα Βιολάντη», ήταν η δεκαετία του ’50 μέσα από τραγούδια. Εκεί ήταν ο χώρος μου. Και αυτή τη γραμμή κρατάω μέχρι σήμερα. Μια γραμμή αίματος και δεσμού με το ελληνικό θέατρο. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει θέατρο αν δεν υπάρχει ελληνικό θέατρο, όπως έχει πει κι ο Κουν.
Τι θεωρείτε πως έκανε 52.000 ανθρώπους, όπως διαβάζω, να έρθουν ήδη να δουν αυτό το έργο στην Αθήνα;
Ξέρετε, αυτό δεν έγινε από την αρχή. Έγινε μετά από την τρίτη εβδομάδα. Κι έγινε γιατί ο κόσμος πέρναγε καλά και ενώ γελούσε, ένιωθε συγχρόνως κι ένα μικρό βούρκωμα κάθε τόσο. Λειτούργησε πάρα πολύ και το «από στόμα σε στόμα» στη δουλειά μας αυτή, κάτι που ελπίζω να λειτουργήσει και στη Θεσσαλονίκη τις μέρες που είμαστε εδώ. Μιλάμε για μία καθαρή κωμωδία, αλλά έτσι όπως πρέπει να είναι αυτό το είδος. Δηλαδή η κωμωδία πρέπει κάθε τόσο να χτυπάει μία χορδή δραματική. Γιατί το άσπρο χρειάζεται ένα μαύρο τελάρο για να φοντάρει. Έτσι πρέπει.
Υπάρχει και η άποψη άλλωστε πως οι πιο μεγάλοι κωμικοί ηθοποιοί στη ζωή τους ήταν πολύ σοβαροί άνθρωποι.
Είναι αλήθεια αυτό. Δεν είχαν καμία σχέση με αυτό με το οποίο τους έμαθε ο κόσμος. Ίσως επειδή δίνεις τόσο πολύ από το μερίδιο σου απάνω στη σκηνή, τελικά δεν περισσεύει άλλο για τη ζωή.
Είναι όντως πιο δύσκολο είδος τελικά η κωμωδία στο θέατρο;
Ναι, βέβαια είναι. Κι ας νομίζουν πολλοί πως το δράμα είναι πιο δύσκολο.
Υποθέτω πως είναι πολύ δύσκολο να πρέπει να πεις ένα αστείο στη σκηνή και το κοινό να παγώσει αντί να γελάσει;
Δεν μου έχει τύχει. Γιατί δεν περιμένω να γελάσουν με τα αστεία, θέλω να γελάσουν με τις αντιδράσεις του ήρωα. Να καταλάβουν από αυτές τι σκέφτεται ο ήρωας μου. Αλλιώς θα μιλήσει ένας γκρινιάρης, αλλιώς κάποιος άλλος και εκεί θα βγει το γέλιο. Ένα «τι» ή ένα «αχ» πολλές φορές είναι αρκετό.

Τι είναι θέατρο για εσάς;
Δεν ξέρω να το ονοματίσω. Είναι η μισή μου ζωή το θέατρο. Πώς να πεις τι είναι η ζωή. Είναι αγάπη όμως όλο αυτό και όχι μία συνήθεια. Μπορείς να συνηθίσεις τη ζωή; Δεν μπορείς…
Τι έχετε να πείτε για τις νεότερες γενιές του θεάτρου;
Τους θαυμάζω! Και για το ταλέντο τους αλλά και για τον τρόπο που φέρονται απέναντι στην τέχνη. Κι εντάξει, ότι θα υπάρχουν και μπακατέλες είναι σίγουρο αλλά υπάρχουν πολλοί θησαυροί, γι’ αυτό και διατηρώ ακόμη το βραβείο Χορν.
Γιατί το κοινό επιλέγει συχνά τώρα τελευταία να δει ταινίες ή παραστάσεις με ιστορικά στοιχεία;
Γιατί είναι ένας λαός που δεν ξέρει την ιστορία. Και νομίζει ότι έτσι θα τη μάθει. Θα έπρεπε το κοινό να διαβάσει βιβλία για όλα αυτά που αναζητά στις ταινίες. Δυστυχώς η εποχή είναι έτσι, ο κόσμος σκρολάρει τη ζωή και αυτό είναι πολύ άσχημο, αλλά σάμπως είναι το μόνο άσχημο;
Είναι σκληρή η εποχή;
Δε βλέπεις τι γίνεται; Κρατάνε τις τύχες του κόσμου άνθρωποι τουλάχιστον τρελοί. Αμόρφωτοι. Άνθρωποι με μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους. Και μίσος. Κι ας λένε το αντίθετο. Αγάπη δεν υπάρχει, δε γίνεται να υπάρχει. Και γι’ αυτό φταίνε τα social media. Πόσο σκληρά είναι όλα αυτά τα «να πεθάνεις» και τα καθημερινά cancel.
Δεν έχετε social media;
Δεν έχω τίποτα από αυτά. Ούτε Facebook ούτε Instagram. Κι ενώ θα μπορούσα να έχω κάποιον να τα διαχειρίζεται, δεν θέλω. Δεν θέλω ξένους ανθρώπους στο σπίτι μου. Είμαι καλύτερα έτσι.
