Η κηδεία του Αντώνη Κούρτη θα τελεστεί σήμερα, Τετάρτη 18 Μαρτίου, στις 14:15, στα Κοιμητήρια Αναστάσεως του Κυρίου, όπως είχε γνωστοποιήσει τις προηγούμενες ημέρες και η ΕΣΗΕΜ-Θ.
Ο Αντώνης Κούρτης έφυγε από τη ζωή το Σάββατο 14 Μαρτίου, σε ηλικία 92 ετών, αφήνοντας πίσω του μια σπουδαία παρακαταθήκη. Υπήρξε μια εμβληματική μορφή για τη δημοσιογραφία της Θεσσαλονίκης, αλλά και για τον ευρύτερο προοδευτικό χώρο, με παρουσία που σημάδεψε την πόλη για δεκαετίες.
Η πορεία του ως δημοσιογράφος στον Τύπο ξεκίνησε το 1961 από τις εφημερίδες «Ελεύθερος Λαός» και «Δράση», ενώ στη συνέχεια συνέδεσε το όνομά του με την εφημερίδα «Θεσσαλονίκη». Εκεί, ως διευθυντής για πολλά χρόνια, άφησε το δικό του ξεχωριστό αποτύπωμα, διαμορφώνοντας μια ολόκληρη εποχή για την ενημέρωση της πόλης.
Μέχρι και τις τελευταίες μέρες της ζωής του παρακολουθούσε με ενδιαφέρον και ανησυχία τις εξελίξεις στον χώρο του Τύπου, ενώ ένα από τα τελευταία κείμενα που δημοσίευσε ήταν στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη» με αφορμή τη συμπλήρωση ενός έτους από την επανέκδοσή της.
«Επανακυκλοφορεί η ιστορική εφημερίδα που αποτέλεσε Φωνή Λαού, που έχει γνώμη για θέματα της πόλης, που δεν συνέφεραν πολλούς, ήταν όμως σοβαρά για την Δημοκρατία. Γι’ αυτό ας την στηρίξουμε με όλη τη δύναμή μας. Να την συντηρήσουμε, να ακούγονται απόψεις που εξυπηρετούν τον κόσμο όλων των πολιτών και όχι κάποιους μόνον» είχε γράψει…
Σήμερα, συνάδελφοι, φίλοι και αναγνώστες τον αποχαιρετούν με σεβασμό, αναγνωρίζοντας την πολύτιμη συμβολή του στη δημοσιογραφία και τη δημόσια ζωή της Θεσσαλονίκης.

Ο εμβληματικός δημοσιογράφος Αντώνης Κούρτης
Γεννήθηκε στη Λάρισα τον Φεβρουάριο του 1934 και πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια στην Κατοχή. Ο πατέρας του είχε συλληφθεί το 1941 και είχε μεταφερθεί στις Φυλακές Αβέρωφ και στη συνέχεια σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Ιταλία. Μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου και τα πρώτα χρόνια εργάστηκε ως δικηγόρος.
Η διαδρομή του στη δημοσιογραφία ξεκίνησε το 1961 στις εφημερίδες «Ελεύθερος Λαός» και «Δράση».
Στη συνέχεια εργάστηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη», στην οποία αναδείχθηκε διευθυντής επί σειρά ετών και άφησε εποχή καθώς εκείνη την περίοδο η εφημερίδα γνώρισε μεγάλη κυκλοφορία αποτυπώνοντας με κύρος και αξιοπιστία καθημερινά τον σφυγμό της πόλης σε όλους τους τομείς, καταγράφοντας τα μεγάλα γεγονότα στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Συνεργάστηκε στενά με τον αείμνηστο εκδότη της Ιωάννη Βελλίδη και ο ίδιος διηγούνταν στους νεότερους τους τρόπους που σκαρφίζονταν για να ξεφεύγουν ειδήσεις από τον ταγματάρχη λογοκριτή της δικτατορίας και να δημοσιεύονται.
Την περίοδο της δικτατορίας ήταν και ανταποκριτής του Γαλλικού Πρακτορείου Ειδήσεων και της ελληνικής εκπομπής της Σουηδικής Ραδιοφωνίας.
Το 1985 ανέλαβε γενικός γραμματέας Τύπου και Πληροφοριών στην κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου και το 1986 ορίστηκε κυβερνητικός εκπρόσωπος. Πέρα από τις σχέσεις που καλλιέργησε με τους δημοσιογράφους, από τη συγκεκριμένη θέση, έγινε γνωστός και για τον τρόπο με τον οποίο απέφευγε να απαντήσει σε δύσκολες ερωτήσεις τους, με τη φράση «άλλη ερώτηση».
Τοποθετήθηκε πρόεδρος της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ), ήταν ο μακροβιότερος, επί των ημερών του ολοκληρώθηκε το εκθεσιακό κέντρο στο Μαρούσι της Αθήνας και για την προσφορά του η διοίκηση της ΔΕΘ-Helexpo τον τίμησε απονέμοντάς του πλακέτα και δίνοντας το όνομά του σε μία αίθουσα του συνεδριακού κέντρου “Ι. Βελλίδης”.
Το 1995 ανέλαβε την ευθύνη της εβδομαδιαίας έκδοσης “Βόρεια Ελλάδα” της εφημερίδας “Η Καθημερινή” και από το 2000 μέχρι το 2007 είχε την ευθύνη της έκδοσης των εφημερίδων της Θεσσαλονίκης “Αγγελιοφόρος” και “Αγγελιοφόρος της Κυριακής”.
Εκλέχθηκε πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας-Θράκης (ΕΣΗΕΜΘ) για 8 χρόνια και για την προσφορά του στη δημοσιογραφία τιμήθηκε από το Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΣΗΕΜΘ.