Του Νίκου Φωτόπουλου
Σε μια ιδιότυπη ομηρία βρίσκονται εκπαιδευτικοί, γονείς και μαθητές λυκείου του ιστορικού 5ου Αρρένων Θεσσαλονίκης, ενός σχολείου με ξεχωριστή διαδρομή και προσφορά στην πόλη. Εδώ και σχεδόν 13 χρόνια, το λύκειο λειτουργεί μακριά από τη φυσική του έδρα, καθώς η αποκατάσταση του διατηρητέου κτιρίου στην οδό Κριεζώτου «σέρνεται» χωρίς ορατό τέλος.
Το 5ο Αρρένων Θεσσαλονίκης, με πορεία σχεδόν ενός αιώνα και βαριά εκπαιδευτική παρακαταθήκη, είναι από τα πιο ιστορικά εκπαιδευτικά ιδρύματα της πόλης. Το 2013, όμως, οι μαθητές και οι εκπαιδευτικοί τόσο του γυμνασίου όσο και του λυκείου, μεταφέρθηκαν αναγκαστικά σε λυόμενες αίθουσες στην περιοχή του Μεγάρου Μουσικής. Η μετεγκατάστασή τους ήταν αναγκαία, καθώς το ιστορικό κτήριο είχε κριθεί επικίνδυνο και απαιτούσε εκτεταμένες εργασίες αποκατάστασης.
Και μπορεί οι μαθητές του γυμνασίου να εγκαταστάθηκαν λίγα χρόνια αργότερα στο καινούργιο κτήριο του σχολείου (δίπλα στο παλιό), το οποίο εγκαινιάστηκε επί δημαρχίας Γιάννη Μπουτάρη, οι μαθητές του λυκείου ωστόσο εξακολουθούν να βρίσκονται σε ομηρία. Η κατά τα λεγόμενα «προσωρινή» λύση των λυόμενων έγινε καθεστώς, καθώς οι εργασίες αποκατάστασης του ιστορικού κτηρίου του 5ου θυμίζουν το… Γεφύρι της Άρτας.

Ακατάλληλες υποδομές
Το αποτέλεσμα είναι να έχουν περάσει από το λύκειο ολόκληρες γενιές μαθητών χωρίς να έχουν γνωρίσει ποτέ τη φυσική του έδρα, ενώ οι συνθήκες φοίτησης παραμένουν, σύμφωνα με τους εμπλεκόμενους, κατώτερες των περιστάσεων και ειδικά για ένα σχολείο ανάλογου κύρους.
Το βάρος αυτής της εκκρεμότητας αναδεικνύει ο πρόεδρος του Συλλόγου Αποφοίτων, Γιάννης Χατζόπουλος, που υπογραμμίζει τον ιστορικό και αρχιτεκτονικό χαρακτήρα του κτηρίου. Μηχανολόγος μηχανικός ο ίδιος, σημειώνει ότι πρόκειται για ένα από τα ελάχιστα σωζόμενα δημόσια κτίρια της μεσοπολεμικής αρχιτεκτονικής στη Θεσσαλονίκη, χαρακτηρισμένο ήδη από το 1987 ως διατηρητέο έργο τέχνης. Παράλληλα, επισημαίνει ότι «η προσωρινότητα διαρκεί μέχρι στιγμής 13 χρόνια», με τους μαθητές να σηκώνουν το βάρος της ιστορίας του σχολείου σε ακατάλληλες υποδομές. Θέτει μάλιστα και το νομικό ζήτημα, διευκρινίζοντας ότι το ισχύον πλαίσιο των συμβάσεων δημοσίων έργων δεν διασφαλίζει την έγκαιρη ολοκλήρωση τέτοιων παρεμβάσεων.

