Συνέντευξη στη Γεωργία Μακρογιώργου
Η Χριστίνα Γεωργιάδου σπούδασε Αγγλική Φιλολογία, Γαλλική Φιλολογία καθώς και Μετάφραση. Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη ως καθηγήτρια αγγλικών. Η νέα ποιητική της συλλογή έχει τίτλο «(Γ)ράμματα» και κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Έναστρον.
Χριστίνα, ο τίτλος «(Γ)ράμματα» είναι πολύσημος, με αναφορές στη γλώσσα, τη γραφή αλλά και τη ραφή του τραύματος. Πώς γεννήθηκε ο τίτλος και τι σημαίνει για σένα προσωπικά;
Φανταζόμουν ότι είμαι ο μόνος επιζών σε ένα καράβι που πλέει διαλυμένο, ένας ναυαγός που στέλνει γράμματα σε μπουκάλι προς άγνωστο/ους παραλήπτη/ες για να κρατήσει τα λογικά του, για να έχει έστω την ψευδαίσθηση της επικοινωνίας. Έτσι προέκυψε ο τίτλος «Γράμματα». Στη συνέχεια, σε ένα γλωσσικό παιχνίδι έγινε «(Γ)ράμματα», καθώς τα ποιήματα της συλλογής μιλούν για τραύματα προσωπικά και συλλογικά, καθώς η γραφή, ιδίως η ποιητική, μπορεί να παίξει το ρόλο ραφής, τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο.
Η συλλογή διαρθρώνεται σε πέντε κύκλους και τρία υστερόγραφα, σχηματίζοντας μια σπειροειδή πορεία από το «εγώ» προς το συλλογικό. Πώς οργανώθηκε αυτή η πορεία;
Ξεκινώντας από τα Γράμματα σ’ εμένα, που είναι ποιήματα αυτοαναφορικά, ψυχογραφικά, προχωράμε στην ενότητα Γράμματα σ’ εσένα, όπου το ποιητικό υποκείμενο μιλά για τον έρωτα. Τα Γράμματα στον κόσμο και τα Γράμματα στο μπουκάλι έχουν κοινωνική διάσταση, ενώ στα Γράμματα στην ποίηση εμπεριέχονται οι προβληματισμοί μου για τον ρόλο και τη λειτουργία της ποίησης. Προσπάθησα έτσι να παρουσιάσω τον ανθρώπινο ψυχισμό στην ολότητά του καθώς ξεκινάμε από τη γνώση του εαυτού, προχωράμε στη γνώση του άλλου και τέλος στη γνώση του κόσμου. Πρώτα επικοινωνούμε με το εγώ, μετά με το κοντινό εσύ και τέλος ενωνόμαστε με τον κόσμο, την κοινωνία. Η ποίηση τα δένει όλα αυτά ή μπορεί και να τα αποδομεί όταν χρειάζεται.
Στο έργο σου το σώμα, η γλώσσα και η απώλεια συνδιαλέγονται. Πιστεύεις πως η ποίηση μπορεί να λειτουργήσει ως πράξη ίασης ή επανασύνδεσης;
Η ποίηση στην ιδανική της μορφή είναι εμβαπτισμένη στο σώμα. Εκφράζει την κραυγή, τις οδύνες του, την έκσταση, τα πάθη. Οπότε ναι, σε αυτή την περίπτωση μπορεί να λειτουργήσει λυτρωτικά. Μπορεί να μας επανασυνδέσει με το αρχέγονο που καταπιέζουμε, απωθούμε, ξεχνάμε. Στην τεχνοκρατική εποχή που ζούμε η επανασύνδεση αυτή είναι επιτακτική ανάγκη. Κι όχι μόνο η ποίηση, μα κάθε μορφή τέχνης μπορεί να παίξει αυτό το ρόλο.
Στα «(Γ)ράμματα» διαφαίνεται και μια αγωνία για τη γλώσσα -για την κρίση της, για την αδυναμία της να επικοινωνήσει. Πώς βλέπεις σήμερα τον ρόλο της ποιητικής γλώσσας μέσα σε έναν κόσμο υπερκορεσμένο από λόγο;
Είμαστε εμείς υπεύθυνοι για την αδυναμία επικοινωνίας. Η γλώσσα κουβαλά τα βιώματά μας, τα συναισθήματα, τις απόψεις μας. Πρέπει να βυθιστούμε μέσα τους και μετά να βαφτίσουμε τη γλώσσα μέσα σε αυτά. Αλλιώς η γλώσσα είναι νεκρά σύμβολα. Ή ακόμη χειρότερα, μια μαριονέτα στα χέρια τα δικά μας ή στα χέρια της εξουσίας, που χρησιμοποιείται για να κρύψει αληθινές προθέσεις, συναισθήματα, αντιλήψεις, ντυμένη με ανούσια στολίδια. Σε έναν κόσμο όπου η επικοινωνία είναι επιφανειακή, νεκρώνεται, η ποίηση πρέπει να διατηρήσει τον λυτρωτικό, μυστηριακό, μαγικό της χαρακτήρα, που είναι κι ο ουσιαστικός και πρωταρχικός χαρακτήρας της γλώσσας.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»