«Το ότι καταφεύγουμε στο Σύνταγμα και επικαλούμαστε συνεχώς την ανάγκη αναθεώρησής του δείχνει ότι έχουμε έλλειμμα πολιτικής. Ότι έχουμε μία πολύ μεγάλη πολιτική αναξιοπιστία. Το ότι φορείς δεν ανταποκρίνονται. Το ότι φτάνουμε να μην μπορούμε με όρους πολιτικούς να λύσουμε τα πολιτικά αδιέξοδα που ζούμε»
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα παραπάνω λόγια του Αντώνη Μανιτάκη διακεκριμένου καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου, ενεργού πολίτη και εμβληματικής πνευματικής προσωπικότητας που έφυγε πριν από λίγες μέρες από τη ζωή στα 82 του χρόνια.
Ήταν μια συνέντευξη για τον δάσκαλό του τον Αριστόβουλο Μάνεση που είχε επεκταθεί και στον ρόλο των διανοουμένων και των ακαδημαϊκών στην εκάστοτε συγκυρία.(περιοδικό «Θεσσαλονικέων Πόλις», Μάρτιος 2016).
Του είχα ζητήσει να δούμε αν πράγματι συμβαίνει, όπως λ.χ. πρεσβεύει η βρετανική πολιτική κουλτούρα, ότι μια κοινωνία που έχει ισχυρή δημοκρατική παράδοση και εμπιστοσύνη στους θεσμούς, χρειάζεται λιγότερες λεπτομερείς γραπτές ρυθμίσεις.
Ο Αντώνης Μανιτάκης, διεθνούς κύρους νομικός και καθηγητής, ενεργός πολίτης , με σημαντική θητεία και στην πολιτική , αλλά και προσωπικότητα του πνευματικού κόσμου, με ογκώδες συγγραφικό έργο, αφήνει φεύγοντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό και μια ανεκτίμητη παρακαταθήκη με το προσωπικό του παράδειγμα.
Γεννημένος το 1944 στη Θεσσαλονίκη, υπήρξε από τις πιο εξέχουσες προσωπικότητες στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, αναγορεύτηκε διδάκτωρ νομικών του Πανεπιστημίου των Βρυξελλών ενώ ήταν μαθητής του Αριστόβουλου Μάνεση, τον οποίο διαδέχθηκε στην έδρα του Συνταγματικού Δικαίου. Διετέλεσε υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, καθώς και υπηρεσιακός υπουργός Εσωτερικών.
Μιλούσε με αγάπη αλλά και εγρήγορση για την Νομική Θεσσαλονίκης, τα προβλήματά της και τον ρόλο της. Μία ιστορική σχολή που ανέδειξε προσωπικότητες όπως τους Δελιβάνη, Πανταζόπουλ, Μάνεση και έφτασε στον ίδιο τον Μανιτάκη, τον Μανωλεδάκη και τον Αναστασιάδη.
Ήταν μέλος μιας θρυλικής για τους νεότερους γενιάς στοχαστών της Νομικής και γι’ αυτό εύλογα δημιουργείται μία αίσθηση ότι υπάρχει ένα έλλειμμα σήμερα από τα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα, αλλά και από τα διαδικτυακά μαθήματα, θα προσέθετα. Λείπουν οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι με ευρύτερη προσωπικότητα και με έγνοια να μεταδώσουν στους φοιτητές και τις φοιτήτριες τις αξίες του κοινωνικού ρόλου του επιστήμονα.
Όπως μας είχε πει ο ίδιος, «η εποχή μας έχει ανάγκη από δασκάλους. Ο δάσκαλος δεν έχει χάσει το ρόλο του. Είτε ο πανεπιστημιακός, είτε ο δάσκαλος της Μέσης Εκπαίδευσης. Και ο δάσκαλος επηρεάζει τους μαθητές του. Ο δάσκαλος ενσαρκώνει πρότυπο με τη σιωπή του, με το βλέμμα του, με το ήθος του. Είναι σημαντικό οι νέοι να νοιώθουν ότι έχουν δάσκαλο και όχι απλά έναν πολύ καλό, επιστήμονα, υλοποιητή έρευνας ή μαθήματος».
Και συνέχισε λέγοντας ότι «σε όλα τα επίπεδα αναδύεται λοιπόν αυτό το έλλειμμα. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι η εποχή τότε γεννούσε. Τώρα έχουν ισοπεδωθεί πολλά. Δεν ξεχωρίζουν εύκολα προσωπικότητες».

Μαζί στο 2ο γυμνάσιο και τη Νομική
Ξαναδιάβασα συγκινημένος από την είδηση του θανάτου του Αντώνη Μανιτάκη, το εξαιρετικό βιβλίο του Γιώργου Μουμουζιά «Το δικό μας 2ο Γυμνάσιο Θεσσαλονίκης», όπου διασώζονται αναμνήσεις και καταθέσεις ψυχής σημαντικών αποφοίτων του ιστορικού αυτού εκπαιδευτηρίου, μεταξύ των οποίων σπουδαίοι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, λογοτέχνες, πολιτικοί, αθλητές, επιχειρηματίες.
Από το 2ο αποφοίτησαν το 1962 τρεις νέοι που σήμερα δεν είναι μαζί μας και που αργότερα δέσποσαν στον δημόσιο βίο και όχι μόνο εντός του Πανεπιστημίου. Και οι τρεις τους φοίτησαν στη Νομική Θεσσαλονίκης και ήταν μαθητές του εμβληματικού νομικού και δασκάλου και συμβόλου της αντίστασης κατά της χούντας Αριστόβουλου Μάνεση.
Ήταν ο Αντώνης Μανιτάκης για τον οποίο στη διπλανή στήλη γράφουμε περισσότερα, ο καθηγητής της Πολιτικής Ιστορίας και Συνταγματικών θεσμών και συγγραφέας Γιώργος Αναστασιάδης (1944-2021) και ο Γιώργος Παπαδημητρίου (1944-2009) καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου που διετέλεσε και βουλευτής Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ.
Για το 2ο γυμνάσιο της Ικτίνου, μπορούμε να μιλάμε για ώρες και μέρες. Ένα παράδειγμα: Το 1949 αποφοίτησαν από εκεί δύο έφηβοι που καθόταν στο ίδιο θρανίο, οι οποίοι αργότερα έμελλε να γίνουν ο ένας κορυφαίος ηθοποιός που λάτρεψε όλη η Ελλάδα και ο άλλος εμβληματικός ποιητής και από τα σύμβολα της πόλης. Ο Κώστας Βουτσάς και ο Ντίνος Χριστιανόπουλος.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»