Της Χιονίας Βλάχου – Μπλιάτκα
Ο Μπάμπης Μπαρμπουνάκης είναι ένα από τα πρόσωπα που έχουν ταυτιστεί διαχρονικά με τον χώρο του βιβλίου στη Θεσσαλονίκη, αλλά η διαδρομή του δεν περιορίζεται μόνο σε αυτό. Η παρουσία του στην πολιτιστική και αυτοδιοικητική ζωή της πόλης τον καθιστά φυσιογνωμία ευρύτερης αναφοράς, ένα πρόσωπο αναγνωρίσιμο και αγαπητό, που συνδέθηκε με πρωτοβουλίες οι οποίες άφησαν θεσμικό αποτύπωμα.
Γεννήθηκε στο Ρέθυμνο και είναι το έβδομο παιδί της οικογένειας, ο βενιαμίν της.
Ο πατέρας του, Γιώργος, υπήρξε δάσκαλος στα Περιβόλια Ρεθύμνου ενώ η μητέρα του, Ελένη, καταγόταν από την οικογένεια Αναστασάκη. Ο αδελφός της, Χαράλαμπος -του οποίου φέρει το όνομα- εκτελέστηκε από τους Γερμανούς το 1941, γεγονός που ο ίδιος θεωρεί κομμάτι της ταυτότητάς του.

Στη Θεσσαλονίκη εγκαταστάθηκε το 1962 ακολουθώντας τον αδελφό του Μανώλη, που είχε ήδη δραστηριοποιηθεί στον χώρο των εκδόσεων. Φοίτησε στο 2ο Γυμνάσιο στην Ικτίνου και κατοικούσε στο κέντρο, στην Τσιμισκή, με αποτέλεσμα η νεανική του εμπειρία να διαμορφωθεί μέσα στην καρδιά της πόλης. «Από την πρώτη μέρα που ήρθα, ένιωσα ότι δεν θα φύγω. Την ένιωσα δική μου πόλη», αναφέρει.
Η δεκαετία του ’60 τον βρίσκει σε μια Θεσσαλονίκη πολιτικά και κοινωνικά ταραγμένη: η δολοφονία του Λαμπράκη, το «114», η αποστασία, τα γεγονότα του ’65.
Παρακολουθεί με ενδιαφέρον και ανησυχία τα γεγονότα της εποχής. Όταν άνοιξε η εφημερίδα Θεσσαλονίκη το 1963, έγραφε μικρά αθλητικά σημειώματα από αγώνες μπάσκετ στη ΧΑΝΘ. «Γίνονταν αγώνες στο ανοιχτό γυμναστήριο και επειδή ζούσα στο κέντρο της πόλης, έγραφα μικρά σημειώματα από τους αγώνες. Ήταν άλλες εποχές», σημειώνει. Στην πορεία αρθρογραφούσε κατά καιρούς σε εφημερίδες της πόλης.

Η σχέση του με το βιβλίο είναι οικογενειακή υπόθεση. Υπήρξε περίοδος που η οικογένεια λειτουργούσε τέσσερα βιβλιοπωλεία στη Θεσσαλονίκη, με τα αδέλφια του Μανώλη και Δημήτρη να υπηρετούν επίσης τον χώρο.
Το 1978 ιδρύει τον δικό του εκδοτικό οίκο, «Εκδόσεις Μπαρμπουνάκη», χαράσσοντας αυτόνομη πορεία. «Το όνομα Μπαρμπουνάκης είναι δεκαετίες στο βιβλίο. Πρέπει να υπάρχει συνέχεια», έχει τονίσει, υπογραμμίζοντας ότι η παρουσία του εκδοτικού οίκου δεν είναι μόνο επαγγελματική δραστηριότητα αλλά και ευθύνη απέναντι στην ιστορία του ονόματος.
Σε αυτή τη συνέχεια εντάσσει τα παιδιά του, τη Χρύσα, τον Γιώργο και την Κλαίρη. Όπως αναφέρει, «αν και ο Γιώργος είναι δικηγόρος, βοηθάει τον εκδοτικό οίκο» ενώ η Κλαίρη, με σπουδές στην υποκριτική και τον Ελληνικό Πολιτισμό, έχει χαράξει τη δική της διαδρομή στον χώρο με τις εκδόσεις «Αgrafina». Δίπλα τους η σύζυγός του, η δημοσιογράφος Σοφία Λαβίδα, αποτελεί σταθερό σημείο αναφοράς στη ζωή του.

