Της Βασιλικής Πολίτου
Μέσα τους παρακαλούσαν ποτέ τους να μην χρειαστεί να φύγουν από τα σπίτια τους. Να μην αφήσουν τα πατρώα χώματα, εκείνα που από παιδιά ανακάτευαν με τα χέρια τους, για να μαλακώνει το εύφορο έδαφος και να δέχεται κάθε νέο σπόρο, που έδινε συνέχεια στη ζωή τους εκεί. Όμως, η ιστορία είχε άλλα σχέδια. Καιροφυλακτούσε από καιρό και τους ακολούθησε στην Ανατολική Θράκη, την Ιωνία και τον Πόντο- από τα χαράματα του 1914 έως το 1922- μέχρι που τους πήρε μαζί της σε μια κατηφοριά προς την προσφυγιά.
Οι περισσότεροι από αυτούς έφταναν στη Θεσσαλονίκη τσακισμένοι, με το ίδιο οδυνηρό αίσθημα απώλειας και απόγνωσης. Και στάθηκαν σε έναν τόπο που τότε λεγόταν Χαρμάνκιοϊ, «το χωριό με τα αλώνια». Εκεί όπου σήμερα απλώνεται το Ελευθέριο, στον δήμο Κορδελιού-Ευόσμου και κάποτε υπήρχε ένας μικρός οικισμός, τμήμα ενός εκτεταμένου οθωμανικού τσιφλικιού. Βρισκόταν πάνω στον οδικό άξονα που οδηγούσε προς τον κάμπο της Θεσσαλονίκης, και βορειοδυτικά του δρόμου Θεσσαλονίκης- Βιτωλίων (Μοναστηρίου). Στις αρχές του 20ού αιώνα αριθμούσε μόλις λίγες δεκάδες σπίτια, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή όμως, ο τόπος άλλαξε για πάντα. Το Χαρμάνκιοϊ έγινε ένας από τους βασικούς χώρους υποδοχής προσφύγων στη Βόρεια Ελλάδα. Ένας τόπος που δεν ήταν ακόμη προορισμός, αλλά στάση. Σκηνές, παράγκες, πρόχειρα καταλύματα. Άνθρωποι από διαφορετικές πατρίδες έφταναν με την ίδια απώλεια, αλλά και την ίδια ανάγκη: να ξαναρχίσουν. Κάποιοι έμειναν προσωρινά. Άλλοι ρίζωσαν και μεταμόρφωσαν τον χώρο σε κοινότητα. Η ζωή εδώ χτίστηκε κυριολεκτικά από το μηδέν. Ξύλινα σχολεία στήθηκαν με υλικά από παλιά παραπήγματα, εργοστάσια και κεραμοποιεία απορρόφησαν εργατικά χέρια, ενώ οι γειτονιές γέμιζαν με αυλές, φωνές και μουσικές στις γιορτές. Είναι μια κοινότητα που έμαθε να επιβιώνει και να επιμένει. Το 1953, το Χαρμάνκιοϊ μετονομάστηκε σε Ελευθέριο, προς τιμήν του Ελευθερίου Βενιζέλου.
Το Ελευθέριο…επιστρέφει
Κι αυτή η μνήμη φαίνεται πως επιμένει ακόμη και σήμερα -ακόμη και στο όνομα. Ένα πάγιο αίτημα των κατοίκων του Ελευθερίου, να συμπεριληφθεί το τοπωνύμιο της περιοχής στην επίσημη ονομασία του δήμου Κορδελιού-Ευόσμου, βρίσκεται πλέον στην τελική ευθεία. Μετά από επίμονες ενέργειες της δημοτικής αρχής και του δημάρχου Λευτέρη Αλεξανδρίδη, το ζήτημα εγκρίθηκε από την αρμόδια Επιτροπή Τοπωνυμιών του υπουργείου Εσωτερικών και αναμένεται η τελική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Βαδίζοντας την Κωνσταντίνου Καραμανλή, αντιλαμβάνεσαι ακόμα και τώρα τον πόνο του ξεριζωμού όπως χαράσσεται άφθαρτος στον χώρο. Στην πλατεία Ελευθερίου Βενιζέλου, υψώνεται ένα από τα πιο επιβλητικά μνημεία της Γενοκτονίας των Ποντίων στον νομό Θεσσαλονίκης, αποτέλεσμα της πολυετούς προσπάθειας του Συλλόγου Ποντίων Ελευθερίου-Κορδελιού και το οποίο τοποθετήθηκε το 2006. Πέτρα από τον Πόντο, μάρμαρο από τη Σμύρνη, μπρούντζος που αποτυπώνει μορφές σε κίνηση και σε θρήνο. Στο κέντρο, μια μητέρα κρατά το παιδί της. Γύρω της, ο ξεριζωμός και ο χορός· η οδύνη και η συνέχεια. Παραστάσεις που δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν, αλλά γράφουν ιστορία.
