Της Χιονίας Βλάχου – Μπλιάτκα
Η πορεία του Ηλία Βαλάση δεν ακολουθεί τη γνώριμη διαδρομή ενός ηθοποιού που πέρασε από σχολές και θεατρικά εργαστήρια. Αντίθετα, μοιάζει με μια διαρκή συσσώρευση εμπειριών, σκληρών δοκιμασιών και προσωπικών μεταμορφώσεων που τελικά βρήκαν διέξοδο στη σκηνή.
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά μεγάλωσε στη Λήμνο. Αν και δεν διατηρεί ουσιαστική σχέση με την Θεσσαλονίκη, δεν κρύβει την μεγάλη του αγάπη για αυτήν, μια αγάπη σχεδόν ανεκπλήρωτη, όπως λέει, για έναν τόπο όπου θα ήθελε να είχε ζήσει περισσότερο.
Από πολύ νωρίς ήρθε σε επαφή με τις δυσκολίες της ζωής. Έχει μιλήσει ανοιχτά για τα «σκληρά παιδικά χρόνια» του, για μια καθημερινότητα που τον ανάγκασε να δουλεύει ήδη από τα 12 του χρόνια, κάνοντας ακόμη και δύο δουλειές παράλληλα και να γνωρίσει πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους. Μια συνθήκη που δεν τον λύγισε αλλά τον διαμόρφωσε. «Τα βιώματα είναι το παν», συνηθίζει να λέει και δεν είναι απλώς μια φράση αλλά ο άξονας πάνω στον οποίο έχτισε την επαγγελματική του ζωή.
Από παιδί παρατηρούσε τους ανθρώπους και έπαιζε ρόλους μόνος του -όχι για να διασκεδάσει αλλά για να καταλάβει. «Δεν με ενδιέφερε η αστεία πλευρά. Με ενδιέφερε η αλήθεια», λέει. «Έβλεπα ανθρώπους στην καθημερινότητά τους και προσπαθούσα να τους αποκωδικοποιήσω. Αναρωτιόμουν γιατί τρεις άνθρωποι κάνουν την ίδια δουλειά αλλά τη βιώνουν τόσο διαφορετικά; Ή παρατηρούσα μια γυναίκα στο λεωφορείο και προσπαθούσα να εξηγήσω γιατί ακουμπάει συνέχεια τη μύτη της; Τι της έχει συμβεί;» Και συνεχίζει: «Αφού προσπαθούσα να καταλάβω την αλήθεια τους, στη συνέχεια τους μιμούμουν». Δεν είναι τυχαίο ότι ήδη από μικρό του είχαν κολλήσει το παρατσούκλι «Βουτσάς», ως μια αυθόρμητη αναγνώριση της έμφυτης τάσης του προς τη μίμηση και την ερμηνεία.
Στη συνέχεια ακολούθησε το Πολεμικό Ναυτικό, όπου υπηρέτησε ως βατραχάνθρωπος. Ένα περιβάλλον σκληρό, απαιτητικό, με απόλυτη πειθαρχία. Εκεί έμαθε να λειτουργεί με ακρίβεια, συγκέντρωση και απόλυτη ευθύνη απέναντι στην ομάδα. «Είναι τα ίδια πράγματα με τη σκηνή, απλώς σε διαφορετικό πλαίσιο», λέει. Η ανάγκη να είσαι παρών, να μη σου ξεφεύγει τίποτα, να λειτουργείς με το μυαλό «στις χίλιες στροφές» μεταφέρθηκε αργότερα αυτούσια στο θέατρο. Όπως εξηγεί «και στον στρατό πολλές φορές έπαιζα ρόλους. Ως εκπαιδευτής έπρεπε να παίξω τον κακό, τον σκληρό, τον αυστηρό -ενώ δεν ήμουν- για να επιβληθώ, να δημιουργήσω εντύπωση, να κερδίσω την εμπιστοσύνη του άλλου».