Ωστόσο, το στοιχείο που διακρίνει τη διαδρομή του δεν είναι μόνο η επιχειρηματική ή εκδοτική του δραστηριότητα αλλά η σταθερή επιδίωξη δημιουργίας θεσμών. Στον Σύνδεσμο Εκδοτών Βόρειας Ελλάδας, με τον οποίο συνδέθηκε καθοριστικά, αναπτύχθηκαν δράσεις που ξεπερνούσαν τα στενά όρια ενός φεστιβάλ βιβλίου. Ο «Πνευματικός Μάιος», το «Τρένο του Βιβλίου», οι Ετήσιες Βραβεύσεις Συγγραφέων, τα Περιφερειακά Φεστιβάλ Βιβλίου στις πόλεις της βόρειας Ελλάδας και όχι μόνο, οι εκδηλώσεις για την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου, οι οργανωμένες επισκέψεις συγγραφέων σε σχολεία για την τόνωση της φιλαναγνωσίας αλλά και το διήμερο κινηματογραφικό αφιέρωμα για τα θερινά σινεμά «Χίλιες και 2 Νύχτες Σινεμά» με βραβεύσεις, προβολές και δημόσιες συζητήσεις καθώς και η έκδοση της πολιτιστικής εφημερίδας το «Όραμα», αποτυπώνουν μια αντίληψη που έβλεπε τον πολιτισμό ως δημόσιο γεγονός και όχι ως συγκυριακή δράση.
Στο ίδιο πνεύμα εντάσσεται και η προεδρία του στο Κέντρο Πολιτισμού και Βιβλίου Νοτιοανατολικής Ευρώπης, με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Το Κέντρο, στο οποίο συμμετείχαν χώρες της περιοχής, στόχευε στη συνεργασία εκδοτών, συγγραφέων και μεταφραστών ώστε «να επιλυθούν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα λογοτεχνικά έργα των μη διαδεδομένων γλωσσών και να προβληθούν στην παγκόσμια αγορά». Η θέσπιση του Βαλκανικού Βραβείου Λογοτεχνίας «Αίμος» αποτέλεσε κορύφωση αυτής της προσπάθειας.
Παράλληλα, η παρουσία του στην Τοπική Αυτοδιοίκηση υπήρξε ουσιαστική. Διετέλεσε δημοτικός σύμβουλος Θεσσαλονίκης και περιφερειακός σύμβουλος Κεντρικής Μακεδονίας, με σαφή προσανατολισμό στην καθημερινότητα και την ποιότητα ζωής. Το γεγονός ότι εκλεγόταν πρώτος σε σταυρούς καταδεικνύει την αποδοχή του από τους συμπολίτες του. Όπως έχει διατυπώσει: «Πίστευα πάντα ότι ο πολίτης πρέπει να είναι παρών. Δεν γίνεται να αγαπάς μια πόλη και να μην προσπαθείς να βοηθήσεις στα προβλήματά της».

