Ο Στέργιος Τσιούμας είναι ο τρίτος από την ιδιαίτερη φυλή των αρχιτεκτόνων, που συνδέθηκα φιλικά αλλά και δημοσιογραφικά ανιχνεύοντας το δημιουργικό έργο τους και τη σπίθα που έκαιγε μέσα τους και που αποχαιρέτησα με συγκίνηση και με πολλές εικόνες στο μυαλό.
Προηγήθηκαν ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, που είχε περάσει στην αρχιτεκτονική του ΑΠΘ το 1964 αλλά απέδρασε λάμποντας στο τραγούδι και μας άφησε το 2017, και ο πολυδαίδαλος και πολυσχιδής Πάνος Θεοδωρίδης, ο «Πετεφρής» των ελληνικών γραμμάτων, που πέθανε πέρυσι τέτοιον καιρό.
Ο Στέργιος Τσιούμας, διακεκριμένος αρχιτέκτονας, σπουδαίος εικαστικός όσο και φωτογράφος, που έφυγε πριν από λίγες μέρες, είχε μια πολυδιάστατη παρουσία στην πόλη.
Με καταγωγή την επαρχία Βοΐου της Δυτικής Μακεδονίας, γεννήθηκε στο Ζαΐρ το 1954 και εγκαταστάθηκε οριστικά στη Θεσσαλονίκη το 1964. Σπούδασε Αρχιτεκτονική στο ΑΠΘ και έμαθε φωτογραφία κοντά στο Μάνο Στεφανίδη και σε ελεύθερα μαθήματα στη Σχολή «75» στις Βρυξέλλες.
Άσκησε το επάγγελμα του αρχιτέκτονα στη Θεσσαλονίκη. Έχει κάνει πολλές ατομικές εικαστικές παρουσιάσεις και έχει λάβει μέρος σε πολλές ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Έργα του υπάρχουν σε δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές, ενώ έχει βραβευτεί σε πανελλήνιους και διεθνείς διαγωνισμούς. Διετέλεσε πρόεδρος του Συλλόγου Εικαστικών Τεχνών Βορείου Ελλάδος και υπήρξε μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος.
Πάντα στα ξεχωριστά της βιβλιοθήκης μου, κρατώ τη «ανήσυχη βόλτα» του, το βιβλίο με τις φωτογραφίες που τράβηξε ως φοιτητής τότε τη δεκαετία του 1970.

Σχολιάζοντας την έκδοση, στην αρχή του βιβλίου με τις υπέροχες φωτογραφίες του Στέργιου Τσιούμα, (Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης, 2006), ο αξέχαστος Ντίνος Χριστιανόπουλος σημείωνε:
«Ανιχνεύοντας την ομορφιά μέσα στην κακογουστιά, ο Στέργιος Τσιούμας ανακαλύπτει ιχνοστοιχεία της σε κάποιες οικοδομές, παλιές και νέες, της σύγχρονης Θεσσαλονίκης. Αλλά και όταν δεν τα ανακαλύπτει, τα δημιουργεί είτε με το οξύ μάτι του, είτε προβάλλοντας μερικές κρυμμένες λεπτομέρειες. Ξετρελαμένος κι αυτός με τη Θεσσαλονίκη, κυμαίνεται ανάμεσα στη λύσσα για γραφικότητα και τη ρεαλιστική απομυθοποίησή της. Αυτή την κύμανση δεν εκφράζει άλλωστε και ο ρόλος της φωτογραφίας τις πιο πολλές φορές;»
Επέλεξα από εκείνο το βιβλίο τρεις φωτογραφίες που τράβηξε ο Στέργιος Τσιούμας πριν από μισόν αιώνα ακριβώς στην ευρισκόμενη και τότε σε μετάβαση, Θεσσαλονίκη.
(Ας μη σχολιάσω το πόσο αιφνιδιαστικό είναι για τη γενιά μου να λες «μισόν αιώνα πριν» και να εννοείς το 1976 το οποίο νοιώθεις λες και ήταν χθες….)
