Της Βασιλικής Πολίτου
Στην καρδιά της αγοράς, στα «σπλάχνα» των παλιών εμπόρων, ο Άγιος Μηνάς θάλλει όχι μόνο ως ναός, αλλά ως ένα ζωντανό αρχειοφυλάκιο της μακραίωνης ιστορίας του Χριστιανισμού και του Ελληνισμού. Με κορυφαίο έτος – για τα νεότερα χρόνια – το 1912. Όταν στις 27 Οκτωβρίου, λίγο πριν χαράξει, ο Ίων Δραγούμης ανεβαίνει στο παλιό καμπαναριό και υψώνει την πρώτη ελληνική σημαία της απελευθερωμένης Θεσσαλονίκης. Οι καμπάνες χτυπούν και η φωνή του ψάλλει το «Χριστός Ανέστη». Κι ας ήταν Οκτώβρης μήνας! Λίγες μέρες μετά, τελείται η πρώτη δοξολογία με τον στρατηλάτη και τότε διάδοχο Κωνσταντίνο να κάθεται στο λεγόμενο «θρονί του βασιλιά».
Τα πρώτα χνάρια του ναού μοιάζουν να απλώνονται διανυσματικά μέσα στον χρόνο, από την εποχή που ο Απόστολος Παύλος πέρασε από αυτόν τον τόπο και φιλοξενήθηκε στο σπίτι του Αγίου Ιάσονα – ακριβώς εκεί όπου σήμερα υψώνεται η εκκλησία. Από αυτό το ίδιο σημείο, το 52 μ.Χ. κήρυξε τον φλογισμένο λόγο του, αναγγέλλοντας ότι ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας.
Πάνω σε έναν βράχο στάθηκε τότε· έναν βράχο που αργότερα λαξεύτηκε από τους πιστούς, σχεδόν σε μορφή σκάλας, σαν να οδηγεί προς τον ουρανό. Σήμερα, ο άμβωνας φυλάσσεται μέσα στο ιερό – όχι απλώς ως κειμήλιο, αλλά ως ζωντανή μαρτυρία εκείνου του πρώτου λόγου. «Είναι το αποτύπωμα της παρουσίας του», μας λέει ο πατήρ Κωνσταντίνος, που διακονεί στον Ιερό Ναό Αγίου Μηνά εδώ και είκοσι ένα χρόνια. «Κι ύστερα ο χρόνος δεν έσβησε το χριστιανικό ίχνος – το φύλαξε. Στον ίδιο τόπο, οι χριστιανοί έχτισαν τον 3ο αιώνα ένα μικρό εκκλησάκι αφιερωμένο στην Παναγία, ενώ δύο αιώνες αργότερα το ταπεινό αυτό οικοδόμημα μεγάλωσε παίρνοντας τη μορφή ενός επιβλητικού ναού, αφιερωμένου στον Άγιο Μηνά. Αν και μεγαλωμένος σε ειδωλολατρικό περιβάλλον, η ψυχή του ιππέα στρατιώτη, στο τάγμα των Ρουταλικών του ρωμαϊκού στρατού, σείστηκε, ακούγοντας τη φωνή του “ετάζοντος καρδίας και νεφρούς” Θεού». Αρνούμενος να συμπράξει στα σχέδια των απηνών διωκτών των Χριστιανών, Διοκλητιανού και Μαξιμιανού, πέταξε στο έδαφος τη στρατιωτική του ζώνη. Δεν είναι, ωστόσο, μόνο ο Άγιος Μηνάς που σφραγίζει την ταυτότητα του ναού. Τιμώνται μαζί του ο Άγιος Βίκτωρας και ο Άγιος Βικέντιος. Ο πρώτος, στρατιώτης που μαρτύρησε τα πρώτα χριστιανικά χρόνια, και ο δεύτερος, διάκονος από την Ισπανία, που αφιέρωσε τη ζωή του στη διάδοση του Θείου Λόγου.
«Μοναστήρι υπήρξε στους βυζαντινούς χρόνους», συνεχίζει ο πατήρ Κωνσταντίνος. «Το μαρτυρούν και οι άγιοι που πέρασαν από εδώ – ο Άγιος Γρηγόριος ο Δεκαπολίτης τον 9ο αιώνα, και αργότερα ο Άγιος Φαντίνος τον 12ο. Ήταν ένας τόπος που δεν έπαψε ποτέ να ζει την πνευματική του συνέχεια, ακόμη κι όταν άλλαζε μορφές μέσα στους αιώνες». Στην Τουρκοκρατία, όπως εξηγεί, ο ναός λειτουργούσε ταυτόχρονα ως ενοριακός, αλλά και ως κέντρο αναφοράς για τον ελληνισμό της πόλης, ενώ οι Οθωμανοί τον αποκαλούσαν «Καμένο Μοναστήρι», εξαιτίας των πυρκαγιών που τον έπληξαν επανειλημμένα.

