Της Ελισάβτες Σταυριανίδου
Τέλος εποχής για το ιστορικό πρώην εργοστάσιο της ΑΓΝΟ στη Σταυρούπολη της Θεσσαλονίκης, εκεί όπου για πρώτη φορά στην Ελλάδα έγινε παστερίωση γάλακτος, βρήκαν μεροκάματο εκατοντάδες κάτοικοι της περιοχής, δημιουργήθηκαν σχέσεις ζωής, ενώ αναπτύχθηκαν έρωτες και προέκυψαν οικογένειες.
Σε μια έκταση 12,5 στρεμμάτων, μέσα σε 100 μικρότερα και μεγαλύτερα κτήρια, η ΑΓΝΟ αποτέλεσε την πρώτη βιομηχανία παστερίωσης και εμφιάλωσης γάλακτος στο πρώτο της εργοστάσιο, στη Σταυρούπολη, το οποίο κατεδαφίζεται 33 χρόνια μετά τη μετεγκατάστασή του, στον Λαγκαδά Θεσσαλονίκης. Στις εγκαταστάσεις αυτές γινόταν η παστερίωση, αποθήκευση και διανομή του γάλακτος της Ένωσης Αγελαδοτροφικών Συνεταιρισμών Θεσσαλονίκης.
Ένας χώρος με βαρύ ιστορικό χαρακτήρα στην καρδιά της Σταυρούπολης περνά σε μια νέα εποχή, με στόχο να μετατραπεί σε έναν πνεύμονα πρασίνου, ανοιχτό χώρο, προσβάσιμο για όλους, με τη διοίκηση του δήμου Παύλου Μελά να προχωρά συγκεκριμένα, στον σχεδιασμό 12 στρεμμάτων ελεύθερου χώρου πρασίνου.
Τα κτίσματα που καθαιρούνται έχουν ήδη χαρακτηριστεί ως επικίνδυνα και ακατάλληλα από άποψη στατικότητας και υγιεινής, αποτελώντας διαχρονικά εστία μόλυνσης και πηγή κινδύνου για τη δημόσια ασφάλεια.
«Κάτι ‘’κόπηκε’’ μέσα μου»
Σε αυτούς τους χώρους δεν αναπτύχθηκε μόνο μια από τις μεγαλύτερες γαλακτοβιομηχανίες στην Ελλάδα, αλλά «χτίστηκε» ένα ισχυρό κοινωνικό και ανθρώπινο αποτύπωμα, με προσφορά εργασίας, καλές αμοιβές, σχέσεις ζωής ανάμεσα σε εργαζόμενους, που στο πέρασμα των χρόνων έγιναν άρρηκτες φιλίες, ενώ δεν έλειψαν όπως ήταν φυσικό και οι έρωτες, που κάποιοι από αυτούς κατέληξαν σε γάμο. Κάθε γωνιά τους και μια ιστορία.
«Δεν πηγαίναμε στη δουλειά, πηγαίναμε στη δεύτερη οικογένειά μας», περιγράφει με συγκίνηση ο 72χρονος σήμερα Δημήτρης Βλάχος, που δούλεψε στο Χημικό Εργαστήριο της ΑΓΝΟ από το 1977 έως το 2000, αρχικά στο εργοστάσιο στη Σταυρούπολη και μετέπειτα στον Λαγκαδά.
«Τα χρόνια εκείνα η ΑΓΝΟ ήταν ένας χώρος όπου δουλεύαμε όλο χαρά γύρω στα 500 άτομα. Μέσα εκεί μεγαλώσαμε, άλλοι ερωτεύτηκαν, παντρευτήκαν, έκαναν οικογένειες, εκεί βγήκαν στη σύνταξη», λέει ο κ. Βλάχος.
Όταν η συζήτηση πηγαίνει στην κατεδάφιση των κτιρίων, η φωνή του 72χρονου «σπάει». «Η αλήθεια είναι ότι την πρώτη μέρα που άρχισαν να το γκρεμίζουν, με ειδοποίησε ένας πρώην συνάδελφος και πήγα και το είδα. Ειλικρινά (…) κάτι “κόπηκε” μέσα μου, το αγαπήσαμε πολύ το εργοστάσιο, πιστεύω όποιον και να ρωτήσεις, το ίδιο θα σου πει», σημειώνει με έμφαση.

