Της Βασιλικής Πολίτου
Το παλιό «ανατολίτικο» παζάρι αναβιώνει μόνιμα στο Καπάνι, έστω κι αν τα στριφογυριστά στενοσόκακα που θύμιζαν λαβύρινθο έχουν εξαφανιστεί. Δεν τα χάλασε η πόλη το 1912 με την απελευθέρωσή της, αλλά η μεγάλη φωτιά του 1917 που κατέκαψε τα πάντα και … «φταίει» που τα τετραγώνισε ο Γάλλος αρχιτέκτονας και πολεοδόμος Ernest Michel Hébrard.
Η πόλη κόπηκε στα δύο εκείνον τον Αύγουστο. Η φωτιά δεν έκαψε μόνο 9.500 σπίτια και μαγαζιά, αφήνοντας στον δρόμο 70.000 ανθρώπους· έσβησε έναν ολόκληρο τρόπο ζωής στην επονομαζόμενη «πυρίκαυστο ζώνη». Από την Αγίου Δημητρίου του Βορρά μέχρι την προκυμαία στον Νότο, και από την Εθνικής Αμύνης στα ανατολικά έως τη Λέοντος Σοφού στην άλλη άκρη.
Πάνω σε αυτές τις στάχτες, η Θεσσαλονίκη ξανασχεδιάστηκε: άνοιξαν ευρείς άξονες, γεννήθηκαν οι συμμετρικές όψεις της εμβληματικής λεωφόρου Αριστοτέλους. Κι όμως, πίσω από αυτή την επιβλητική πρόσοψη, η παλιά εμπορική ζώνη συνέχισε να πάλλεται πεισματικά. Είχε ήδη απλωθεί μέσα στους αιώνες, από την εποχή του Γαλερίου μέχρι και τις αρχές του εικοστού αιώνα, νότια και δυτικά από τη ρωμαϊκή αγορά. Από το ύψος της Παναγίας Χαλκέων μέχρι και το λιμάνι της πόλης.

Οι μικροπωλητές
Εκεί, μέσα σε αυτό το πυκνό πλέγμα ζωής και συναλλαγής – ανάμεσα στη Βλάλη, τη Μενεξέ, την Ερμού και τη Βασιλέως Ηρακλείου – αναδύεται η αγορά Βλάλη, το γνωστό μας Καπάνι. Με τα διώροφα κτήρια, που… ντύνονται με διπλά τοξωτά παράθυρα στο ρετιρέ. Ένας τόπος που δεν είναι απλώς αγορά, αλλά μνήμη σε συνεχή κίνηση· όπου οι φωνές των μικροπωλητών – κοτοπουλάδων, ψαράδων, μανάβηδων – διαχέονται ακόμη στον αέρα και μπλέκονται με τα βήματα των περαστικών.
«Και όταν ο Εμπράρ επιχείρησε “να βάλει τάξη και γεωμετρία εδώ”, όπου κάποτε βασίλευε η αταξία, το Καπάνι βρήκε τρόπο να επιστρέψει. Ίσως όχι όπως πριν – με τα σκοτεινά περάσματα και τις τυφλές στροφές – αλλά με την ψυχή που αρνείται να ευθυγραμμιστεί. Κρατώντας μέσα του κάτι από την παλιά ακαταστασία, ένα επίμονο ίχνος ζωής, που δεν χωρά σε κάναβο και σχέδιο», μοιράζεται μαζί μας ο κ. Θρασύβουλος Γιαντσίδης, που εργάζεται, με κλεισμένα πλέον τριάντα χρόνια, στο κοτοπουλάδικο του Νικολάου Γκαρίπη, επί της οδού Βλάλη. Το στερνοπούλι της αγροτικής οικογένειας από το Χέρσο Κιλκίς, με ρίζες πιο βαθιές – στην Ανατολική Θράκη – ήρθε απ’ τα μικράτα του στην πόλη, για να αλλάξει ζωή και παραστάσεις. «Εδώ μεγάλωσα και έμαθα πως η αγορά δεν είναι μόνο τα πράγματα που πουλάς, αλλά και οι ιστορίες που διαστρωματώνονται». Κοντοστέκεται για λίγο σαν να αφουγκράζεται κάτι μέσα στον θόρυβο της αγοράς. «Την λένε Αγορά Βλάλη… ξέρετε γιατί; Παλιοί μας το λέγανε. Για έναν έμπορο, τον Γεώργιο Βλάλη. Στα χρόνια της Επανάστασης, το ’21, εδώ μέσα έγιναν σφαγές. Τον σκότωσαν μαζί με άλλους χριστιανούς… Και δεν ήταν μόνο αυτό. Στον πλάτανο, εδώ πιο πέρα, κρέμασαν και προκρίτους – όποιον υποψιάζονταν πως είχε σχέση με τη Φιλική Εταιρεία».

