Του Νίκου Φωτόπουλου
Σε μια συγκυρία έντονης θεσμικής αμφισβήτησης, η εκδήλωση του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης» που πραγματοποιήθηκε πριν από λίγες μέρες στο δημαρχείο Θεσσαλονίκης λειτούργησε λιγότερο ως ακαδημαϊκή συζήτηση και περισσότερο ως δημόσια προειδοποίηση. Οι παρεμβάσεις πανεπιστημιακών και πρώην επικεφαλής ανεξάρτητων αρχών συνέκλιναν σε ένα ανησυχητικό συμπέρασμα: Οι ανεξάρτητες αρχές στην Ελλάδα πιέζονται συστηματικά και αποδυναμώνονται από την ίδια την πολιτική εξουσία.
Ανοίγοντας τη συζήτηση, η Ιφιγένεια Καμτσίδου, ομότιμη καθηγήτρια του ΑΠΘ και πρόεδρος του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης», έθεσε το ιστορικό και θεσμικό πλαίσιο. Υπενθύμισε ότι οι ανεξάρτητες αρχές εμφανίστηκαν στην Ευρώπη τέλη της δεκαετίας του ’60 ως αντίβαρο σε ισχυρά κοινωνικοοικονομικά συμφέροντα. Όπως τόνισε, στην Ελλάδα η συνταγματική τους κατοχύρωση στόχευε στην ενίσχυση του δημοκρατικού πολιτεύματος εντός του κοινοβουλευτικού συστήματος.
Ωστόσο, η θεωρία απέχει πλέον επικίνδυνα από την πράξη. Η κ. Καμτσίδου ανέδειξε τον ρόλο του Συνηγόρου του Πολίτη ως εργαλείου ανάσχεσης της «συγκαλυπτόμενης νομοθεσίας», με τις εκθέσεις του να αποκαλύπτουν συστηματικά ελλείμματα στην προστασία των δικαιωμάτων. Παράλληλα, άσκησε κριτική σε αρχές που απέτυχαν να ανταποκριθούν στην αποστολή τους, όπως το ΕΣΡ, το οποίο –όπως είπε– δεν κατόρθωσε να διασώσει την ανεξάρτητη ενημέρωση και τον πλουραλισμό, με αποτέλεσμα την εξασθένισή τους. Η εμπλοκή του σε αδιέξοδες κομματικές αντιπαραθέσεις απομείωσε το κύρος του, ενώ η απεξάρτηση της πολιτικής εξουσίας από τα ΜΜΕ παραμένει ισχνή.
Αποδυνάμωση
Πιο αιχμηρός εμφανίστηκε ο Κυριάκος Παπανικολάου, επίκουρος καθηγητής του ΔΠΘ. Υπογράμμισε ότι οι ανεξάρτητες αρχές βρίσκονται εκ των πραγμάτων απέναντι στην πολιτική εξουσία, προσφέροντας δημοκρατική νομιμοποίηση και θεσμικό έλεγχο.
«Πρέπει να ακούμε τι λέει ο ανεξάρτητος φορέας», σημείωσε, εξηγώντας ότι η πολιτική εξουσία αισθάνεται να απειλείται επειδή θεωρεί πως χάνει μέρος της ισχύος της. Το αποτέλεσμα είναι μια διαρκής προσπάθεια απονεύρωσης.

Ως χαρακτηριστικά παραδείγματα ανέφερε την υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών, όπου –όπως είπε– το Συμβούλιο της Επικρατείας βρέθηκε σε «προκρούστεια κλίνη», αλλά και την περίπτωση της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών, η οποία υπέστη ουσιαστική αποδυνάμωση. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο γεγονός ότι η ΑΔΑΕ δεν ερωτήθηκε καν για τη νομοθετική διάταξη που την αφορούσε άμεσα. «Όταν υπάρχει νομοθετική μεταρρύθμιση που αφορά μια ανεξάρτητη αρχή, δεν είναι δυνατόν να μη ζητείται η γνώμη της», τόνισε, φωτογραφίζοντας μια συνειδητή περιφρόνηση των θεσμικών εγγυήσεων.
