Συνέντευξη στη Γεωργία Μακρογιώργου
Ο Γιώργος Καλιεντζίδης γεννήθηκε στην Κορυφή Κιλκίς και ζει στη Θεσσαλονίκη. Είναι πτυχιούχος μαθηματικός του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και εργάζεται ως δημοσιογράφος στον 9.58 fm της ΕΡΤ3 από το 1994. Έχει γράψει έξι ποιητικές συλλογές, έχει συνεργαστεί με εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά και είναι ιδρυτής και συντονιστής της Λέσχης Ανάγνωσης της ΕΡΤ3. Η γραφή του συνδυάζει κοινωνικό προβληματισμό, φιλοσοφική διάθεση και λυρική ευαισθησία με επιρροές από τον Καβάφη, τον Αναγνωστάκη και τον Ρίτσο. Ο Γιώργος Καλιεντζίδης απαντάει στις ερωτήσεις της Γεωργίας Μακρογιώργου για την «Τριλογία», που είναι η τελευταία ποιητική του συλλογή και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μανδραγόρας.
Γιώργο Καλιεντζίδη, ως μαθηματικός και ποιητής πώς ισορροπείς ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα μέσα στη γραφή σου;
Με τα μαθηματικά φτιάχνεις τον αλγόριθμο της ζωής και με την ποίηση τον αμφισβητείς, γιατί μιλάς για εκείνα που ο αλγόριθμος δεν μπορεί να συλλαβίσει κι έτσι το ποίημα γίνεται μια εξίσωση με τόσες λύσεις όσοι κι οι αναγνώστες/τριές του.
Η μνήμη είναι παντού παρούσα στην «Τριλογία». Είναι για σένα παρηγοριά ή βάρος;
Η μνήμη είναι η πυξίδα της ζωής καθώς μ’ αυτήν γνωρίζουμε τον εαυτό μας και μπορούμε, έχουμε τη δυνατότητα να γνωρίσουμε και τον Άλλο, να υπάρξουμε στο χρόνο δηλαδή. Στη συλλογή αυτή -όπως και στην προηγούμενη, την «Ένδοξη αναχώρηση του Αϊ-Φωτιά»- ενώ προσπαθώ να μιλήσω με το παρελθόν, εκείνο μεταμορφώνεται σε παραμυθία και έτσι συναντώ το παρόν και το μέλλον ή τουλάχιστον νομίζω ότι τα συναντώ.
Ποια είναι κατά τη γνώμη σου η θέση της κοινωνικής ποίησης σήμερα;
Δεν γνωρίζω ποια είναι η θέση της κοινωνικής ποίησης σήμερα αλλά ξέρω ότι όσο συνεχίζουν να υπάρχουν -και μερικές φορές σε χειρότερη μορφή- η ανισότητα, η εκμετάλλευση, η φτώχεια, η αλλοτρίωση και οι πόλεμοι, τόσο και αυτή -που ονομάζουμε κοινωνική ποίηση- θα υπάρχει.
Τι σε ώθησε να συνομιλήσεις με τον Ίταλο Καλβίνο και τις «Αόρατες Πόλεις» του;
Με το που διαβάσεις τις «Αόρατες Πόλεις», γίνεσαι κάτοικός τους και συνομιλείς με τη μνήμη, τον έρωτα και την απώλεια. Λες τις ιστορίες σου, εκφράζεις τις επιθυμίες σου κι ονειρεύεσαι να μπορέσεις να αντιμετωπίσεις τη φθορά. Φτιάχνεις τις δικές σου αόρατες πόλεις αλλά πρέπει να προσέξεις μην ξεχαστείς σε κάποια απ’ αυτές.
Ο έρωτας στην ποίησή σου μοιάζει ταυτόχρονα λυτρωτικός και οδυνηρός. Πώς τον αντιλαμβάνεσαι ως ποιητικό βίωμα;
Με τον έρωτα μετράς τα όριά σου, εκτίθεσαι. Εν δυνάμει δημιουργικό στοιχείο αλλά και φορές -μάλλον τις περισσότερες- επώδυνο. Δεν είναι τόσο ως θεματικό στοιχείο στη γραφή μου αλλά σαν ένας σπινθήρας που τη διαπερνά. Αν δεν φλέγεται το ποίημα… δεν τα κατάφερα.
Ποια είναι η θέση της Θεσσαλονίκης στη γραφή σου;
Τη Θεσσαλονίκη τη φορώ κατάσαρκα· δεν μου λείπει. Το φως της, η ομίχλη της, ο βαρδάρης της -πιο ήπιος πια- οι ήχοι της, οι δρόμοι της, οι άνθρωποί της μπαινοβγαίνουν αθόρυβα στους στίχους των ποιημάτων μου. Εκείνα που πάντα θα μου λείπουν, είναι η εικόνα της λίμνης Δοϊράνης και το Μπέλες, όπως τα έβλεπα από το χωριό μου στα παιδικά μου χρόνια, γι’ αυτό και επανέρχονται.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»