Το πιο συγκεκριμένο και μετρήσιμο έργο της αυτοδιοικητικής του διαδρομής συνδέεται με την οικολογία και τη διαχείριση απορριμμάτων. Το 1994 εκλέγεται πρόεδρος του Συνδέσμου ΟΤΑ Μείζονος Θεσσαλονίκης. Από τη θέση αυτή, εκτός από το ότι συνέβαλε στο να καταστεί η Θεσσαλονίκη πρωτοπόρος στη διάδοση της ανακύκλωσης, δημιούργησε τα περιβαλλοντικά πάρκα στη Θέρμη και το Δερβένι με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, ενώ προώθησε υποδομές διαχείρισης απορριμμάτων και πρωτοβουλίες αξιοποίησής τους, συμπεριλαμβανομένων σχεδιασμών για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από απορρίμματα. Όπως έχει αναγνωρίσει, «πολλά έργα τα ξεκινήσαμε τότε και τα ολοκλήρωσε ο Γιάννης Ζουρνάς», επισημαίνοντας τη σημασία της συνέχειας στη διοίκηση.
Η διαδρομή του Μπάμπη Μπαρμπουνάκη αποτυπώνει μια σταθερή επιλογή: να μην περιορίζεται στη συμμετοχή αλλά να επιδιώκει τη δημιουργία δομών με διάρκεια. Από τον εκδοτικό κόσμο έως την περιβαλλοντική πολιτική, το αποτύπωμά του στη Θεσσαλονίκη συνδέεται με την έννοια της συνέχειας. Εκεί όπου οι ιδέες μετατρέπονται σε θεσμούς και οι πρωτοβουλίες σε έργο με βάθος χρόνου.

5 ερωτήσεις στον Μπάμπη Μπαρμπουνάκη
Ο Μπάμπης Μπαρμπουνάκης μιλά για τη σχέση της Θεσσαλονίκης με το βιβλίο και τη φιλαναγνωσία, την απήχηση του Φεστιβάλ Βιβλίου, τη δική του διαδρομή από το Ρέθυμνο στη Θεσσαλονίκη, την ενασχόλησή του με την Τοπική Αυτοδιοίκηση αλλά και για τις πρώτες οργανωμένες δράσεις ανακύκλωσης και βιώσιμης ανάπτυξης από τη δεκαετία του ’90.
Έχετε ταυτιστεί με το βιβλίο και τη φιλαναγνωσία. Η Θεσσαλονίκη είναι τελικά μια πόλη που διαβάζει;
Η Θεσσαλονίκη υπήρξε και παραμένει πόλη που διαβάζει. Ιδιαίτερα από τη δεκαετία του ’80 ανέπτυξε τεράστια δυναμική. Περίπου το 40% της ελληνικής βιβλιοπαραγωγής περνούσε από εδώ και διοχετευόταν σε όλη τη βόρεια Ελλάδα. Υπήρχαν ισχυροί εκδοτικοί οίκοι, περιοδικά και πολύ δυνατά βιβλιοπωλεία τα οποία έπαιξαν καθοριστικό ρόλο.
Το «Κατώι του Βιβλίου», που ξεκίνησε το 1982 ο αδελφός μου Μανώλης, έδωσε έναν νέο τόνο και έγινε σημείο αναφοράς πανελλαδικά. Επίσης στις αρχές της δεκαετίας του ’70 είχαν ξεκινήσει παρουσιάσεις βιβλίων μέσα σε βιβλιοπωλεία, κάτι που τότε ήταν πρωτοποριακό. Όλα αυτά διαμόρφωσαν μια κουλτούρα γύρω από το βιβλίο που σφράγισε την πόλη.