Η πρώτη του επαφή με το ευρύ κοινό ωστόσο δεν ήρθε από το θέατρο αλλά μέσα από το Survivor το 2023. Εκεί έγινε ευρέως γνωστός αλλά όχι με τον τρόπο που ο ίδιος θα ήθελε. «Η αναγνωσιμότητα αυτή λειτούργησε για ένα διάστημα και ως εμπόδιο για την εξέλιξη μου, καθώς στο χώρο του θεάτρου υπάρχουν προκαταλήψεις», αναφέρει.

Η υποκριτική μπήκε στη ζωή του αργότερα, σχεδόν απρόσμενα. «Ένας φίλος μου είπε να πάω να σπουδάσω υποκριτική. Από το πρώτο μάθημα είπα: αυτό θα κάνω». Μια απόφαση στιγμιαία αλλά βαθιά συνδεδεμένη με όλα όσα είχαν προηγηθεί.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη στροφή έπαιξαν άνθρωποι που τον πίστεψαν πριν ακόμη ο ίδιος αποδείξει τι μπορεί να κάνει. Στο «Θέατρο Αλλαγών» όπου φοίτησε, οι δάσκαλοι του Βίλια Χατζοπούλου και Ευδόκιμος Τσολακίδης διέκριναν πολύ νωρίς το ταλέντο του. Μέσα σε λίγους μήνες μαθημάτων, τον προέτρεψαν και τον στήριξαν ώστε να ανέβει στο σανίδι. Παράλληλα ο Γιάννης Τσίρος τον εμπιστεύτηκε, τον στήριξε ουσιαστικά και του άνοιξε δρόμο μέσα από τα έργα του.
Από εκεί και πέρα η πορεία του χτίζεται πάνω σε αυτό που τον διαφοροποιεί: τα βιώματα. «Αυτά ανακαλώ κάθε φορά», λέει. Από τον πιο ακραίο χαρακτήρα μέχρι τον πιο εύθραυστο, δεν αναζητά την επιφάνεια αλλά τη ρίζα, την αιτία.
Σήμερα κινείται ανάμεσα στο θέατρο και την τηλεόραση χωρίς διαχωρισμούς. Αν και αρχικά υποτιμούσε την τηλεόραση, η εμπειρία τον έκανε να αναθεωρήσει. «Με την τηλεόραση και τον κινηματογράφο μπορείς να αφήσεις στιγμές που μένουν για πάντα και θα μπορούν να τις δουν και οι επόμενες γενιές», σημειώνει. Αναφέρεται συχνά στις παλιές ελληνικές ταινίες που εξακολουθούν να συγκινούν γιατί, όπως λέει, «εκεί συνέβαινε το απόλυτο: αλήθεια, πάθος, αυθεντικότητα».
«Υπάρχουν χιλιάδες ρόλοι που θα ήθελα να παίξω. Από τον πιο εύθραυστο μέχρι τον πιο ακραίο χαρακτήρα», τονίζει αποδεικνύοντας ότι η υποκριτική για εκείνον είναι μια συνεχής διαδικασία αναζήτησης.
Σημαντική θέση στη ζωή του έχει η οικογένειά του. «Η γυναίκα μου είναι ο άνθρωπος που με στήριξε και εξακολουθεί να με στηρίζει περισσότερο από τον καθένα. Της οφείλω πάρα πολλά, όπως και στα παιδιά μας» λέει με ειλικρίνεια.
Ίσως τελικά αυτό που χαρακτηρίζει περισσότερο τον Ηλία Βαλάση είναι αυτή η διαρκής ανησυχία. Η ανάγκη να καταλάβει τον άνθρωπο. Μια ανάγκη που είχε από παιδί και τελικά έγινε το μεγαλύτερο εφόδιό του.

