Του Κωνσταντίνου Ζέρβα*
Ένα δημοψήφισμα με θέμα την ανάπλαση της ΔΕΘ αποτελεί μια πρωτόγνωρη για τα ελληνικά δεδομένα πρωτοβουλία. Θα πρέπει όμως να ξεχωρίσουμε τη νομική από την πολιτική του βαρύτητα.
Νομικά, με βάση το θεσμικό πλαίσιο που διέπει την διεξαγωγή τοπικών δημοψηφισμάτων, η επίπτωση του είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Το όποιο αποτέλεσμά του, έχει συμβουλευτικό και όχι δεσμευτικό χαρακτήρα για την κυβέρνηση.
Αν το πολιτικό σύστημα επιθυμεί να δώσει πραγματικά -και όχι προσχηματικά- τη δυνατότητα λόγου σε τοπικές κοινωνίες, αυτό θα πρέπει να αλλάξει, με τη διεξαγωγή δημοψηφισμάτων που θα έχουν αποφασιστικό ρόλο.
Και αυτό θα γίνει αν για την διεξαγωγή τους, ορίσει και τις προϋποθέσεις για τη διατύπωση των ερωτημάτων ώστε αυτά να μην αποτελούν αντικείμενο άσκησης μικροπολιτικής, αλλά να είναι εφαρμόσιμα και δυνητικώς δεσμευτικά για την εκάστοτε διοίκηση. Να έχει προηγηθεί δηλ. η απαραίτητη προεργασία και να μην αποτελούν ένα ευχολόγιο.
Επίσης θα πρέπει να έχει ουσιαστική νομική βαρύτητα το αποτέλεσμα, με τη σχετική νομοθετική ρύθμιση, όταν θα έχει προσέλθει στις κάλπες η μεγάλη πλειοψηφία της τοπικής κοινωνίας και όχι αν συμμετέχουν μόνο εκείνοι που το ζήτησαν!
Η πολιτική βαρύτητα ενός δημοψηφίσματος όμως είναι μια εντελώς διαφορετική υπόθεση. Αυτή δεν καθορίζεται μόνο από το αποτέλεσμά του, αλλά και από τους χειρισμούς της τοπικής διοίκησης που φέρει την ευθύνη διεξαγωγής του.
Η σημερινή διοίκηση του δήμου Θεσσαλονίκης και προσωπικά ο δήμαρχος φέρουν τεράστια ευθύνη για τη διχόνοια που βιώνει η πόλη. Ο Στέλιος Αγγελούδης με διαδοχικές κωλυσιεργίες και παλινδρομήσεις οδήγησε τελικά σε ακύρωση του σχεδίου που είχε ήδη εγκρίνει η συντριπτική πλειονότητα της κοινωνίας του δήμου Θεσσαλονίκης μέσω δύο διαδοχικών διοικήσεων και των φορέων της της πόλης, αλλά και δύο κυβερνήσεων καταλήγοντας τον Ιούλιο του 2021 σε ένα σχέδιο ανάπλασης ΔΕΘ, με συγκεκριμένους στόχους και χρονοδιαγράμματα.
Η δική μας διοίκηση είχε βάλει «πλάτη» σ΄ ένα έργο που οδηγούσε την ΔΕΘ και την πόλη, στο επόμενο βήμα της. Η νέα διοίκηση του δήμου αντίθετα έβαλε «πλάτη» στην ανατροπή αυτής της πορείας, στη στασιμότητα, και τελικά στην εκχώρηση του ελέγχου της ΔΕΘ σε κέντρα αποφάσεων των Αθηνών, με αποτέλεσμα αντί το 2026 να έχουμε τη νέα ΔΕΘ, να διαφωνούμε για το ποια ΔΕΘ τελικά επιθυμούμε.
Με τη συμβολή του Στ. Αγγελούδη, ο αποφασιστικός ρόλος της πόλης για τη ΔΕΘ, περιορίστηκε σε προσχηματική παρουσία. Και πλέον, πολιτικά, το δημοψήφισμα μοιάζει να μηδενίζει ξανά το κοντέρ, όταν έχουμε χάσει το τιμόνι. Ο σημερινός δήμαρχος, εξέθρεψε το «θηρίο», που σήμερα φοβάται να κοιτάξει στα μάτια!
