Ο Ντίνος Παπασπύρου(1938-2024), λαμπρός ζωγράφος της πόλης, τέκνο της χρυσής εποχής της «Διαγώνιου» και συγγραφέας, τέτοιες μέρες σε συζητήσεις θυμόταν τους «προτηλεοπτικούς» κινηματογράφους του κέντρου της Θεσσαλονίκης, τους οποίους ζωγράφισε μάλιστα με τέχνη και με πάθος.
«Δεν μπορώ να θυμηθώ», μας έλεγε, «σινεμά τη Μεγάλη Εβδομάδα στα χρόνια του 1950 χωρίς να μου έλθουν εικόνες από το πλήθος έξω από τα “Ηλύσια”».
Αυτός ο ιστορικός κινηματογράφος στη γωνία Παύλου Μελά και Μητροπόλεως είχε ταυτιστεί με τις ταινίες για τα «Πάθη του Χριστού».
Η δεκαετία του 1950 ήταν άλλωστε και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού η «χρυσή εποχή» των βιβλικών υπερπαραγωγών του Χόλιγουντ. «Μπεν Χουρ», «Κβο Βάντις» , «Χιτώνας» (αν και προτιμώ το καθαρευουσιάνικο, «Ο Χιτών», όπως ήρθε στα «Ηλύσια»), «Βαραββάς» κ.α..
Δέος στο πλήθος από το τεκνικολόρ, τους χιλιάδες κομπάρσους, τα κουστούμια και εμβληματικά σκηνικά.
Βέβαια και άλλοι κινηματογράφοι του κέντρου έπαιζαν αυτές τις ταινίες με κεντρικό θέμα το Θείο Δράμα, αλλά τα «Ηλύσια» χάρισαν πιο πολλές αναμνήσεις σ’ εκείνη τη γενιά.
Μια και μιλάμε γι’ αυτόν τον κινηματογράφο, σας μεταφέρω και μια πληροφορία που έγραψε στο βιβλίο του «Σινεμά ο Παράδεισος» ο αξέχαστος συγγραφέας και καθηγητής της πολιτικής ιστορίας Γιώργος Αναστασιάδης :
«Στην Κατοχή, οι Γερμανοί παραχώρησαν στους Ιταλούς τα «Ηλύσια» για την ψυχαγωγία των στρατιωτών τους. Οι Ιταλοί όμως επέτρεψαν την είσοδο και σε Έλληνες αρκεί να κάθονταν οι τελευταίοι στην πλατεία. Τα κάθισμα προορίζονταν πάντως αποκλειστικά για τους Ιταλούς».
Σήμερα όμως λόγω των ημερών θα σας παρουσιάσουμε και ένα κείμενο του Ντίνου Παπασπύρου, που αφορά σε πολύτιμες παιδικές του μνήμες από την ταραγμένη δεκαετία του 1940.

Μεγάλη Πέμπτη 13 Απριλίου tου ’44.
Με το πρώτο φέγγος πεταχτήκαμε από τα κρεβάτια μας με άγρια γαυγίσματα του Μπόμπη μας. Ανοίγω το τζάμι, σηκώνω από τις γρίλιες το πισσόχαρτο που είχαμε για συσκότιση. Δυο Γερμανοί με πλήρη εξάρτυση, μπροστά ψηλός ο ένας με αυτόματο κρεμασμένο σταυρωτά και ένα πέταλο στο στήθος, ξοπίσω ο δεύτερος με τουφέκι κρεμασμένο στον δεξί ώμο και ένα μεγάλο ψαλίδι, από αυτό που κόβουν τα συρματοπλέγματα, στο αριστερό χέρι.
Ο Μπόμπης συνέχιζε να τους γαυγίζει τρέχοντας γύρω τους, μέχρι που μια κλωτσιά από τον πρώτο τον έστειλε γρυλίζοντας να λουφάξει μέσα στα χόρτα του κήπου με την ουρά κάτω από τα σκέλια.
