Της Νικολέττας Μπούκα
Απροστάτευτοι απέναντι στα περιστατικά βίας που συμβαίνουν στα δημόσια νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης δηλώνουν οι εργαζόμενοι. Ιατροί και νοσηλευτές αντιμετωπίζουν από απειλές και προσβολές έως και χειροδικίες από ασθενείς ή τους συνοδούς τους, με την πλειοψηφία των περιστατικών να διαδραματίζονται στα τμήματα επειγόντων περιστατικών ή ακόμη και σε κάποιες κλινικές. Βασικές αιτίες είναι η υποστελέχωση, οι πολύωρες αναμονές και οι υπερφορτωμένες υποδομές.
Όπως περιγράφουν στην «Θεσσαλονίκη» οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, πρόσφατα σε εφημερία του νοσοκομείου «Παπαγεωργίου», ήρθε ασθενής που είχε πόνο στη μέση επί 15 ημέρες. Έπρεπε να κάνει μία ένεση κι αντί να απευθυνθεί είτε σε κάποια δημόσια μονάδα πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας είτε ακόμη και στο φαρμακείο της γειτονιάς του, επέλεξε να έρθει στα επείγοντα, ενώ δεν ήταν επείγον περιστατικό. Επειδή όμως δεν γινόταν να εξυπηρετηθεί άμεσα, αφού υπήρχαν πραγματικά επείγοντα όπως τροχαία και αιμορραγίες, προκάλεσε φασαρία και αναστάτωση.
Σε παλαιότερο περιστατικό, στα επείγοντα της μαιευτικής κλινικής, πολίτης άρπαξε το στατό και προσπάθησε να χτυπήσει το προσωπικό. Ευτυχώς επενέβη ένας έμπειρος τραυματιοφορέας, διότι στις κλινικές δεν υπάρχει σεκιούριτι και τα χειρότερα αποσοβήθηκαν.
«Είμαστε απροστάτευτοι. Έχουμε αρκετά περιστατικά βίας στα νοσοκομεία, χωρίς όμως να αποτυπώνονται αριθμητικά. Κυρίως υπάρχει λεκτική βία με τη σωματική να έρχεται μακράν δεύτερη. Επιτίθενται πιο εύκολα στους νοσηλευτές και αυτό μάλλον επειδή το κύριο σώμα των νοσηλευτών, σε συντριπτικό ποσοστό που φτάνει το 80% και πλέον, είναι γυναίκες. Δύσκολα θα επιτεθούν σε άντρα, έστω και λεκτικά», εξηγεί στην «Θεσσαλονίκη» ο ταμίας της εκτελεστικής επιτροπής ΠΟΕΔΗΝ, Παναγιώτης Τουχτίδης.
Οι αιτίες
Σύμφωνα με τον ίδιο, τα περιστατικά βίας συνήθως συμβαίνουν στο χώρο των ΤΕΠ, όπου οι αναμονές είναι μεγάλες και ο κόσμος αρχίζει και αγανακτεί. Κοινός τόπος όλων αυτών των περιστατικών είναι ότι προκαλούνται από ανθρώπους που δεν θα έπρεπε να βρίσκονται στα επείγοντα βάσει της φύσεως του περιστατικού τους. Διότι το γεγονός ότι αξιολογούνται ως μη επείγοντα, αλλά ως χρόνια περιστατικά που μπορεί έστω και μερικώς να επιδεινώθηκαν πρόσκαιρα, αυτομάτως τα κατατάσσει σε δεύτερη ή τρίτη μοίρα, καθώς προτεραιότητα έχουν τα πραγματικά επείγοντα. Μοιραία, λοιπόν, έχουν μεγαλύτερη αναμονή και έτσι αρχίζει ο κόσμος να αγανακτεί.
Σύμφωνα με τον κ. Τουχτίδη, βία υπάρχει, λιγότερο συχνά, και στις κλινικές των δημόσιων νοσοκομείων. Εκδηλώνεται κατά το επισκεπτήριο και κυρίως τις ώρες που το προσωπικό, βάσει του κανονισμού, συστήνει την απομάκρυνση από το χώρο για πρακτικούς λόγους.