Και μετά ήρθε το Φεστιβάλ Βιβλίου, που διοργανώνεται ανελλιπώς από το 1982. Που οφείλεται η απήχησή του;
Το Φεστιβάλ Βιβλίου στην παραλία της Θεσσαλονίκης ξεκίνησε πράγματι το 1982 από τον Σύνδεσμο Εκδοτών Βόρειας Ελλάδας, στον οποίο έχω την τιμή να είμαι πρόεδρος όλα αυτά τα χρόνια. Το πρώτο μάλιστα Φεστιβάλ το εγκαινίασε η Μελίνα Μερκούρη ως υπουργός Πολιτισμού, μαζί με τον τότε δήμαρχο Θανάση Γιαννούση.
Πρόκειται για θεσμό που όχι μόνο προβάλλει το βιβλίο, αλλά φέρνει και τους συγγραφείς δίπλα στον αναγνώστη με παρουσιάσεις, υπογραφές και εκδηλώσεις. Είναι σημείο αναφοράς για τη Θεσσαλονίκη, αγαπήθηκε από τον κόσμο και συνεχίζει μέχρι σήμερα δείχνοντας ότι παρά τις αλλαγές των εποχών, η σχέση της πόλης με το βιβλίο έχει βάθος και διάρκεια. Η βόλτα στην ιστορική παραλία μαζί με τα βιβλία και τους δημιουργούς τους, κάνουν έναν συνδυασμό ασυναγώνιστο.
Και μην ξεχνάμε ότι και η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου ξεκίνησε από τον Σύνδεσμο Εκδοτών Βόρειας Ελλάδας και γίνεται στη Θεσσαλονίκη την τελευταία εικοσαετία.
Πώς έγινε η Θεσσαλονίκη δεύτερη ιδιαίτερα πατρίδα σας; Υπάρχει πράγματι συγγένεια νοοτροπίας με την Κρήτη;
Ήρθα από το Ρέθυμνο στη Θεσσαλονίκη το 1962, ακολουθώντας τον αδελφό μου που είχε ήδη εγκατασταθεί εδώ. Ήμουν μαθητής γυμνασίου και παράλληλα εργαζόμουν στο βιβλίο. Από την πρώτη στιγμή ένιωσα ότι δεν θα φύγω. Για εμάς τους κρητικούς, η Θεσσαλονίκη ήταν ένας μύθος. Στο σπίτι μας υπήρχαν φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης, υπήρχε μια αίσθηση συγγένειας. Βλέπω και ομοιότητες με το Ρέθυμνο, ακόμη και στη δομή και τη σχέση με τη θάλασσα. Την ένιωσα δική μου πόλη. Και ο κόσμος μ’ αγκάλιασε από την πρώτη στιγμή. Δεν σκέφτηκα ποτέ να φύγω.

Τι σας ώθησε να ασχοληθείτε με τα κοινά και την Τοπική Αυτοδιοίκηση;
Η ενασχόλησή μου με τα κοινά προέκυψε μέσα από τη ζωή μου στην πόλη. Έζησα έντονα τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις της δεκαετίας του ’60 και του ’70. Πίστευα πάντα ότι ο πολίτης πρέπει να είναι παρών. Έτσι βρέθηκα στον δήμο Θεσσαλονίκης και υπηρέτησα για σειρά ετών, εκλεγόμενος επανειλημμένα. Αργότερα ασχολήθηκα και με την Περιφέρεια. Το κίνητρό μου ήταν να συμβάλω να λυθούν προβλήματα που αφορούν την καθημερινότητα και την ποιότητα ζωής των πολιτών.
Ασχοληθήκατε με την οικολογία, τη βιώσιμη ανάπτυξη και ειδικά την ανακύκλωση από την δεκαετία του ’90.
Πράγματι το 1995 με εξέλεξαν οι δήμοι της Θεσσαλονίκης και της ευρύτερης περιοχής πρόεδρο του ΟΤΑ Μείζονος Θεσσαλονίκης. Εκείνη την εποχή η λέξη «ανακύκλωση» ήταν σχεδόν άγνωστη. Επικεντρωθήκαμε λοιπόν στην ανακύκλωση για χαρτί, αλουμίνιο, πλαστικό και γυαλί και δώσαμε μεγάλη έμφαση στην ενημέρωση. Προβάλαμε το μήνυμα της ανακύκλωσης στη Θεσσαλονίκη πανελλαδικά και επενδύσαμε ιδιαίτερα στα σχολεία, γιατί πιστεύαμε ότι η αλλαγή νοοτροπίας ξεκινά από τις μικρές ηλικίες. Οργανώσαμε δράσεις, στείλαμε υλικό παντού, μέχρι και σε νησιά και στην Κύπρο. Θυμάμαι ότι μου είχαν πει πως για να αποδώσει μια τέτοια προσπάθεια, χρειάζονται 30 -40 χρόνια. Σήμερα βλέπω πρόοδο. Η Θεσσαλονίκη υπήρξε πρωτοπόρος στη διάδοση της ανακύκλωσης αλλά χρειάζεται συνέπεια, επιμονή και καθημερινή ευθύνη για να μην χαθεί ό,τι κερδήθηκε.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»