5 Ερωτήσεις στον Ηλία Βαλάση
Λίγο πριν το ερχομό της παράστασης «Άγριος Σπόρος» στη Θεσσαλονίκη, ο Ηλίας Βαλάσης μιλάει για το έργο του Γιάννη Τσίρου, για τον ήρωα που κουβαλά μια ενοχή που δεν του ανήκει και για μια παράσταση που, όπως λέει, θέλει να ταρακουνήσει τον θεατή και να τον κάνει να φύγει διαφορετικός από την αίθουσα.
Ο «Άγριος Σπόρος» είναι ένα έργο με έντονη κοινωνική και ηθική φόρτιση. Ποια ήταν η πρώτη σας προσωπική αντίδραση όταν ήρθατε σε επαφή με το κείμενο του Γιάννη Τσίρου;
Με εντυπωσίασε. Δεν μπορούσα να πιστέψω πόσο ωραία είναι γραμμένο αυτό το έργο. Ένιωσα πως ο Τσίρος έχει στήσει έναν ολόκληρο κόσμο, όπου όλα ενώνονται μεταξύ τους με απίστευτο τρόπο. Σαν να βλέπεις έναν μεγάλο πίνακα, όπου τίποτα δεν είναι τυχαίο και όλα συνδέονται. Αυτό με συγκίνησε από την αρχή. Η επαφή με αυτό το κείμενο ήταν βουτιά στα βαθιά. Ένα έργο που από την πρώτη στιγμή σε υποχρεώνει να το υπηρετήσεις με σεβασμό, ακρίβεια και απόλυτη αφοσίωση.
Ο ήρωάς σας μοιάζει να λειτουργεί ως ένας σύγχρονος αποδιοπομπαίος τράγος. Πώς προσεγγίσατε υποκριτικά αυτή την έννοια της ενοχής που επιβάλλεται και δεν προκύπτει;
Το πιο δύσκολο ήταν ότι αυτός ο άνθρωπος είναι πολύ διαφορετικός από εμένα. Εγώ στη ζωή μου δεν είμαι άνθρωπος που θα δεχτεί εύκολα την αδικία ή θα αφήσει να του φορτώσουν κάτι που δεν έκανε. Για να προσεγγίσω τον ρόλο έπρεπε να κινηθώ τελείως αντίθετα από τον εαυτό μου. Να βρω μέσα μου έναν άνθρωπο που υπομένει, που σηκώνει ένα βάρος που του επιβάλλεται από τους άλλους, από την κοινωνία, από έναν μηχανισμό πρόωρης καταδίκης, που ζει μέσα σε μια αδικία χωρίς να μπορεί εύκολα να ξεφύγει από αυτή. Αυτό ήταν για μένα το κλειδί του ρόλου. Να γίνω κάτι που δεν ήμουν.
Η παράσταση, σε σκηνοθεσία της Σοφίας Καραγιάννη, ακροβατεί ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το τελετουργικό στοιχείο. Πώς επηρεάζει αυτό τη δική σας ερμηνευτική προσέγγιση;
Η Σοφία Καραγιάννη κατάλαβε από την αρχή ότι ο «Άγριος Σπόρος» δεν είναι μόνο ένα ρεαλιστικό έργο. Ο Τσίρος, ακόμη και όταν γράφει πολύ σκληρά, έχει πάντα μέσα του και ποίηση. Έχει μια άλλη ευαισθησία, ένα συναίσθημα που βγαίνει μέσα από τις λέξεις και τις εικόνες. Και αυτό η Σοφία το είδε και το αξιοποίησε. Σε μία παράσταση μου αρέσει να σπάει η συνθήκη, να μην πηγαίνουν όλα μόνο σε έναν δρόμο. Ειδικά σε έργα κοινωνικού ρεαλισμού, που έχουν τραχύτητα και σκληρότητα, είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει και αυτή η ποιητική πλευρά. Εκεί και ο ηθοποιός μπορεί να μην μείνει στάσιμος σε μία μόνο κατάσταση αλλά καλείται να αλλάζει διαρκώς συνθήκη και να περάσει και σε κάτι πιο βαθύ. Αυτή η εναλλαγή δίνει πολύ μεγάλη δύναμη στην παράσταση. Και αυτό προσπαθούμε να καταφέρουμε επι σκηνής με τον Δημήτρη Μαμιό και την Ανθή Σαββάκη.