Ανεπαρκή μέσα
Από τη σκοπιά της εμπειρίας, ο Κωνσταντίνος Μενουδάκος, επίτιμος πρόεδρος του ΣτΕ και τέως πρόεδρος της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, προσέγγισε το ζήτημα με μεγαλύτερη επιφύλαξη, χωρίς όμως να αμβλύνει την κριτική. Δήλωσε ότι δεν έχει ξεκάθαρη απάντηση στο αν οι ανεξάρτητες αρχές είναι θεσμικά αντίβαρα, αλλά η εμπειρία του δείχνει ότι λειτουργούν ως πραγματικές δυνάμεις ανάσχεσης της εξουσίας. Έθεσε, ωστόσο, και το ερώτημα αν ορισμένες αρχές ιδρύθηκαν για να αποσείσουν ευθύνες από την πολιτική εξουσία, όπως το ΕΣΡ ή το ΑΣΕΠ.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικά ήταν τα στοιχεία που παρέθεσε για την ΑΠΔΠΧ: το 2024 κατατέθηκαν 1.992 καταγγελίες, εκ των οποίων διεκπεραιώθηκαν 1.422, με μόλις 50 εργαζόμενους, έναντι 91 οργανικών θέσεων και 135 που –σύμφωνα με μελέτη της ίδιας της αρχής– θα ήταν αναγκαίοι. Η χρόνια υποστελέχωση περιορίζει δραστικά τις αυτεπάγγελτες δράσεις, αφήνοντας την αρχή να λειτουργεί κυρίως πυροσβεστικά.
Στις μεγάλες υποθέσεις, όπως η διαρροή δεδομένων του υπουργείου Εσωτερικών ή το σκάνδαλο Predator, τα μέσα ήταν ανεπαρκή, με αποτέλεσμα να επιβληθούν μόνο περιορισμένα πρόστιμα, όπως στην Intellexa για άρνηση συνεργασίας.
Σε οριακό σημείο
Τον πιο δραματικό τόνο έδωσε ο Χρήστος Ράμμος, επίτιμος αντιπρόεδρος του ΣτΕ και τέως πρόεδρος της ΑΔΑΕ. Μίλησε για «οριακό σημείο», διερωτώμενος αν το Σύνταγμα έχει καταντήσει πρόσχημα. «Χρειάζεται συναγερμός», προειδοποίησε, περιγράφοντας τις ανεξάρτητες αρχές ως «φτωχό συγγενή» ενός πολιτικού συστήματος που τις ανέχεται μόνο όταν το εξυπηρετούν. Υπενθύμισε ότι στην Ελλάδα δεν προέκυψαν από εγχώρια πολιτική βούληση, αλλά ως ενωσιακή επιταγή.
Η υποστελέχωση και η υποχρηματοδότηση, σύμφωνα με τον ίδιο, αποτελούν την πρώτη και βασικότερη κακοδαιμονία. Η ΑΔΑΕ λειτουργεί με περίπου 35 άτομα και στοιχειωδώς ανεπαρκή προϋπολογισμό για τεχνολογικούς ελέγχους. Επιπλέον, κατήγγειλε ότι το πολιτικό σύστημα επέλεξε κατά καιρούς διοικήσεις κομματικών ισορροπιών, που εμπόδισαν την επιβολή κυρώσεων για τις παρακολουθήσεις. Η ΑΔΑΕ, όπως είπε, δεν μπόρεσε ποτέ να ελέγξει φακέλους άρσεων απορρήτου ώστε να διαπιστώσει αν υπήρχε νόμιμη και επαρκής αιτιολογία, με αποτέλεσμα να μην ασκεί τη βασική αρμοδιότητα που της ανέθεσε ο συνταγματικός νομοθέτης. «Σήμερα μπορεί να αρθεί το απόρρητο ακόμη και για πλημμελήματα», σημείωσε, κάνοντας λόγο για ουσιαστική αδυναμία εφαρμογής του Συντάγματος.
Κλείνοντας, ο κ. Ράμμος δήλωσε «ακραία απαισιόδοξος», βλέποντας έναν διεθνή σκοτεινό ορίζοντα όταν εκπίπτουν οι θεσμοί και οι συνταγματικές εγγυήσεις. «Οι ανεξάρτητες αρχές στην Ελλάδα είναι ανεπιθύμητες και δεν έχουν καλό μέλλον», κατέληξε, αφήνοντας να αιωρείται ένα ερώτημα που διαπέρασε όλη τη βραδιά: Πόση δημοκρατία αντέχει ένα πολιτικό σύστημα που πολεμά τα ίδια του τα αντίβαρα;
Στη συζήτηση προβληματισμού συμμετείχαν επίσης ο Χρήστος Χατζής, ειδικός επιστήμονας στον Συνήγορο του Πολίτη, με εισήγηση για τη θεσμική ανθεκτικότητα, ο Κώστας Στρατηλάτης, επίκουρος καθηγητής του ΑΠΘ, για τις προκλήσεις λειτουργίας του ΕΣΡ, ενώ έγιναν παρεμβάσεις από την Ελένη Αναστασιάδου (ΑΣΕΠ) και τη Θεανώ Τσολάκου, διοικητική πρωτοδίκη, για τον δικαστικό έλεγχο των ανεξάρτητων αρχών.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»