Το έντονο χτύπημα στην ξύλινη πόρτα της κουζίνας ανάγκασε τον πατέρα να ξεκλειδώσει. «Radio, radio» και άλλα ακαταλαβίστικα ο ψηλός. «no, no radio» απάντησε με τρέμουλο ο πατέρας. Τον έσπρωξε με δύναμη, μπήκε μέσα στην κουζίνα και από κει στο διπλανό δωμάτιο όπου πάνω στο κρεβάτι αγουροξυπνημένος κάθονταν ανακούρκουδα ο τρίχρονος αδελφός μου. Ξανά πίσω στην κουζίνα, γυρίζει τον διακόπτη φωτισμού και ανάβει το φως. Το σπίτι μας μοναδικό στην γειτονιά, ίσως και στην Θεσσαλονίκη που δεν του είχε γίνει διακοπή, επειδή η παροχή έρχονταν από την Εθνική Ασφάλεια, που ελέγχονταν από τους Γερμανούς, με την οποία ήμασταν σε μεσοτοιχία.
Ξανά έξω ο ψηλός ψάχνοντας την παροχή, που ξεκινούσε στη γωνία του σπιτιού μας πάνω από την κουζίνα. Δείχνοντάς την φάνηκε ότι έδινε οδηγίες στον κοντό. Εκείνος γύρισε προς εμένα, που είχα κουρνιάσει πάνω στην μάνα μου, και τον αδελφό μου δίπλα, που ακόμη έτριβε τα μάτια του, έβαλε τα χέρια του πάνω από τα κεφάλια μας και με γλυκό ύφος απευθύνθηκε στον ψηλό. Από ότι κατάλαβα του έλεγε επειδή η οικογένεια είχε μικρά παιδιά να μην κόψουν το ρεύμα. Ο ψηλός αγρίεψε, του έδειξε επιτακτικά την παροχή με ένα ηχηρό «λος, λος». Καβάλησε τότε ο κοντός το χαμηλό τοιχάκι κάτω από την παροχή και με δυο ψαλιδιές έκοψε τα δύο σύρματα που μας έδιναν ρεύμα. Συνεχές το ρεύμα τότε.
Έτσι εκείνο το Πάσχα το περάσαμε με την γκαζόλαμπα, και ο πατέρας με στενούς φίλους δεν μπορούσαν να ακούνε νέα από το «Εδώ Λονδίνο» με το παράνομο ραδιοφωνάκι που έφερνε μαύρα μεσάνυχτα ο γείτονας κυρ-Δημητρός.
Μόνη πληροφόρηση από την θρησκευόμενη μητέρα, όταν γυρνούσε από την εκκλησία της Αγίας Τριάδας, όπου άκουγε τα πύρινα κηρύγματα του διάκου Στρατίδη «αδέρφια κουράγιο, τελευταίο Πάσχα στην σκλαβιά, οι αντάρτες του ΕΛΑΣ έτοιμοι να ροβολήσουν από τα γύρω βουνά για να ελευθερώσουν την Θεσσαλονίκη μας».
Ήταν και ο παράνομος Τύπος που ψιθυριστά διάβαζε στο φως της γκαζόλαμπας ο κύριος Τάκης, που εργάζονταν στην ελεύθερη ζώνη του λιμανιού. Το μόνο που έπιασα ήταν όταν τον ρώτησε ο πατέρας πως τον βγάζανε έξω και δεν φοβόντουσαν μη και τους πιάσουν «χιλιοδιπλωμένο μέσα στην κάλτσα κάτω από το μεγάλο δάχτυλο». Φαγώθηκα να ρωτάω την μητέρα τι βγάζουν έξω μέσα στην κάλτσα «ζάχαρη, ζάχαρη», μου απάντησε, δισεύρετη αν όχι ανύπαρκτη εκείνη την εποχή. Παρ΄ όλα αυτά δεν μπορούσα να καταλάβω πως έτρωγαν μια ζάχαρη που ακουμπούσε στα βρώμικα πόδια τους.
Μέχρι και σήμερα έχω μια απέχθεια στην ζάχαρη, σκέτος ο καφές, σκέτο το γάλα, ίσως παιδικό τραύμα καθώς πάντοτε μου έρχεται στο νου ο τότε τρόπος διακίνησής της».
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»