Προσέφερε τον πολιτικό χρόνο για συγκέντρωση των υπογραφών σε όσους επιθυμούσαν να διώξουν τη ΔΕΘ εκτός ορίων του δήμου Θεσσαλονίκης, με πρόσχημα την επιθυμία του μητροπολιτικού πάρκου. Λες και υπάρχει άνθρωπος που δεν θέλει να δει πάρκο στην καρδιά της πόλης.
Μετά από πολλές …κυβιστήσεις ο κ. δήμαρχος επικαλείται ότι πρόσθεσε 5-10 στρέμματα πάρκου στα 95 στρέμματα που ήδη προέβλεπε το αρχικό σχέδιο συν την έκταση της Αγίας Φωτεινής που είχε εξασφαλισθεί κατά την διάρκεια της δικής μας θητείας. Στην πράξη όμως βοήθησε την κυβέρνηση να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα που ήθελαν τον έλεγχο της ΔΕΘ στην Αθήνα, με επίκληση μάλιστα του επιχειρήματος ότι …αποδέχεται τις προτάσεις του δημάρχου!
Και σήμερα, μπροστά σ αυτό το αδιέξοδο, ο κ. δήμαρχος καταφεύγει εκ νέου στην κυβέρνηση, διότι αυτό σημαίνει το αίτημα για γνωμοδότηση στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, επιδιώκοντας την απεμπλοκή του από την υποχρέωση διεξαγωγής του δημοψηφίσματος, αντί να αναλάβει ο ίδιος την ευθύνη της τελικής απόφασης.
Αυτό είναι το πραγματικό στοιχείο της πολιτικής βαρύτητας του δημοψηφίσματος, που αποδεικνύει ποιος είναι αυτός που πραγματικά συνδιαλέγεται παρασκηνιακά και υπηρετεί επιλογές των Αθηνών, προσποιούμενος τον ανεξάρτητο και κατηγορώντας άλλους για εξαρτήσεις και αβελτηρίες.
Πιστεύω ότι εδώ που φτάσαμε πρέπει να αποφασιστεί η διεξαγωγή του δημοψηφίσματος. Για να έχει όμως την ουσία και την βαρύτητα μιας αντιπροσωπευτικής έκφρασης της πόλης, θα πρέπει να συνοδεύεται από επαρκή ενημέρωση των δημοτών και υψηλή συμμετοχή. Με διατύπωση ερωτήματος που θα προσφέρει δυνατότητα επιλογής μεταξύ ρεαλιστικών στόχων, πιέζοντας την Πολιτεία να δράσει και όχι να το αξιοποιήσει ως αφορμή ακύρωσης κάθε δράσης.
Η ΔΕΘ ως θεσμός αποτελεί το καμάρι της πόλης και η ανάπλαση της δίνει την ιστορική ευκαιρία να έχει η πόλη και ο δήμος και ένα σύγχρονο εκθεσιακό κέντρο αλλά και ένα πάρκο. Το συντομότερο δυνατόν και όχι κάποτε στο μέλλον. Βιώσιμα και εντός του δήμου Θεσσαλονίκης και όχι διάσπαρτα.
Δυστυχώς η πόλη ταλαιπωρήθηκε στο παρελθόν από ανάλογα διλήμματα. Αν οι άνθρωποι της δεν έχουν μια συγκεκριμένη βούληση ουδείς θα στέρξει να δώσει λύσεις και προοπτική. Σήμερα είναι πιθανός ο κίνδυνος να χάσουμε οριστικά αυτήν την προοπτική και η ευθύνη της Διοίκησης του Δήμου σε μια τέτοια εξέλιξη είναι τεράστια!
* Ο Κωνσταντίνος Ζέρβας είναι τ. δήμαρχος Θεσσαλονίκης, επικεφαλής μείζονος αντιπολίτευσης