Στο επίκεντρο της δεύτερης και τελευταίας ημέρας του συνεδρίου «Οικονομία του Πολέμου» βρέθηκε η ασφάλεια και η ανθεκτικότητα των λεγόμενων «κρίσιμων οντοτήτων» μιας χώρας, δηλαδή των βασικών υποδομών ενέργειας, μεταφορών, τηλεπικοινωνιών και δικτύων, απέναντι σε φυσικές, υβριδικές και ψηφιακές απειλές. Το συνέδριο διοργανώθηκε από τη Νομική Σχολή του Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και την Ανωτάτη Διακλαδική Σχολή Πολέμου, αναδεικνύοντας τη στενή διασύνδεση οικονομίας, άμυνας και θεσμικής ετοιμότητας σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον.
Στον χαιρετισμό του, ο υφυπουργός Ανάπτυξης αρμόδιος για την Έρευνα και την Καινοτομία, Σταύρος Καλαφάτης, υπογράμμισε ότι τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει ουσιαστικά βήματα από την πολιτεία προς τη σωστή κατεύθυνση, κάνοντας ειδική αναφορά στην ενίσχυση των ενεργειακών υποδομών, στις διεθνείς συνεργασίες και στον εκσυγχρονισμό των Ενόπλων Δυνάμεων. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη στρατηγική σημασία της αμυντικής βιομηχανίας και της καινοτομίας, σημειώνοντας ότι η ίδρυση του Ελληνικού Κέντρου Αμυντικής Καινοτομίας, με χρηματοδότηση 100 εκατ. ευρώ, δημιουργεί νέες δυνατότητες αξιοποίησης του εγχώριου επιστημονικού δυναμικού. Όπως τόνισε, η εποχή των «πολυκρίσεων» —γεωπολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών και τεχνολογικών— καθιστά αναγκαίες τις συνέργειες μεταξύ κράτους, επιστήμης και επιχειρήσεων, ενώ η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί πλέον κρίσιμο παράγοντα και για την εθνική ασφάλεια.
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος του ΕΛΚΑΚ, ναύαρχος Παναγιώτης Λυμπέρης, περιέγραψε την αποστολή του Κέντρου ως γέφυρα ανάμεσα στην έρευνα και τη βιομηχανία, με στόχο την κάλυψη συγκεκριμένων επιχειρησιακών αναγκών και την ταυτόχρονη ενίσχυση της εθνικής οικονομίας. Αναφέρθηκε, επίσης, στη σημασία αξιοποίησης της ελληνικής επιστημονικής διασποράς και της διεθνούς εμπειρίας.
Το θεσμικό πλαίσιο για την προστασία κρίσιμων υποδομών ανέλυσε ο κοσμήτορας της Νομικής Σχολής ΑΠΘ, Παναγιώτης Γκλαβίνης, επισημαίνοντας ότι η σχετική ευρωπαϊκή οδηγία, η οποία υιοθετήθηκε και από την Ελλάδα, δεν είναι άσχετη με τις γεωπολιτικές εξελίξεις μετά το 2022 και τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Όπως σημείωσε, οι φορείς διαχείρισης κρίσιμων υποδομών υποχρεούνται πλέον να καταρτίζουν ολοκληρωμένα σχέδια ασφάλειας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε και η εμπειρία από την Ουκρανία. Ο υποψήφιος διδάκτορας του ΑΠΘ, Petro Sherstiuk, περιέγραψε πώς η αποκέντρωση της ενεργειακής παραγωγής βοήθησε στον περιορισμό των επιπτώσεων από πλήγματα στο δίκτυο, υπογραμμίζοντας ότι ο πόλεμος επιβάλλει διαρκή προσαρμογή και ευρηματικότητα.
Σε διαδικτυακή παρέμβαση, ο στρατηγός ε.α. Χρήστος Μανωλάς κατηγοριοποίησε τους κινδύνους για τις κρίσιμες υποδομές σε σκόπιμους, μη σκόπιμους και κυβερνοαπειλές, τονίζοντας την ανάγκη ολιστικής συνεργασίας όλων των εμπλεκόμενων φορέων. Στο ίδιο πνεύμα, ο υπεύθυνος ασφαλείας του ΔΕΣΦΑ, Ευθύμιος Μπούνας, ανέδειξε τον ρόλο της εκτίμησης κινδύνου, της τεχνολογίας και —κυρίως— του εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού, επισημαίνοντας θεσμικά κενά και την ανάγκη ενιαίας αντιμετώπισης ασφάλειας και κυβερνοασφάλειας.
Τέλος, ο πρόεδρος και CEO της Ευρωσύμβουλοι, Πάρις Κοκορότσικος, ανέλυσε τις οικονομικές προοπτικές της αμυντικής βιομηχανίας, εκτιμώντας ότι η ελληνική προστιθέμενη αξία μπορεί να αυξηθεί σημαντικά μέσω ευρωπαϊκών στρατηγικών και χρηματοδοτήσεων. Κλείνοντας, ο επίκουρος καθηγητής του ΑΠΘ Δημήτριος Γιακούλας τόνισε ότι η απώλεια τεχνολογικής υπεροχής και στρατηγικής αυτονομίας αποτελεί σήμερα βασική πρόκληση για την Ευρώπη, αν και μετά το 2022 διαφαίνεται μια πιο στοχευμένη προσπάθεια ανάκτησης χαμένου εδάφους.
Με πληροφορίες από ΑΠΕ/ΜΠΕ