«Περιστατικά βίας σημειώνονται από ανθρώπους που προσπαθούν να καλύψουν τη δική τους αδιαφορία για τον άνθρωπό τους. Διότι θα μπορούσαν να έχουν λύσει το πρόβλημα σε μία πρωτοβάθμια δομή υγείας ή σε κάποιον συμβεβλημένο ιατρό. Θέλοντας όμως να καλύψουν το γεγονός ότι το αμέλησαν και χρόνισε, νιώθουν ενοχικά κι αυτό προκαλεί ουσιαστικά αυτές τις αντιδράσεις. Δεν έχουν και την ευφυΐα να αντιληφθούν ότι ήταν δικό τους πρόβλημα ότι δεν φρόντισαν να αποτανθούν εγκαίρως σε κάποια δημόσια δομή υγείας και όχι πρόβλημα του ΤΕΠ. Το σίγουρο είναι ότι στα πραγματικά επείγοντα περιστατικά δεν έχουν ποτέ μα ποτέ σημειωθεί περιστατικά βίας. Αυτό από μόνο του σημαίνει πολλά», επισημαίνει ο κ. Τουχτίδης.
Παράλληλα θυμάται ένα σοβαρό περιστατικό που είχε συμβεί παλαιότερα και κατέληξε στα δικαστήρια, με καταδίκη σε μεγάλο πρόστιμο του συνοδού του ασθενούς. Πρωταγωνιστής ήταν ένας αψύς Κρητικός του οποίου ο πεθερός νοσηλευόταν στην παθολογική του «Παπαγεωργίου». Είχε έρθει από ένα κέντρο αποκατάστασης με κατάκλιση που εμφανίστηκε προφανώς εξαιτίας της παρατεταμένης παραμονής του στο κέντρο αποκατάστασης, ίσως και κατά τη νοσηλεία του στο προηγούμενο νοσοκομείο. Ο άνθρωπος αυτός ζήτησε πλαστικό χειρουργό σε μέρα γενικής εφημερίας για ένα χρονίζον πρόβλημα. Οι εργαζόμενοι τού εξήγησαν ότι είχαν κληθεί οι πλαστικοί χειρουργοί, αλλά την ημέρα της γενικής εφημερίας προηγούνταν εγκαύματα και τραυματισμοί άκρας χείρας.
«Φτάσαμε στο σημείο να ρίχνει κεφαλιά στον ειδικευόμενο γιατρό, να του σπάει τα γυαλιά και να καταλήγουν και οι δύο στο αυτόφωρο. Επειδή προφανώς τόσον καιρό δεν ασχολήθηκε, ήθελε να δείξει ότι προσέχει τον πεθερό του. Αυτό είναι το ενοχικό. Εμείς ως σωματείο στηρίξαμε και πάντα στηρίζουμε όποιον εργαζόμενο έχει υποστεί άδικη επίθεση», τονίζει ο κ. Τουχτίδης.
Παρατηρητήριο από τον ΙΣΘ και αυστηρότερη νομοθεσία
Όπως δηλώνει στην «Θεσσαλονίκη» ο πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης (ΙΣΘ), Νίκος Νίτσας, η πιο συνηθισμένη μορφή βίας κατά των επαγγελματιών υγείας στα δημόσια νοσοκομεία είναι η λεκτική με φωνές, απειλές και προσβολές. Η σωματική βία εκδηλώνεται κυρίως στα επείγοντα, τις μονάδες εντατικής θεραπείας και τις ψυχιατρικές πτέρυγες.

«Οι αιτίες είναι η πίεση που δέχεται το σύστημα υγείας με την υποστελέχωση, τις πολύωρες αναμονές και τις υπερφορτωμένες υποδομές. Η οικονομική κρίση αύξησε τα ποσοστά άγχους και έλλειψης εμπιστοσύνης, ενώ σε μεγάλο βαθμό παίζει ρόλο και η ελλιπής επικοινωνία με τους ασθενείς και τις οικογένειές τους. To Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Ιατρικών Συλλόγων (CEOM) συστήνει λειτουργία παρατηρητηρίων, συστήματα αναφοράς και νομική προστασία. Δυστυχώς στη χώρα μας υπάρχει άνιση και στρεβλή εφαρμογή της υπάρχουσας νομοθεσίας, έλλειψη συστηματικής συλλογής δεδομένων και καταγραφής μηχανισμών, περιορισμένες δαπάνες για ασφάλεια και εκπαίδευση και κανονικοποίηση της λεκτικής βίας», εξηγεί ο κ. Νίτσας.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το 2024 ψηφίστηκε ο νόμος 5095, που τέθηκε σε εφαρμογή το 2025 και ορίζει ιδιώνυμο το αδίκημα της απειλής, εξυβρίσεως και χειροδικίας, προβλέποντας αυστηρότερες ποινές.
