Ο θάνατος του Αντώνη Κούρτη δεν σηματοδοτεί μόνο την απώλεια ενός σημαντικού δημοσιογράφου και διευθυντή εφημερίδας. Σηματοδοτεί το κλείσιμο μιας ολόκληρης εποχής για τη δημοσιογραφία της Θεσσαλονίκης, της Βόρειας Ελλάδας και, σε έναν βαθμό, για την ίδια την πολιτική και ηθική πρόσληψη του δημόσιου βίου στη μεταπολεμική Ελλάδα.
Ο Αντώνης Κούρτης υπήρξε υπόδειγμα διευθυντή. Όχι απλώς γιατί διοίκησε με επιτυχία μια ιστορική εφημερίδα, αλλά γιατί ενσάρκωσε ένα πρότυπο ηγεσίας που σήμερα σπανίζει: τον διευθυντή που δεν ήταν διαχειριστής ύλης, αλλά δάσκαλος, οργανωτής συνειδήσεων, εγγυητής ελευθερίας και ευθύνης. Για όσους εργάστηκαν δίπλα του, η δημοσιογραφία δεν ήταν μια απλή επαγγελματική διαδρομή· ήταν σχολείο δημοκρατίας, ήθους και δημόσιας ευθύνης.

Στη εφημερίδα «Θεσσαλονίκη», το παιδί του, δημιούργησε έναν χώρο ζωντανό, δημιουργικό, απαιτητικό. Έναν χώρο όπου νέοι άνθρωποι έβρισκαν ευκαιρία να δοκιμάσουν με αξιοπρεπείς όρους τις δυνάμεις τους στην δημοσιογραφία την οποία αντιλαμβάνονταν ως κοινωνική προσφορά. Τους έδινε βήμα και τους δίδασκε ότι η δημοσιογραφία είναι λειτούργημα: απαιτεί ακεραιότητα, θάρρος, ανεξαρτησία και προσήλωση στην αλήθεια, ιδίως όταν αυτή συγκρούεται με τα κέντρα εξουσίας.
Αυτό το πρότυπο δεν ήταν θεωρητικό. Ο Κούρτης δίδασκε με το παράδειγμά του. Με τη στάση του απέναντι στην εξουσία, με την απαίτησή του για διασταύρωση, με την προστασία που παρείχε στους νεότερους όταν πιέζονταν, με την ακαμψία του απέναντι στην αυθαιρεσία και την αδικία. Ήταν αυστηρός όταν έπρεπε αλλά και βαθιά ανθρώπινος. Δεν σε κοιτούσε αφ’ υψηλού. Γι’ αυτό και όσοι πέρασαν από τα χέρια του δεν αισθάνθηκαν ότι εργάστηκαν απλώς σε μια εφημερίδα, αλλά ότι μαθήτευσαν σε ένα πραγματικό σχολείο δημόσιου λόγου. Ανάλογα κινούνταν και οι άμεσοι συνεργάτες του: Πεκλάρης, Μυλαράκης, Ρεπανάς.

Η διαδρομή του Κούρτη, όμως, δεν περιορίζεται στο δημοσιογραφικό πεδίο. Εξέφρασε, με την εφημερίδα, με τη δημόσια παρουσία του, με την πολιτική του συμμετοχή και με τη διοίκηση που άσκησε, τα οράματα μιας γενιάς που σημάδεψε τη μεταπολεμική Ελλάδα: της γενιάς του 1-1-4. Της γενιάς που επιδίωξε δημοκρατική αναγέννηση, κοινωνική μεταρρύθμιση, εκδημοκρατισμό των θεσμών και ουσιαστική συμμετοχή του πολίτη στα κοινά. Η «Θεσσαλονίκη» δεν υπήρξε απλώς μια εφημερίδα. Αποτέλεσε τον φορέα μιας ολόκληρης αντίληψης για την πόλη, της αριστοτελικής αντίληψης για την πόλη, τον πολίτη, την πολιτεία και την πολιτική. Ήταν το μέσον για να εκφραστεί η κοινωνία.
Στα χρόνια της δικτατορίας έγινε σημείο αναφοράς αντιστασιακών φωνών και προσωπικοτήτων. Στα χρόνια της μεταπολίτευσης υπήρξε αιχμή του δόρατος για τις αλλαγές που καθυστέρησαν αλλά διεκδικήθηκαν με επιμονή. Στις δύσκολες ώρες της Θεσσαλονίκης, από τις κοινωνικές εντάσεις μέχρι τις μεγάλες φυσικές δοκιμασίες, η εφημερίδα στάθηκε κοντά στον πολίτη.
Ιδιαίτερη θέση στη δημόσια παρακαταθήκη του κατέχει η προσφορά του στην Ένωση Συντακτών. Δικαίως θεωρείται ο εμβληματικότερος πρόεδρος της ΕΣΗΕΜΘ. Επί των ημερών του η Ένωση απέκτησε στέγη, συνέβαλε στην δημιουργία νέων θεσμών (Βαλκανική Συνομοσπονδία Δημοσιογράφων, ΠΟΕΣΥ) και απέκτησε ισχυρότερο αποτύπωμα όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στον βαλκανικό χώρο.

Εμβληματικό ήταν το πέρασμά του και από την Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης.
Με τον Αντώνη Κούρτη κλείνει μια ολόκληρη εποχή. Μια εποχή στην οποία η δημοσιογραφία δεν ήταν εργαλείο αυτοπροβολής ή μηχανισμός επιρροής, αλλά αποστολή κοινωνικής προσφοράς
Ο Αντώνης Κούρτης ανήκει, πλέον, στην ιστορία της Θεσσαλονίκης και της ελληνικής δημοσιογραφίας.
Η εποχή που εξέφρασε παρήλθε. Η δημοσιογραφία στην εποχή που εισήλθαμε θέλει ανάλογης βαρύτητας προσωπικότητες για να μην διολισθήσει σε φερέφωνο της εξουσίας.