Ως αλευραγορά
Καθώς διερχόμαστε τη Σολωμού, η αγορά αλλάζει υφή. «Το Καπάνι ήταν αρχικά αλευραγορά, παίρνοντας το πρώτο όνομά του από την τουρκική λέξη Unkapanı», λέει ο κ. Δημήτρης Χατζημπαρούτης στην είσοδο του μαγαζιού του. Έπειτα ήρθαν στη Σολωμού οι τσαγκάρηδες και οι ρουχάδες, μετά την Κατοχή. Θα φύγετε νύχτα – έτσι έλεγαν στον πατέρα του που διατηρούσε στην αρχή ένα παιδικό ρουχάδικο – αλλά τελικά έφυγαν οι ίδιοι – και ήταν μέρα μεσημέρι. «Ήταν η εποχή που ο κόσμος άρχισε να παίρνει έτοιμα παπούτσια». Ονόματα ξεπηδούν σαν σκιές από το παρελθόν: ο κυρ-Αλέκος ο τσαγκάρης, ένα σανδαλοπωλείο στη γωνία Χαλκέων και Σολωμού, που χάθηκε με τον σεισμό του ’78.
Νοσταλγικά, ανασυνθέτει τα περασμένα χρόνια – προ του ευρώ – ο κ. Χατζημπαρούτης. «Άλλα χρόνια. Τότε πουλούσες κάλτσες καρό με τα τσουβάλια στους Σέρβους και τους Βαλκάνιους πελάτες. Με χρυσό για την επιχείρηση το σωτήριον έτος 1999. Όταν σε μια ημέρα κάναμε τζίρο ένα εκατομμύριο δραχμές! Τώρα… μια σακούλα ελιές, μια φωτογραφία και φύγανε».

Από την εποχή της δραχμούλας στο σκληρό ευρώ
Η φωνή του κ. Θρασύβουλου Γιαντσίδη χάνεται μέσα στις φωνές της Μενεξέ. Και σαν να παίρνει τη σκυτάλη η ίδια η αγορά, ενώ η ιστορία συνεχίζει να ξεδιπλώνεται σε άλλες γωνιές της. Στους πάγκους των ψαράδων, όπου τα πολύχρωμα θαλασσινά παρελαύνουν: καλαμαράκια, μύδια, γαρίδες, χταπόδια… «Η σουπιά ξεκίνησε με έξι ευρώ και έφτασε δεκατέσσερα», λέει ο κ. Γιάννης Τσάκος, που κατάγεται από την Κορυτσά. «Όλο το κακό είναι στους μεσάζοντες. Η αγορά θέλει να πουλάει φθηνά, αλλά δεν βγαίνει». Ο κόσμος ψάχνει, επιλέγει, συζητά… Οι παλιοί θυμούνται τις ουρές από την εποχή της δραχμής και το πώς η καθημερινότητα στην οδό Μενεξέ είχε τον δικό της ρυθμό. «Από πιτσιρικάς είμαι εδώ, 35 χρόνια. Από την εποχή της δραχμούλας. Ο κόσμος περίμενε να πάρει 1-2 κιλά σαρδέλες και να φύγει. Τώρα με τις τιμές και τους μεσάζοντες, τα πράγματα άλλαξαν».

Λίγο πιο πέρα, ο κ. Ιωσήφ Χατζηιωάννου κρατά ένα οπωροπωλείο, που μετρά σχεδόν έναν αιώνα ζωής. Από παππούδες Μικρασιάτες, σε τρίτη και τέταρτη γενιά, το μαγαζί επιμένει. «Άλλαξε ο κόσμος», λέει. «Οι παλιοί πελάτες από τον πατέρα μου έρχονται ακόμη, ενώ από τον παππού κανείς. Ο χρόνος ο αδυσώπητος». Θυμάται εποχές που ο κόσμος πάρκαρε το αυτοκίνητο δωρεάν στην Παναγία Χαλκέων, για να εξυπηρετηθεί για τα ψώνια του στο Καπάνι. Ή που οι πελάτες έπαιρναν αχάραγα το δωρεάν λεωφορείο και μετά περίμεναν καρτερικά έξω από το μαγαζί μέχρι να ανοίξει, ανάβοντας φωτιά σε τενεκέδες για να ζεσταθούν.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»