«Χαιρόμασταν να πηγαίνουμε στη δουλειά»
Η συνάδελφός του στο εργαστήριο, η 70χρονη σήμερα Χριστίνα Σάββα, ξεκίνησε τη νέα της ζωή στην Ελλάδα, φτάνοντας από την Κύπρο το 1974, πιάνοντας εργασία στο εργοστάσιο της ΑΓΝΟ, στη Σταυρούπολη, μέχρι και το 1995, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε.
«Πολύς κόσμος από τη γύρω περιοχή, και από Σταυρούπολη και από Ηλιούπολη δούλεψε στην ΑΓΝΟ, άντρες και γυναίκες. Το εργοστάσιο δούλευε όλο το 24ωρο σε τρεις βάρδιες, δεν σταματούσε η παραγωγή καθόλου. Στο Χημείο, φτάσαμε να είμαστε δώδεκα και δεκατέσσερα άτομα. Υπήρχε πολλή αγάπη, ομαδικότητα, είχαμε καλούς μισθούς, πλήρωναν υπερωρίες, δεν μας “έτρωγαν” ούτε μια δραχμή. Το κλίμα ήταν καλό, χαιρόμασταν που πηγαίναμε στη δουλειά», περιγράφει η κ. Χριστίνα, ενώ προσθέτει με συγκίνηση: «Για μήνες μετά, αφού συνταξιοδοτήθηκα πρόωρα, περνούσα καθημερινά από το εργοστάσιο της Σταυρούπολης για να δω τους συναδέλφους μου, δεν μπορούσα να… ξεκόψω, ήμασταν πολύ αγαπημένοι. Μέχρι που έφυγαν στον Λαγκαδά, περνούσα καθημερινά».
Καλύτεροι μισθοί από τους τραπεζικούς
«Η ΑΓΝΟ ήταν τότε ο ρυθμιστής των τιμών στα γαλακτοκομικά προϊόντα. Οι κτηνοτρόφοι ήταν ευχαριστημένοι και ταυτόχρονα έξω στην αγορά, βγάζαμε ποιότητα», λέει από την πλευρά του ο Δημήτρης Κωνσταντινίδης, ο οποίος εργαζόταν από το 1980 στο εργοστάσιο της Σταυρούπολης και μετέπειτα, μέχρι και το 2002, στο εργοστάσιο του Λαγκαδά. «Ήμουν ειδικός στις ζωοτροφές, στη διαχείριση, τον ποιοτικό τους έλεγχο. Τα πρώτα χρόνια ήταν πολύ καλά, θυμάμαι παίρναμε καλύτερους μισθούς και από τους τραπεζικούς», δηλώνει.
Και οι τρεις, συμφωνούν ότι τα «κουφάρια» του πρώην εργοστασίου αποτελούν εστία μόλυνσης και επικινδυνότητας και σημειώνουν πως θα έπρεπε εδώ και χρόνια να έχουν απομακρυνθεί, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι μαζί τους θα… πάρουν και τις μνήμες τους. «Να γίνει πράσινο, να ανοίξει ο χώρος και να καθαριστεί», προτείνουν ομόφωνα.
Η αρχή έγινε το 1950
Η ΑΓΝΟ ιδρύθηκε το 1950 ως συνεταιριστική βιομηχανία γάλακτος της Ε.Α.Σ.Θ. (Ένωσης Αγελαδοτροφικών Συνεταιρισμών Θεσσαλονίκης) και λίγα χρόνια αργότερα, το 1955, εξελίχθηκε στην πρώτη βιομηχανία παστερίωσης και εμφιάλωσης γάλακτος στη Βόρεια Ελλάδα, στο πρώτο της εργοστάσιο στη Σταυρούπολη. Απασχολούσε περίπου 300-350 εργαζόμενους στο εργοστάσιό της στον Λαγκαδά (φωτ.) και είχε τεράστιο δίκτυο διανομής σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Χαλκιδική, Κατερίνη, Ξάνθη, Ηράκλειο, Χανιά, κ.α..