Τι είναι η Θεσσαλονίκη για εσάς;
Είναι μία πόλη που αγάπησα από πολύ μικρός. Με έφερε ο πατέρας μου όταν ήμουν επτά ετών. Είχε ένα εμπορικό καΐκι και έκανε ταξίδια από Πειραιά. Φέρναμε στη Θεσσαλονίκη τσιμέντα. Ταξίδευα μαζί του κάθε καλοκαίρι για έναν μήνα. Ξεφορτώναμε εδώ και μετά πηγαίναμε στο Άγιο Όρος για να φορτώσουμε ξύλα και να τα πάμε πάλι στον Πειραιά. Και μετά πάλι το ίδιο δρομολόγιο. Θυμάμαι όμως την πρώτη φορά που είδα τη Θεσσαλονίκη! Ήταν νύχτα. Μου είπαν ότι θα φτάσουμε μετά τις δώδεκα το βράδυ και «σκοτώθηκα», γιατί ήθελα να βγούμε έξω να τη δω. Κι όταν φτάσαμε τελικά και είδα αυτό το «κολιέ» αναμμένο γύρω-γύρω έτσι όπως μπαίναμε, μαγεύτηκα. Ακόμα μυρίζω αυτό το «θάλασσα κατράμι και πετρέλαιο», μέχρι τώρα που σου μιλάω. Και περίμενα πότε θα ξυπνήσουμε την επόμενη μέρα για να πάμε βόλτα. Να βγούμε στον Λευκό Πύργο, σε ένα καφέ που υπήρχε κάτω από τα πεύκα, με μία τραγουδίστρια που έλεγε τραγούδια της εποχής. Μαγεύτηκα από όλα αυτά. Και μετά το βράδυ πήγαμε και φάγαμε σε ένα πολύ καλό εστιατόριο τότε στην παραλία. Στον «Στρατή», ακόμα το θυμάμαι το όνομα.

Κάνετε ακόμα αυτή τη βόλτα στην παραλία όταν έρχεστε;
Μα για μένα αυτό είναι η Θεσσαλονίκη. Εννοείται πως όταν είμαι εδώ κάνω αυτή τη διαδρομή και θυμάμαι όλα αυτά που έζησα μικρός.
Τι θα θέλατε να νιώσει ο κόσμος που έρχεται να δει την παράστασή σας;
Την αγάπη και το γέλιο. Την αγάπη για αυτά που περάσαμε -γιατί θέλουμε αγάπη για να ηρεμήσουμε- και το γέλιο με τον εαυτό μας και με τα ελαττώματά μας, αλλά και την αγάπη για τα προτερήματά μας. Να πάψουμε πια να είμαστε τόσο σοβαροφανείς.
Πώς είναι να πρέπει κάθε φορά να επιλέξετε ένα καινούργιο έργο;
Μόνο του έρχεται, συνήθως δεν κάθομαι να το σκεφτώ. Όπως και τώρα, μόνο του ήρθε το να κάνω έναν Σακελλάριο ή αυτή η επιθυμία να παίξω μία κωμωδία επιτέλους. Και δε φαντάζεστε πόσο πολύ το ευχαριστιέμαι όλο αυτό. Είναι λυτρωτικό για μένα.
Τηλεόραση γιατί δεν κάνετε;
Δεν με θέλουνε στην τηλεόραση. Αν υπήρχε όμως κάτι που θα μου άρεσε, θα έκανα σίγουρα. Κι ας μην ήταν απαραίτητα κωμωδία, αυτό δε με νοιάζει. Αρκεί να είναι κάτι καλό. Άλλωστε και τα δύο είδη τα ξέρω, οπότε ή θα είμαι καλός ή όχι. Γιατί η τηλεόραση είναι μία άλλη τέχνη από το θέατρο, με άλλες συνθήκες.
Από την άλλη όμως κάνετε εκπομπές στην τηλεόραση.
Αυτό είναι για να περνάω καλά. Επειδή δεν βγαίνω πια έξω τα βράδια, με αυτή την εκπομπή νιώθω πως πάω στα μπουζούκια μία φορά την εβδομάδα. Πίνω και κανένα τζιν και περνάω υπέροχα! Είναι το Σαββατόβραδό μου αυτή η εκπομπή.
Τι εύχεστε για τον Σταμάτη;
Εύχομαι να ζήσω σε έναν κόσμο καλύτερο. Γιατί αυτός ο κόσμος δεν μου αρέσει. Και δυστυχώς δεν είναι στο χέρι μας να αλλάξουμε κάτι. Αλλού κρίνονται τα πάντα. Κάπου που δεν ξέρουν καν την ύπαρξή μας και δεν μας υπολογίζουν. Μιλάμε για δισεκατομμυριούχους που αποφασίζουν για όλους μας. Και με έναν τρελό πλανητάρχη που σκοτώνει κόσμο στον δρόμο και μπαίνει σε μία χώρα και παίρνει τον πρόεδρο της με το έτσι θέλω και τον δικάζει. Δεν έχει ξαναγίνει τέτοιο πράγμα ποτέ. Θέλω λοιπόν έναν κόσμο καλύτερο…
Ταυτότητα της παράστασης: Σκηνοθεσία Σταμάτης Φασουλής, σκηνικά- κοστούμια Πάρις Μέξης, φωτισμοί Χριστίνα Θανάσουλα | Παίζουν: Σταμάτης Φασουλής, Ελένη Καστάνη, Γιώργος Δεπάστας, Δέσποινα Πολυκανδρίτου, Γιώργος Βουρδαμής, Απόστολος Καμιτσάκης, Γιώργος Κορομπίλης, Μαρία Καραβά.
*Φωτογραφίες παράστασης: Γιώργος Καβαλλιεράκης.
Info
- Θέατρο Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών: Εθνικής Αμύνης 2, τηλ. 2315 200000.
- Παραστάσεις έως τις 15 Φεβρουαρίου, κάθε Τετάρτη και Κυριακή στις 20:00 και κάθε Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο στις 21:00. Προπώληση εισιτηρίων: more.com και στο τηλεφωνικό κέντρο 211 1000 365.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»