Συνέντευξη στη Γεωργία Μακρογιώργου
Η Κούλα Αδαλόγλου είναι φιλόλογος και ποιήτρια. Γεννήθηκε στη Βέροια, ζει στη Θεσσαλονίκη και έχει εκδώσει 10 ποιητικές συλλογές. Διετέλεσε Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων (1998-2007) και διευθύντρια του Καλλιτεχνικού Γυμνασίου Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης (2007-2011). Αποτελεί μέλος της συγγραφικής ομάδας των βιβλίων Έκφραση/ Έκθεση, που εισήγαγαν την επικοινωνιακή γλωσσική διδασκαλία στο Λύκειο. Επίσης είναι μέλος της ομάδας φιλολόγων «Δημιουργική έκφραση», η οποία δημιούργησε το ψηφιακό έργο «Πολύτροπη Γλώσσα» για τη διδασκαλία της Νεοελληνικής Γλώσσας. Η Κούλα Αδαλόγλου απαντάει στις ερωτήσεις της Γεωργίας Μακρογιώργου για το τελευταίο βιβλίο της με τίτλο «tempo perso», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν.
Κούλα Αδαλόγλου, το «tempo perso» είναι για σένα χρόνος χαμένος ή χρόνος που μετασχηματίζεται μέσα από την ποίηση;
Τα ποιήματα στη συγκεκριμένη συλλογή επιχειρούν μια καταβύθιση στην έννοια του χρόνου και σε όσα την ακολουθούν, αλλά και στην έλλειψη επικοινωνίας ή στην εμποδισμένη επικοινωνία της σύγχρονης ζωής. Έτσι ο χρόνος κατ’ αρχάς φαίνεται και είναι χαμένος, σπαταλημένος. Από την άλλη, από ένα σημείο και μετά γίνεται η στροφή στον έσω κόσμο, σε όσα καταγράφονται μέσα μας ως σημαντικά. Ο ισολογισμός δείχνει ότι με κάποιους τρόπους ο χρόνος -μπορεί να- είναι κερδισμένος.
Στη συλλογή εναλλάσσονται έντονα ο πόνος και το φως. Νιώθεις ότι η γραφή λειτουργεί ως τρόπος ίασης;
Δεν είμαι βέβαιη αν λειτουργεί ως τρόπος ίασης. Οπωσδήποτε είναι τρόπος παραμυθίας, λόγος παρηγορητικός. Το σκοτάδι υπάρχει στη συλλογή και ο πόνος και η απόγνωση, εντούτοις συνειδητά επιλέγεται το άνοιγμα στο φως, στην ελπίδα, ώστε το ποιητικό υποκείμενο και οι αναγνώστες να μπορέσουν να βρουν κάποιες διαφυγές με το μοίρασμα και με το έσω κοίταγμα.
Πόσο κοντά βρίσκονται τα ποιήματα του βιβλίου στη βιωμένη προσωπική σου εμπειρία;
Ορίζω το βίωμα ως κάτι που έχω ζήσει η ίδια αλλά και ως κάτι που έχω παρακολουθήσει, που συμβαίνει σε κοντινά μου πρόσωπα, σε φίλους ή και σε αγνώστους, αν έτυχε να με συγκινήσει, αν γενικά συμπάσχω δηλαδή. Μέσα στο πλαίσιο αυτό τα ποιήματα βρίσκονται κοντά στη βιωμένη μου εμπειρία, χωρίς να απηχούν αναγκαστικά την προσωπική μου ζωή. Είναι το «άλλοθι» του ποιητικού υποκειμένου το οποίο αλλάζει ρόλους, φορά προσωπεία, αλλά μπορεί να αποτελεί και περσόνες της ποιήτριας.
Επιλέγεις συνειδητά τη χαμηλόφωνη, υπαινικτική γραφή ακόμη και σε δύσκολες θεματικές;
Η χαμηλόφωνη έκφραση είναι μια κρούστα. Από κάτω υπάρχει πολλή ένταση, αγωνία, σαρκασμός. Απλώς επιλέγεται όλα αυτά να εκφραστούν χωρίς λεκτικά πυροτεχνήματα, χωρίς ηχηρό λόγο. Αυτό συμβαίνει κυρίως σε δύσκολες θεματικές, θα έλεγα. Ο αναγνώστης θα διακρίνει την πίκρα, τον προβληματισμό, την προσπάθεια για διαφυγή. Ο πόνος νιώθεται βαθύτερα με αυτόν τον τρόπο, πιστεύω. Οι σιωπές βοηθούν επίσης, υποθέτω. Ο υπαινιγμός δίνει δυνατότητες για πολλαπλές ερμηνείες και καθιστά το προσωπικό γενικότερο.
Μετά τη δέκατη συλλογή σου τι αισθάνεσαι ότι έχει αλλάξει και τι παραμένει σταθερό στην ποιητική σου φωνή;
Συνειδητά προσπαθώ κάθε επόμενη συλλογή να έχει κάτι διαφορετικό από την προηγούμενη. Ένα άλλο θεματικό κέντρο, διαφορετικό ύφος. Βέβαια παραμένει σταθερή η επιλογή του ήρεμου τόνου, χωρίς κραυγαλέες εκφράσεις, ο συγκρατημένος πόνος ακόμη και στην ελεγεία, η λυρική χαρά, η υπόγεια ειρωνεία και ο σαρκασμός. Τα θεματικά κέντρα του χρόνου, της φθοράς, της καθημερινότητας, της ξενιτιάς, της απώλειας, του μύθου, επανέρχονται με διαφορετική συχνότητα στις συλλογές, μεταβάλλεται το χρώμα και η ένταση. Αλλάζει η δοσολογία κάθε φορά στις συνιστώσες, ώστε να προκύψει διαφορετική συνισταμένη.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»