Η επιχειρηματική δραστηριότητα της ΑΓΝΟ συνέβαλλε σημαντικά από το 1950 στην οικονομία της Ελλάδας με προϊόντα όπως γάλα, γιαούρτια, τυροκομικά προϊόντα, παγωτά, βούτυρα. Ήταν η πρώτη εταιρεία στη χώρα, που παστερίωσε, αλλά και εμφιάλωσε σε χάρτινο μπουκάλι το γάλα της.
«Η ΑΓΝΟ δεν είναι τα κτήρια»
Από τους ελάχιστους διευθυντές της τότε ΑΓΝΟ εν ζωή, ίσως ο μοναδικός, είναι ο επί 28 έτη τεχνικός διευθυντής Νίκος Καραθεόδωρος. Τα πρώτα 15 χρόνια εργάστηκε στο εργοστάσιο της Σταυρούπολης και στη συνέχεια του Λαγκαδά. Παράλληλα, διετέλεσε μέλος του διοικητικού συμβουλίου του ΣΕΒΓΑΠ, του ΔΣ Εθνικής Επιτροπής Γάλακτος και του ΔΣ του ΕΛΟΓΑΚ. Παρά τα 80 του έτη, ο κ. Καραθεόδωρος, όταν καλείται σήμερα να μιλήσει για την ΑΓΝΟ, θαρρείς και γίνεται πάλι μεσήλικας, με την ίδια ακόρεστη επιθυμία να «ριχτεί» στη μάχη της παραγωγής. «Η ΑΓΝΟ δεν είναι τα κτήριά της, είναι το άσβεστο πάθος των ανθρώπων της για ανάπτυξη. Υπήρξε πάντοτε πρωτοπόρος», λέει γεμάτος υπερηφάνεια, μιλώντας στη «Θεσσαλονίκη».
Αναφερόμενος στους συναδέλφους του, υπογραμμίζει συνεχώς την ομαδικότητα, το πάθος για εξέλιξη, για ποιότητα. Ταυτόχρονα θέτει τους τρεις παράγοντες που κατά τη γνώμη του «εκτόξευσαν» την ΑΓΝΟ, ενώ παράλληλα κάνει αναφορά και στην διαφήμιση του 1988, που άφησε εποχή, με τον Νίκο Γκάλη να πρωταγωνιστεί. «Ήταν πρωτοπόροι αυτοί που το ίδρυσαν, η δεύτερη πρωτοπορία ήταν όσα έκανε στη συνέχεια η δική μου ομάδα, που αναδείξαμε σε ανταγωνιστικό τον κλάδο, καταγράφοντας πρωτόκολλα, δημιουργώντας το ΣΕΒΓΑΠ, ενώ ταυτόχρονα δώσαμε μεγάλη βαρύτητα στην εκπαίδευση και την ενημέρωση-αξιοποίηση της νεολαίας. Χωρίς τη ζώνη γάλακτος, τον ΣΕΒΓΑΠ και τη νεολαία, η ΑΓΝΟ, δεν θα πετύχαινε τους στόχους της», δηλώνει.

Μοιράζεται ένα περιστατικό, που του έμεινε χαραγμένο στη μνήμη, καθώς οι συνάδελφοί του -οδηγοί στις νταλίκες μεταφοράς των φορτίων- συνήθιζαν να διακωμωδούν το γεγονός ότι τους έδινε για προληπτικούς λόγους, πριν από κάθε τους ταξίδι, ένα σάκο με είδη πρώτης ανάγκης (ρούχα, παπούτσια, νερό, ξηρά τροφή κλπ). «Κάπου εκεί στο 1995, χειμώνας, ξεκινούν πέντε νταλίκες για Αθήνα και προτού φύγουν, τους δίνω τον γνωστό σάκο με τα πράγματα. Στον Άγιο Παντελεήμονα, στην Πιερία, τους πιάνει σφοδρή χιονόπτωση, σε σημείο που το ένα φορτηγό έμενε μετά το άλλο και έπρεπε να βάλουν αλυσίδες. Όταν φυσικά χρειάστηκαν τα πράγματα από τον σάκο, τότε μέσω των ασυρμάτων που είχαν, είπαν: Μια προσευχή για τον Καραθεόδωρο, που μας ‘έσωσε’».
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»