Ο Ηρακλής Παπαϊωάννου από την πλευρά του με την ευθύβολη πένα του και τη βαθιά γνώση της σημασίας της φωτογραφίας, είχε γράψει στον πρόλογο για τη σειρά αυτή των φωτογραφιών του Στέργιου Τσιούμα:
«Η πρώιμη μεταπολίτευση υπήρξε η ουσιαστική αφετηρία της Νέας Ελληνικής Φωτογραφίας, λειτουργώντας ως συνέχεια μεταπολεμικής σκηνής που διέθετε ως σαφές επίκεντρο το ανθρωπιστικό ρεύμα και την ανάδειξη του δημώδους πολιτισμού.
»Ο Στέργιος Τσιούμας, νεαρός φοιτητής αρχιτεκτονικής στις αρχές του ’70, ξεκινά τότε ακριβώς μια “ανήσυχη βόλτα” στη Θεσσαλονίκη, εκτείνοντας τους προβληματισμούς της σχολής και τον προσωπικό του ορίζοντα ανησυχιών σε μια φωτογραφική διερεύνηση του αστικού περιβάλλοντος.
»Στις απροσχεδίαστες αυτές περιπλανήσεις, το βλέμμα περιεργάζεται την αρχιτεκτονική κληρονομιά της πόλης, επιλέγοντας κτήρια και ιδιωτικές κατοικίες ιδιαίτερου ύφους, πολλά τα οποία δεν σώζονται πλέον. Τα επιλεγμένα εσωτερικά πολυκατοικιών ανακαλούν ομοίως το αρχοντικό ύφος μιας άλλης περιόδου. Συγχρόνως, αποτυπώνει τη δυναμική ορμή της αντιπαροχής, καθώς μέσα από τα ερείπια μεγάλου μέρους της σύγχρονης ιστορίας της πόλης, αναδύονται πολυώροφες εργολαβικές οικοδομές, αναγγέλλοντας ένα νέο αρχιτεκτονικό ήθος»…

Το μυτοτσίμπιδο της Αρχιτεκτονικής
«Λένε ότι δεν διαλέγεις εσύ την αρχιτεκτονική. Αυτή σε διαλέγει να την υπηρετήσεις, Σαν το μυτοτσίμπιδο που ξεχωρίζει ποια χάντρα χρειάζεσαι από την πληθώρα που είναι μπροστά σου ή σε ποιο σημείο της μηχανής πρέπει να εστιάσεις για να κάνεις τη δουλειά σου», είχε γράψει ο Στέργιος Τσιούμας
«Ο πατέρας μου πολύ θα ήθελε να με δει δικηγόρο με δικό μου γραφείο. Η μάνα μου, πάλι, μου λέει ότι από τριών ή τεσσάρων χρονών “όλο καλύβες έφτιαχνες, παραπήγματα, σπιτάκια…”. Κάποιο καλοκαίρι, θα ήμουνα οκτώ ή εννέα χρονών, πέτυχα τον παππού μου στην αυλή του σπιτιού μας, σε κάποιο ορεινό χωριό της Δυτικής Μακεδονίας, να είναι έτοιμος να επισκευάσει ένα κομμάτι του πέτρινου τοίχου που είχε καταρρεύσει. Είχε πέντε-έξι πέτρες δίπλα του και καθόταν με τα πόδια σταυρωμένα καταγής, Διάλεξε μια πέτρα, τη ζύγισε με το αριστερό του χέρι, “Nα εδώ…”, μου είπε, και χτύπησε μαλακά με το σκεπάρνι τη βαριά σιδερόπετρα. Αυτή εμπρός στα έκπληκτα μάτια μου, σχίστηκε μονομιάς αδιαμαρτύρητα, έβγαλε μια σπιθίτσα και μια μυρωδιά θειαφιού ήρθε στη μύτη μου, σαν αυτή, τη γνώριμη τότε που σκόρπιζαν τα σπίρτα όταν τα άναβες και έβγαζαν καπνό. Αυτό ήταν! Η πορεία μου είχε προδιαγραφεί!».
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»