Απέναντι σχεδόν από το μνημείο, η καθημερινότητα κυλά με έναν διαφορετικό ρυθμό. Στο μεζεδοπωλείο «Τεφαρίκι», στην οδό Καραμανλή, η κ. Αγάπη Στεφανίδου μας υποδέχεται ανάμεσα σε τραπέζια που γεμίζουν και αδειάζουν διαρκώς. «Εδώ γεννήθηκα, εδώ μεγάλωσα. Όλη μου η ζωή είναι στο Κορδελιό», λέει. «Ο πατέρας μου είναι από τη Νάουσα, η μητέρα μου από το Κιλκίς, αλλά αυτός ο τόπος έγινε πατρίδα για όλους μας».
Από το 2018 που άνοιξε το μαγαζί μαζί με τον σύζυγό της, η διαδρομή δεν ήταν εύκολη. «Ξεκινήσαμε και αμέσως μετά ήρθε ο κορονοϊός. Ήταν δύσκολα χρόνια, μεγάλος αγώνας». Σήμερα, όμως, το «Τεφαρίκι» γεμίζει καθημερινά, με κόσμο από όλη τη Θεσσαλονίκη. «Το μαγαζί μαθαίνεται από στόμα σε στόμα, από τις κριτικές. Και προσπαθούμε να κρατάμε κάτι απλό: καλό φαγητό και ανθρώπινη επαφή. Περνάω από κάθε τραπέζι, ρωτάω αν είναι καλά. Αυτό δεν αλλάζει”. Για την ίδια, η περιοχή παραμένει ήσυχη, ανθρώπινη, με τη δική της ταυτότητα. Και ίσως αυτό που την ορίζει περισσότερο δεν είναι μόνο η καθημερινότητα, αλλά όσα κουβαλά. “Σε αυτόν τον τόπο η ζωή συνεχίζεται! Δίπλα στον σημερινό ναό του Αγίου Γεωργίου, σώζεται ακόμη το παλιό, μικρό εκκλησάκι που έχτισαν οι πρόσφυγες όταν έφτασαν εδώ. Ένα λιτό κτίσμα, αλλά γεμάτο από τις πρώτες τους στιγμές: βαφτίσεις, γάμοι, προσευχές σε έναν τόπο που δεν ήταν ακόμη δικός τους, αλλά έπρεπε να γίνει».

Όσοι μαρτύρησαν και όσοι φροντίζουν
Καθώς ο πληθυσμός αυξανόταν, ο χώρος δεν επαρκούσε πια. Έτσι, το 1974 θεμελιώνεται ο νέος ναός του Αγίου Γεωργίου, ο οποίος εγκαινιάζεται το 1987, για να στεγάσει μια κοινότητα αρκετά μεγαλύτερη. Στο εσωτερικό του φιλοξενεί παρεκκλήσια αφιερωμένα στην Αγία Αικατερίνη, τους Τρεις Ιεράρχες και, στην κατακόμβη, στην Αγία Φωτεινή, ενώ στον παλιό ναό διατηρείται και το παρεκκλήσι του Αγίου Συμεών. Ο ρυθμός του είναι σταυροειδής με τρούλο – γνώριμος, σχεδόν παρηγορητικός.

