Η Θεσσαλονίκη έμελλε να αποδειχθεί ως το μέρος όπου η σύγχρονη τέχνη και κυρίως η γλυπτική, στην αρχή μέσα από διαφωνίες και εντάσεις (1966 με την εγκατάσταση του Cor Ten στη Βόρεια Πύλη της ΔΕΘ ) και στη συνέχεια με την καταλυτική, επιδραστική και θεαματική παρουσία των «Ομπρελών» στη Νέα Παραλία «διεκδίκησε» ένα ξεχωριστό ρόλο στον δημόσιο χώρο και στην καθημερινότητα των ανθρώπων.
Σε μια ταραγμένη κοινωνικά και πολιτικά περίοδο στη Ελλάδα και με τη λειτουργία και την πρόσληψη της μοντέρνας τέχνης ακόμα στα σπάργανο, υπήρξε ο πρώτος γλύπτης που επινόησε την ιδέα και ξεκίνησε τα αφαιρετικά έργα σε δημόσιο χώρο.
Το έργο του ο «Χορός του Ζαλόγγου», που σήμερα επισήμως αποτελεί Μνημείο Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO εγκαταστάθηκε στο ιστορικό σημείο τη δεκαετία του 1950, με τις όχι απλά ασυνήθιστες αλλά μνημειώδεις διαστάσεις του (18 μέτρα μήκος και 15 μέτρα ύψος) σε μια δύσβατη αλλά έξοχη συμβολικά και ενδεδειγμένη για την λειτουργία του θέση. Το θέαμα που ξεδιπλώνεται μπροστά σου αφού ανέβεις πάνω από 400 σκαλοπάτια, είναι μοναδικό.

Και οι Ομπρέλες ;
Ο μύθος λέει πως ένα πρωί γύρω στα τέλη της δεκαετίας 1980, ο Γιώργος Ζογγολόπουλος ακούει στο ραδιόφωνο πως «η Ελλάδα βρίσκεται κάτω από την ομπρέλα του ΝΑΤΟ».
Ο ίδιος γνωστός για το χιούμορ του αλλά και ως λάτρης των λογοπαίγνιων κάνει τον συνειρμό. Ομπρέλα; Πόση και ποια «προστασία» εγγυάται; Και ποιος «προστάτης» την κρατάει στο χέρι του;
Αυθόρμητα αποφασίζει να κάνει ένα πρώτο έργο με μια ομπρέλα.
«Η εικόνα αυτή, μέσα από την απολύτως δόκιμη γλωσσική έκφραση, εγκαινιάζει στο έργο του την έννοια ενός χώρου προστασίας που είναι συγχρόνως και ο χώρος κινδύνου και απειλής, δεδομένου ότι κανείς δεν μπορεί ποτέ να μας προφυλάξει επαρκώς. Η ίδια άλλωστε η πραγματικότητα κρίνει με το καίριο λαϊκό ερώτημα, «ποιος θα μας φυλάξει από τους φύλακες», είχε πει ο σπουδαίος ιστορικός και κριτικός τέχνης Ντένης Ζαχαρόπουλος.
Σήμερα ένα ετερόκλητο πλήθος Θεσσαλονικέων αλλά και επισκεπτών όλων των ηλικιών και με διαφορετικούς τρόπους πρόσληψης της τέχνης από θαυμάζει και διερευνά το έργο, εντυπωσιάζεται και ερμηνεύει την δημοφιλία του. Η Θεσσαλονίκη εδώ και αρκετά πλέον χώρα ξέρει και χαίρεται γι’ αυτό, ότι φιλοξενεί ένα από τα πιο διάσημα τοπόσημα στην Ελλάδα με διεθνή απήχηση.
Ο ίδιος ο πολυσύνθετος καλλιτέχνης και δημιουργός του έργου είχε δει τη μοναδικότητα της Νέας Παραλίας, τα χρώματα του Θερμαϊκού και το ανεπανάληπτο φυσικό «σκηνικό» του Ολύμπου στο βάθος.
Πίσω από το έργο του Γιώργου Ζογγολόπουλου υπάρχει η σχέση του με την Αρχιτεκτονική. Το έχει πει άλλωστε και ο ίδιος.
«Δεν μπορεί να νοείται μεγάλη γλυπτική χωρίς αρχιτεκτονική μέσα. Μια συνάντηση που φαίνεται καθαρά άμα τη δεις… να πείθει ότι έτσι είναι. Γι’ αυτό με βοήθησε πολύ η αρχιτεκτονική στη δουλειά μου».
Γιώργος Ζογγολόπουλος, Εκπομπή «Παρασκήνιο», ΝΕΤ, 1999

Οι Ομπρέλες κρύβουν αινίγματα, αλλάζουν τα «νοήματα» που εκπέμπουν κάθε μέρα, όταν το σκότος διαδέχεται το φως του ήλιου. Όταν φωτίζονται τη νύχτα, τα στοιχεία στήριξης δίνουν την αίσθηση βροχής.
Είχα ρωτήσει παλιότερα τον Νίκο Θεοδωρίδη, ανιψιό του μεγάλου γλύπτη και πρόεδρο του ιδρύματος Γιώργου Ζογγολόπουλου για το αν ο δημιουργός τους φανταζόταν ότι οι ομπρέλες του θα γινόταν το μεγαλύτερο τοπόσημο της Θεσσαλονίκης.
«Η απάντηση είναι όχι. Ναι μεν εκείνος λάτρεψε αυτό το έργο του και έμεινε εκστατικός όταν το πρώτο βράδυ το αντίκρισε φωτισμένο στην Παραλία της Θεσσαλονικης, αλλά δεν μπορούσε ποτέ να φανταστεί το μέγεθος της αποδοχής και της λατρείας του κόσμου προς αυτό το έργο».
Υπάρχουν όμως και άλλες «Ομπρέλες» στη Θεσσαλονίκη.
Ένα επίσης εμβληματικό για την πόλη υδροκινητικό έργο με τον ίδιο τίτλο (Ομπρέλες) του Γιώργου Ζογγολόπουλου που βρίσκεται έξω από το MOMus-Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης μέσα στη ΔΕΘ.
Το ιδιαίτερο και αγαπημένο για τους Θεσσαλονικείς αυτό γλυπτό, αξιοποιεί την κίνηση του νερού, τους ήχους και την αρμονική πολυμορφία που αναδίδει.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»