Συνέντευξη στη Γεωργία Μακρογιώργου
Η Γεωργία Καλπαζίδου είναι φιλόλογος-γλωσσολόγος, με ερευνητικό και κοινωνικό έργο στους τομείς της εκπαίδευσης και της κοινωνικής ένταξης περιθωριοποιημένων κοινοτήτων Ρομά.
Από το 2021 είναι ιδρυτικό μέλος της ΑΜΚΕ REVMA, που έχει ως αποστολή την καταπολέμηση της μαθητικής διαρροής και τη μείωση του έμφυλου χάσματος στην εκπαίδευση, μέσα από τον σχεδιασμό και την υλοποίηση καινοτόμων δράσεων ευαισθητοποίησης και ενημέρωσης μαθητών – γονιών – εκπαιδευτικών. Η συγγραφέας απαντάει στις ερωτήσεις για την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο Me sem (εκδόσεις Κύκνος).
Το βιβλίο αποτελεί ένα σημαντικό βήμα προς την αναγνώριση της τσιγγάνικης γλώσσας ως ζωντανής φωνής της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας.
Me sem σημαίνει «Εγώ είμαι». Τι σημαίνει αυτό το «εγώ» για σένα, μέσα σε μια συλλογική ταυτότητα που αγωνίζεται να ακουστεί;
Θεωρώ πως κάθε «εγώ» ακολουθεί μία συνεχόμενη διαδικασία σχηματισμού και επαναπροσδιορισμού, μέσα από έναν διαρκή διάλογο με όσα συμβαίνουν γύρω μας, αλλά και με όσα κληρονομούμε. Αυτό το «εγώ» για μένα σημαίνει ότι μπορώ να επιλέγω και να αναδημιουργώ χωρίς ενοχή μία σύγχρονη ταυτότητα με πολλαπλές όψεις, που δεν χρωματίζεται από τη διάκριση Ρομά ή μη Ρομά, γιατί δεν είμαι μόνο το ένα ή μόνο το άλλο, είμαι και το ένα και το άλλο.
Η εναλλαγή ελληνικής και τσιγγάνικης γλώσσας είναι κεντρικό στοιχείο του έργου σου. Πώς βιώνεις τη συγκατοίκηση δύο μητρικών γλωσσών μέσα στη ποίηση;
Ως κάτι απολύτως φυσιολογικό και ως κάτι που αντανακλά μέρος αυτού που εγώ είμαι. Το Me sem φέρνοντας στο προσκήνιο τη Ρομανί και την εναλλαγή των δύο μητρικών γλωσσών ως κομμάτι του εαυτού, αποτελεί μία προσπάθεια αποστιγματισμού της γλώσσας, αλλά και απενεχοποίησης αυτής της συγκατοίκησης εντός και εκτός κοινοτικού πλαισίου.
Η συλλογή συνομιλεί με ζητήματα κοινωνικής ένταξης και στερεοτύπων. Μπορεί η ποίηση να λειτουργήσει ως μορφή κοινωνικής δράσης ή ακόμη και ως εργαλείο ένταξης;
Ναι, πιστεύω ότι μπορεί. Αντί για ένταξη ίσως χρειάζεται να μιλάμε για κατανόηση της διαφορετικότητας ως μία κανονικότητα που μας περιβάλλει. Προς αυτήν την κατεύθυνση θεωρώ πως η ποίηση μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο και να ενισχύσει την προσπάθεια συμπερίληψης γλωσσικών ταυτοτήτων που δεν χαίρουν σεβασμού και αναγνώρισης.
Στο έργο σου αναδεικνύεται έντονα η γυναικεία φωνή και η ανάγκη αυτοδιάθεσης. Πώς συνδέεται ο φεμινιστικός λόγος με τον γλωσσικό ακτιβισμό που υπηρετείς;
Πράγματι, η συλλογή διαπνέεται από το γυναικείο στοιχείο και την ανάγκη να τονίσω πως οι γυναίκες, από οποιοδήποτε τόπο και κοινότητα και αν προερχόμαστε, ως γυναίκες αντιμετωπίζουμε κοινά ζητήματα αλλά και κοινά τραύματα. Ο ίδιος ο λόγος των γυναικών είναι που μπορεί να φέρει την αλλαγή και να σταματήσει το διαγενεακό πέρασμα έμφυλων στερεοτύπων. Ως γυναίκα, με τον λόγο μου, με τις λέξεις που αγαπώ, θέλω να σταθώ πλάι και μαζί με άλλες γυναίκες που «βάφουν» τον κόσμο με διαφορετικά χρώματα και ανοίγουν νέους δρόμους.
Αν η γλώσσα είναι καθρέφτης της κοινωνίας, πώς οραματίζεσαι το μέλλον της ελληνικής τσιγγάνικης γλώσσας μέσα στη λογοτεχνία;
Ελπίζω ότι στο μέλλον το μωσαϊκό της λογοτεχνίας θα συμπληρώνεται και από την ελληνορομανί γραφή, δημιουργώντας ένα ισχυρό αντίβαρο στα στερεότυπα που πολλές φορές αναπαράγονται από την ίδια τη λογοτεχνία, αλλά και από άλλες μορφές τέχνης.
Δημοσιεύητκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»