Η ανακαίνιση των εμπόρων
Το σημερινό εσωτερικό του ναού, αποτέλεσμα της μεγάλης ανακαίνισης του 1852, που έγινε με χρήματα των εμπόρων της Θεσσαλονίκης και της Βενετίας, φέρει έντονα στοιχεία μπαρόκ, σπάνια για τη Θεσσαλονίκη. Το επίχρυσο τέμπλο, ο περίτεχνος άμβωνας, οι ξύλινοι κορμοί που μιμούνται κίονες, ο ουρανός με τα αστέρια – όλα μοιάζουν να έχουν έρθει από μια άλλη γεωγραφική περιοχή, πιο κοντά στην Κωνσταντινούπολη. Ενώ τα παράθυρα – με εκείνα τα χαρακτηριστικά αχλαδόσχημα ανοίγματα – παραπέμπουν ευθέως στην Παναγία της Τήνου.
Βαθιά γειωμένος στην καθημερινότητα της πόλης, ο Άγιος Μηνάς, από πολύ νωρίς συνδέθηκε με την αγορά.
«Ο Άγιος Μηνάς θεωρείται προστάτης των εμπόρων», εξηγεί ο πατήρ Κωνσταντίνος, «και μας ευχαριστεί που η περιφορά του Επιταφίου, εδώ ξεκινά νωρίτερα από παντού – ήδη από το απόγευμα της Μεγάλης Παρασκευής. Ένα παλιό έθιμο των εμπόρων, που ήθελαν την ευλογία να περνά μπροστά από τα ανοιχτά τους μαγαζιά». Και δεν είναι τυχαίο. Γύρω του αναπτύχθηκε για δεκαετίες ο εμπορικός ιστός της Θεσσαλονίκης. Η οδός Αγίου Μηνά υπήρξε κάποτε μία από τις βασικότερες αρτηρίες, γεμάτη γραφεία, βακούφια, διοικητικά κέντρα. Εκεί όπου σήμερα προσπερνά κανείς με βήμα φτερωτό την ιστορική στοά Αγίου Μηνά, στον αριθμό 11, για μια δεκαετία χτυπούσε η καρδιά της οικονομικής ζωής. Σε σχέδια του αρχιτέκτονα Ξενοφώντα Παιονίδη, χτίστηκε το 1906, ενώ μέχρι την καταστροφική πυρκαγιά του 1917 η στοά στέγαζε την «Τράπεζα της Ανατολής».

Δίπλα στο συγκρότημα Μοδιάνο
Παράλληλα στην οδό Αγίου Μηνά, έναν δρόμο πιο πάνω, στη Βασιλέως Ηρακλείου, ένα κτήριο μοιάζει να έχει απορροφήσει την ίδια την έννοια του χρόνου.«Δεν υπάρχει σημείο εδώ μέσα που να μην είναι όμορφο», λέει η κ. Βιβή Ανθίμου, καθώς μας οδηγεί στο εσωτερικό του παλιού συγκροτήματος του Σαούλ Μοδιάνο.
Το κατάστημα της οικογένειάς της «Άνθιμος και Στοΐδης» λειτουργεί από το 1978. Όμως το ίδιο το κτήριο κουβαλά μια πολύ παλαιότερη ιστορία· από τα τέλη του 19ου αιώνα, όταν αποτελούσε μέρος ενός ευρύτερου συγκροτήματος: εμπορικοί χώροι, ιδιωτικά γραφεία, ακόμη και στάβλοι στο πίσω μέρος. Σήμερα, τα ίχνη εκείνης της εποχής επιμένουν. Οι βαριές πόρτες που κάποτε ανήκαν στην ιδιωτική τράπεζα της οικογένειας Μοδιάνο. Το εσωτερικό αίθριο, σχεδόν κρυμμένο, σαν μικρό αρχιτεκτονικό μυστικό. Τα κουφώματα και τα ταβάνια που διατηρήθηκαν ανέπαφα. «Όλη η αρχιτεκτονική θυμίζει Ιταλία και Ισπανία», σημειώνει. Παράλληλα, μας μιλά για την επιχείρησή της. «Ξεκίνησε από τον πατέρα μου Ελευθέριο με τον συνεταίρο του, τον Γιώργο Στοΐδη», εξηγεί. Με την πάροδο των χρόνων, η δεύτερη γενιά ανέλαβε να συνεχίσει την πορεία αυτή. Το αντικείμενο διευρύνθηκε, οι χώροι επεκτάθηκαν και η δραστηριότητα προσαρμόστηκε στα νέα δεδομένα, διατηρώντας όμως τον πυρήνα της, που παραμένει το ύφασμα και η αισθητική του χώρου.

Λίγα βήματα πιο πέρα, μια διαφορετική, αλλά εξίσου ζωντανή ιστορία, εξελίσσεται στο κατάστημα της Φωτεινής Κισσά. Στο μαγαζί «Νουλίκας», έναν από τους παλαιότερους χώρους ειδών χειροπλεκτικής στη Θεσσαλονίκη, η παράδοση συναντά τη σύγχρονη δημιουργικότητα. Το κατάστημα μετρά δεκαετίες λειτουργίας και σήμερα συνεχίζεται από την ίδια και την αδελφή της. Η κ. Κισσά περιγράφει έναν χώρο αφιερωμένο αποκλειστικά στη πλεκτική: βελόνες, βελονάκια, νήματα, υλικά για πλέξιμο, μακραμέ και σύγχρονες τεχνικές, όπως το τάφτινγκ και η δημιουργία χειροποίητων χαλιών.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»