Το έργο μιλάει για κοινωνικό αποκλεισμό, καχυποψία και πρόωρη καταδίκη. Θεωρείτε ότι αυτά τα φαινόμενα είναι σήμερα πιο επίκαιρα από ποτέ;
Ναι, δυστυχώς είναι πολύ επίκαιρα. Και η αλήθεια είναι πως μάλλον δεν έπαψαν ποτέ να είναι. Η αδικία απέναντι στον αδύναμο, η ανάγκη μιας κοινωνίας να βρει γρήγορα έναν ένοχο, η ευκολία με την οποία χτίζεται η καχυποψία απέναντι στον άλλον, είναι μηχανισμοί που επιστρέφουν ξανά και ξανά. Και αυτό γίνεται εύκολα, χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς αλήθεια, χωρίς δικαιοσύνη. Δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο αλλά είναι στη φύση του ανθρώπου. Ο άνθρωπος πολλές φορές, για να σταθεί ο ίδιος, είναι έτοιμος να πατήσει πάνω στον άλλον. Γι’ αυτό αγαπώ τόσο πολύ αυτό το έργο. Γιατί είναι μια γροθιά σε όλο αυτό. Δεν χαρίζεται, δεν ωραιοποιεί τίποτα. Μιλάει καθαρά για την αδικία, για τη βία απέναντι στον αδύναμο, γι’ αυτή τη σκληρότητα που υπάρχει γύρω μας. Και γι’ αυτό πιστεύω ότι αγγίζει τόσο πολύ τον κόσμο.
Η παράσταση έρχεται για λίγες μόνο μέρες στη Θεσσαλονίκη, στο Artbox Fargani Theatre. Τι θα θέλατε να πάρει μαζί του ο θεατής φεύγοντας από την αίθουσα;
Αυτό που θέλω είναι ο θεατής να φύγει από την αίθουσα διαφορετικός. Να μη φύγει όπως μπήκε. Να έχει συγκινηθεί, να έχει ταραχτεί, να έχει προβληματιστεί. Για μένα το θέατρο πετυχαίνει όταν δεν τελειώνει με το χειροκρότημα αλλά όταν συνεχίζει να υπάρχει μέσα στη θεατή για μέρες. Και αυτό είναι κάτι που μας λέει πολύ συχνά ο κόσμος. Ότι φεύγει συγκλονισμένος, επιστρέφει ξανά και ξανά σε εικόνες, σε φράσεις, σε συναισθήματα της παράστασης. Υπάρχουν άνθρωποι που με σταμάτησαν μέρες μετά για να μου πουν ότι ακόμη το σκέφτονται. Αυτό είναι το μεγαλύτερο κέρδος. Να αισθάνεσαι ότι η παράσταση άγγιξε ένα βαθύτερο σημείο του θεατή και άφησε ένα αληθινό ίχνος.
Info
«Άγριος Σπόρος» του Γιάννη Τσίρου
Artbox Fargani Theater, Αγίου Παντελεήμονος 5, τηλ. 2310 208007
Σκηνοθεσία: Σοφία Καραγιάννη
Παίζουν: Ηλίας Βαλάσης, Δημήτρης Μαμιός, Ανθή Σαββάκη
15, 16, 22 και 23 Απριλίου 2026 (Τετάρτη & Πέμπτη) στις 21:00
Τιμή εισιτηρίου: Πλατεία + Θεωρεία: 18 ευρώ
ΑΜΕΑ (χωρίς αμαξίδιο), Φοιτητικό, Ανέργων, Παιδικό (έως 12 ετών): 16 ευρώ
Ομαδικές κρατήσεις: 211 1026277, 210 2117240 (εσωτ. 305), reservations@a-th.gr
Πληροφορίες: www.a-th.gr
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»