Προέκυψαν προβλήματα
Κεντρικό ρόλο στην εξέλιξη του έργου έχει ο δήμος Θεσσαλονίκης, ο οποίος το δημοπράτησε και το παρακολουθεί. Ο αρμόδιος αντιδήμαρχος Τεχνικών Έργων και Βιώσιμης Κινητικότητας, Πρόδρομος Νικηφορίδης, περιγράφει στη «Θ» μια υπόθεση που άρχισε με σοβαρές εκκρεμότητες και συνεχίστηκε με αλλεπάλληλα εμπόδια. Όπως τονίζει, το κτήριο είχε κριθεί επικίνδυνο από το 2013 και απαιτούσε εκτεταμένες εργασίες αποκατάστασης, οι οποίες δημοπρατήθηκαν με τις χρονοβόρες διαδικασίες του δημοσίου. Σύμφωνα με τον ίδιο, στην πορεία προέκυψαν προβλήματα που δεν είχαν αποτυπωθεί αρχικά, γεγονός που οδήγησε σε συμπληρωματικές μελέτες και νέες καθυστερήσεις.
«Δυστυχώς με τον εργολάβο δίνουμε περισσότερες μάχες στα τεχνικά συμβούλια και στα νομικά, παρά στο ίδιο το έργο», σημειώνει χαρακτηριστικά, κάνοντας λόγο για «δαιδαλώδεις διαδικασίες» που επιβραδύνουν κάθε βήμα. Ο ίδιος αποκαλύπτει ότι εξετάστηκε ακόμη και η έκπτωση του αναδόχου, που ζητάει συνέχεια νέες παρατάσεις, ωστόσο μια τέτοια επιλογή θα οδηγούσε σε επαναπροκήρυξη του διαγωνισμού και επιστροφή στη διαδικασία εξ αρχής.
Όσο για το χρονοδιάγραμμα παράδοσης του ιστορικού κτηρίου, ο κ. Νικηφορίδης παραδέχεται ότι οι αρχικές εκτιμήσεις που ήταν για τα τέλη του 2025, έχουν ανατραπεί και πως η λειτουργία του λυκείου στο ανακαινισμένο κτήριο δύσκολα θα καταστεί εφικτή πριν από τα τέλη του 2026.
Διαχρονικές αστοχίες
Σαφείς αιχμές για την πορεία του έργου αφήνει ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, Σωκράτης Φάμελλος, απόφοιτος κι ο ίδιος του ιστορικού σχολείου, ο οποίος χαρακτηρίζει την υπόθεση «αρνητικό αστικό μύθο». Όπως επισημαίνει στη «Θ», 13 χρόνια μετά την έναρξη της αποκατάστασης το έργο παραμένει ημιτελές. Ο ίδιος επιρρίπτει την κύρια ευθύνη στην εργοληπτική εταιρεία και κάνει λόγο για περιόδους πλήρους διακοπής εργασιών. Παράλληλα, θέτει θέμα θεσμικών αλλαγών στο πλαίσιο της ανάθεσης δημοσίων έργων, με στόχο την αποφυγή αντίστοιχων καθυστερήσεων στο μέλλον, τονίζοντας ότι η σχολική στέγη αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα.
Από την πλευρά της κυβέρνησης, απόφοιτος του 5ου επίσης, ο υφυπουργός Εσωτερικών (Μακεδονίας – Θράκης), Κώστας Γκιουλέκας, εμφανίζεται συγκρατημένα αισιόδοξος, εκτιμώντας ότι το έργο βρίσκεται στην τελική ευθεία του. Δηλώνει ότι στόχος πλέον είναι η ταχύτερη δυνατή παράδοση, τοποθετώντας χρονικά την ολοκλήρωση έως το τέλος του 2026, ενώ υπογραμμίζει τη διπλή σημασία του έργου, «τόσο για την εκπαιδευτική λειτουργία όσο και για τη διατήρηση της αρχιτεκτονικής φυσιογνωμίας της πόλης».
Πιο αιχμηρή είναι η κριτική ενός ακόμη αποφοίτου του ιστορικού 5ου Αρρένων, του πρώην υπουργού κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ Γιάννη Μαγκριώτη, ο οποίος αποδίδει την καθυστέρηση σε διαχρονικές αστοχίες. Όπως αναφέρει, στην πρώτη φάση του έργου υποτιμήθηκε η έκταση των προβλημάτων του κτηρίου, με αποτέλεσμα να επιλεγεί μια περιορισμένη παρέμβαση που γρήγορα «κατέρρευσε» όταν αποκαλύφθηκαν σοβαρά στατικά ζητήματα. Στη συνέχεια, η επαναδημοπράτηση και η νέα σύμβαση συνοδεύτηκαν από ελλείψεις και καθυστερήσεις, οδηγώντας, όπως σημειώνει, σε «τουλάχιστον δέκα χαμένα χρόνια», αυξημένο κόστος και σημαντική επιβάρυνση της σχολικής κοινότητας.

Προβληματική εξέλιξη
Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις, όλες οι πλευρές συγκλίνουν σε ένα σημείο: την προβληματική εξέλιξη της εργολαβίας. Η ανάδοχος εταιρεία έχει, σύμφωνα με τους εμπλεκόμενους, επικαλεστεί επανειλημμένα τεχνικά και διαδικαστικά ζητήματα, και ζητάει που έχουν επιμηκύνει δραματικά τον χρόνο υλοποίησης.
Η «Θ» επικοινώνησε με την κατασκευαστική εταιρεία που έχει αναλάβει το έργο, προκειμένου να θέσει συγκεκριμένα ερωτήματα για τις καθυστερήσεις, το χρονοδιάγραμμα και τα προβλήματα που έχουν ανακύψει. Ωστόσο, μέχρι την ώρα δημοσίευσης του ρεπορτάζ, δεν υπήρξε κάποια ανταπόκριση από την πλευρά της.
Γεγονός είναι ότι ιστορικό 5ο Θεσσαλονίκης παραμένει ένα ζωντανό παράδειγμα παθογενειών των δημοσίων έργων. Ένα σχολείο με βαριά ιστορία και συμβολισμό, που αντί να αποτελεί σημείο αναφοράς για τη σύγχρονη δημόσια εκπαίδευση, έχει μετατραπεί σε σύμβολο καθυστέρησης και διοικητικής δυσλειτουργίας. Κι όσο το έργο παραμένει σε εκκρεμότητα, το ερώτημα δεν είναι μόνο η αρχιτεκτονική του αποκατάσταση, αλλά και για πόσα χρόνια ακόμη μπορεί να παρατείνεται μια «προσωρινή» λύση εις βάρος μαθητών και εκπαιδευτικών, ενός σχολείου που κάποτε αποτελούσε πρότυπο.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»