Μάλιστα ο ΙΣΘ ήδη από το 2019 ζητούσε αυτή τη νομοθέτηση για τα περιστατικά βίας κατά των γιατρών και τελικώς δικαιώθηκε. Επίσης ο ΙΣΘ ήταν από τους πρώτους συλλόγους πανελλαδικά που σύστησε παρατηρητήριο κατά της βίας σε βάρος των ιατρών, όπου καταγράφονται όλα τα περιστατικά, ενώ όσες φορές χρειάστηκε, παρείχε νομική στήριξη σε μέλη του που έπεσαν θύματα βίας εν ώρα εργασίας.
Όπως επιβεβαιώνει και ο κ. Τουχτίδης, «εν μέρει αυτός ο νόμος μας βοήθησε. Ίσως υπάρχει μικρή αποκλιμάκωση ή τουλάχιστον με κλήση της αστυνομίας τα πράγματα δεν εκτραχύνονται. Βέβαια ο ρόλος μας δεν είναι να αντιδικούμε με τον άρρωστο ή τον συνοδό, αλλά να αποκλιμακώσουμε την ένταση και να εξηγήσουμε τι πρέπει να γίνεται ή για ποιο λόγο καθυστερεί το περιστατικό. Δυστυχώς δεν καταλαβαίνουν όλοι ή δεν θέλουν να καταλάβουν ή το ενοχικό τους δεν τους επιτρέπει να καταλάβουν».
Οι προτάσεις: Επαρκής στελέχωση και μόνιμοι φύλακες
Όπως επισημαίνει ο κ. Νίτσας, για την αντιμετώπιση του φαινομένου, οι προτάσεις που έχουν κατατεθεί από τον Πανελλήνιο Ιατρικό Σύλλογο στο υπουργείο Υγείας περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, επαρκή στελέχωση των υγειονομικών υπηρεσιών, εξασφάλιση επαρκούς ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού για να μειωθούν οι χρόνοι αναμονής στις μονάδες ειδικών λοιμώξεων και στις λίστες των χειρουργείων, πλήρως λειτουργικά τμήματα επειγόντων σε εθνικό επίπεδο, προσωπικό και λειτουργία μονάδων ειδικών λοιμώξεων σε όλα τα νοσοκομεία για να αποφεύγεται ο συνωστισμός.
«Ο νέος νόμος στην Ελλάδα και οι προτάσεις του ΠΙΣ, σε συνδυασμό με την μηδενική ανοχή στη βία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ιατρικών Συλλόγων αποτελούν σημαντικά βήματα προόδου. Μαζί μπορούμε να διασφαλίσουμε ένα ασφαλές περιβάλλον εργασίας για όλους τους επαγγελματίες υγειονομικούς», δηλώνει ο κ. Νίτσας.
Από την πλευρά του, ο κ. Τουχτίδης επισημαίνει ότι «σαφώς η στελέχωση όλων των θέσεων είναι σημαντική ώστε οι διαδικασίες να προχωρούν ταχύτερα. Ωστόσο το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει ανάσχεση της έλευσης των πολιτών στα επείγοντα για οποιοδήποτε λόγο τους απασχολεί, με αποτέλεσμα πάνω από το 60% των περιστατικών που έρχονται στις εφημερίες να μην είναι επείγοντα και θα μπορούσαν να έχουν εξυπηρετηθεί από τον προσωπικό ιατρό ή τον φαρμακοποιό τους. Επίσης η παρουσία σεκιούριτι αντί μόνιμων φυλάκων, όπως υπήρχαν παλαιότερα στα νοσοκομεία, δεν βοηθά διότι οι συγκεκριμένοι εργαζόμενοι έχουν περιορισμένη ακτίνα δράσης και τρόπου δράσης σε τέτοια περιστατικά κι έχουν λάβει τελείως διαφορετική εκπαίδευση από το να μπορούν να διαχειριστούν πολίτες που έρχονται στο ΤΕΠ θεωρώντας ότι το προσωπικό τους πρόβλημα είναι το μεγαλύτερο από των υπολοίπων».
Δημοσιεύτηκεσ την εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»