Στην αυλή, όμως, το βλέμμα σταματά αλλού. Σε ένα μνημείο αφιερωμένο στον προσφυγικό ελληνισμό. Στο κέντρο του δεσπόζει ο Χρυσόστομος Σμύρνης, ο ιεράρχης που μαρτύρησε μαζί με το ποίμνιό του. Γύρω του, μορφές προσφύγων από κάθε γωνιά της Ανατολής -από την Ιωνία, τον Πόντο, την Καππαδοκία- άνθρωποι που κρατούν ό,τι πρόλαβαν να σώσουν: έναν σταυρό, ένα ευαγγέλιο, λίγα ιερά λείψανα. Δίπλα, σχεδόν αθόρυβα, λειτουργεί εδώ και χρόνια και το συσσίτιο της ενορίας. Ένας χώρος προσφοράς, στηριγμένος σε εθελόντριες γυναίκες, που συνεχίζουν μια άλλη παράδοση: αυτή της φροντίδας.

Εδώ η «Ωραία Ελένη»
«Ίσως γιατί, σε αυτήν τη γειτονιά που κάποτε λεγόταν Χαρμάνκιοϊ – ένα χαρμάνι ανθρώπων που έφταναν για να ξαναβρούν τον δρόμο τους – η πίστη και η κοινότητα δεν ήταν ποτέ κάτι αφηρημένο. Ήταν τρόπος να σταθείς ξανά όρθιος», λέει ο κ. Γιώργος Πολιτίδης. «Είμαστε Έλληνες του Πόντου», λέει, χωρίς διάθεση να το αναλύσει περισσότερο. Σαν κάτι αυτονόητο, αλλά και βαθιά ιστορικό.
Σήμερα διατηρεί το καφέ–ζαχαροπλαστείο «Belle Hélène», απέναντι από την εκκλησία, έναν χώρο που δεν λειτουργεί μόνο ως επιχείρηση, αλλά ως σημείο καθημερινής συνάντησης. «Δεν είναι μόνο ο καφές ή τα γλυκά. Είναι η αίσθηση του χώρου. Τα χρώματα, η ησυχία, το να κάθεσαι και να νιώθεις ότι ανήκεις κάπου», λέει. Στον έκτο χρόνο λειτουργίας του καταστήματος, θυμάται πως η περιοχή δεν ήταν πάντα δεδομένη αγορά. «Το μαγαζί είχε αλλάξει πολλά χέρια πριν σταθεροποιηθεί. Χρειάστηκε χρόνος για να μας μάθει ο κόσμος».

Άσμα ηρωικόν και πένθιμον
Καθώς περιηγούμαστε στο πάρκο, που ενώνει το μαγαζί με την εκκλησία και δημιουργεί ένα ενιαίο σώμα πρασίνου, η ψυχή μας συγκινείται ξανά. Γιατί εδώ τιμάται κι άλλος ένας ήρωας του Ευξείνου Πόντου, με ρίζες στη Σινώπη, που έδωσε το αίμα του στο αλβανικό μέτωπο το 1940. Ο Σάββας Ιντζίρης, στρατιώτης του 67ου Συντάγματος ΠΖ, έμεινε εθελοντικά στο Πόγραδετς, για να καθυστερήσει τον εχθρό, όσο οι συστρατιώτες του εντέλλοντο να υποχωρήσουν. «Την 9ην Δεκεμβρίου 1940 ο λόχος μου έλαβεν μέρος είς τινα μάχην κατά την διάρκειαν της οποίας ο υιός σας επολέμησεν ως παλικάρι, αγωνίσθη ως αληθινός πατριώτης…» έγραφε χαρακτηριστικά επιστολή του αξιωματικού του, Κωνσταντίνου Ζήκου, προς την οικογένειά του. Στις 20 Οκτωβρίου του 2019, ο τότε δήμαρχος Κλεάνθης Μανδαλιανός απένειμε τιμητική πλακέτα στον εγγονό του, δίνοντας το όνομά του στο πάρκο: «Σάββας Ιντζίρης».
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»