Της Βασιλικής Πολίτου
Ελκυστικά στο μάτι, ευχάριστα στη μύτη και δοτικά σε κάθε παλάμη που θέλει να «πιάσει τον Μάη», ακόμα και μέσα στην καρδιά του χειμώνα, είναι τα Λουλουδάδικα. Ορισμένα από τις οδούς Βασιλέως Ηρακλείου, Φραγκίνη και Κομνηνών φαντάζουν μόνιμα σαν ζωντανός πίνακας ζωγραφικής, τα χρώματα του οποίου εναλλάσσονται διαρκώς μες στη μέρα, ανάλογα με τα λουλούδια που «φεύγουν» πιο πολύ.
Η έξτρα «τσαχπινιά» της περιοχής είναι ότι τα ανθοπωλεία δεν περιορίζονται πίσω από βιτρίνες. Αντιθέτως, απλώνουν τα κάλλη τους στα γύρω στενάρια, με καφάσια, γλάστρες και ανθοδέσμες να ξεπροβάλλουν ανέμελα προς τον δρόμο. Δίνοντας την εντύπωση ενός χώρου που παραδίδεται στον πεζό.
Μετεωριζόμενοι πάνω στα λιθόστρωτα της Κομνηνών, το βλέμμα μας καρφώνεται πάνω στην ωραιότατη ανθοδέσμη που συνθέτει ο Δαμιανός Δήμου, ο οποίος έχει το ανθοπωλείο «Το Αθηναϊκόν». «Χρειάζεται και λίγη φαντασία, για να δημιουργείς λογής λογής ανταγωνιστικά μπουκέτα! Και για εμάς τους τέσσερις επιχειρηματίες που λειτουργούμε τα μαγαζιά, η νεωτερικότητα επιβραβεύεται, ακόμη και με έναν καλό λόγο», αναφέρει και επεξηγεί ότι τα περίπτερα αρχικά ήταν έντεκα.
«Με τα χρόνια, κάποιοι τα πούλησαν, άλλοι άλλαξαν επάγγελμα και μείναμε εμείς κι εμείς. Αυτό που έμεινε σταθερό επίσης είναι η περιοχή, όπου, από τον Μεσοπόλεμο και μετά, άρχισαν να μεταπωλούν οι διάφοροι πλανόδιοι τα λουλούδια τους, με τους ανθοπώλες της τότε εποχής να στήνουν πάγκους γύρω από τη Μοδιάνο, με αιχμή του δόρατος την γωνία Βασιλέως Ηρακλείου και Κομνηνών», σημειώνει.
Συνεισφορά στην οικονομία

Παρότι τα πρώτα χρόνια στερούνταν μιας μόνιμης εγκατάστασης, η παρουσία τους συνεισέφερε στην οικονομία της περιοχής, ενίσχυε το εμπόριό της, παρέτεινε το χρόνο παραμονής των επισκεπτών και υποστήριζε την άνθιση των υπολοίπων επιτηδευματιών γύρω τους. Αυτός ακριβώς ήταν ο άσος που τράβηξε το Σωματείο Ανθοπωλών, ώστε να εξασφαλίσει στις αρχές του 1950 μια συμφωνία με τον τότε υπουργό γενικό διοικητή Βορείου Ελλάδος, Λεωνίδα Ιασωνίδη, για μόνιμα περίπτερα στην γειτονιά. «Δημιουργήθηκαν το 1952. Εγώ με τον αδερφό μου, Στέφανο, είμαστε 3ης γενιάς. Ήταν του παππού μας, ο οποίος το αγόρασε από τον Αθηναίο που το πρωτοδούλεψε. Κράτησε μάλιστα την παλιά ονομασία, για αυτό λέγεται “Το Αθηναϊκόν”, για να τιμήσει το πρώην αφεντικό του που τον έχρισε νέο ιδιοκτήτη ανάμεσα σε πολλούς υποψήφιους αγοραστές”, συμπληρώνει ο κ. Δαμιανός, θυμίζοντάς ότι η μόνη μικρή μετακόμιση των 11 καταστημάτων, που στοιχίζονταν στη σειρά έχοντας στην πλάτη το Παζάρ Χαμάμ (Λουτρό της Αγοράς), έγινε κατά τη δεκαετία του ‘90.
Το λουτρό
«Στο πλαίσιο του Πιλοτικού Προγράμματος Ανάπλασης του Ιστορικού Κέντρου της Θεσσαλονίκης, άρχισαν οι εργασίες αποκατάστασης του μνημείου, που είναι ευρύτερα γνωστό ως Γιαχουντί Χαμάμ ή αλλιώς “Λουτρό των Εβραίων”, καθώς την περίοδο που χρονολογείται, πίσω στον 16ο αιώνα, η συνοικία ήταν εβραϊκή», τονίζει ο Δημήτρης Τσούκας, που διατηρεί επί της Φραγκίνη, το ζαχαροπλαστείο-αρτοποιείο «Forest» με θέα στο ιστορικό μνημείο.
Χτισμένο με πυρότουβλα, πέτρες και πλίνθους, τεχνική που παραπέμπει στους βυζαντινούς τοίχους, το μνημείο προσελκύει το ενδιαφέρον των πελατών. Όσο απολαμβάνουν τα γλυκά του μαγαζιού, γίνονται κομμάτι του κεντρικού πλάνου του παλιού χαμάμ που όμως δεν φράζει τον ορίζοντα προς τον ουρανό.
«Ήταν διπλής χρήσης, και για άνδρες και για γυναίκες, που πλένονταν σε ξεχωριστούς χώρους, αλλά ξεσπούσε σούσουρο. Αυτό που ξαφνιάζει περισσότερο τους επισκέπτες είναι ότι κάτι τέτοιο χαρακτηριζόταν κάποτε σκανδαλώδες», σημειώνει ο κ. Δημήτρης. Παράλληλα μας ξεναγεί στον cozy χώρο του ζαχαροπλαστείου και μας συστήνει τα ιδιαίτερα και φρεσκότατα γλυκά του καταστήματος. «Αυτά είναι τα γλυκά ψωμάκια, γνωστά και ως bun, από τα σκέτα με κανέλα, μέχρι αυτά με μανταρίνι, λευκή σοκολάτα και φιστίκι Αιγίνης και άλλες τόσες παραλλαγές. Μπορείτε να διαλέξετε την αφράτη με βάση μαρέγκας Πάβλοβα, γλυκό που φτιάχτηκε προς τιμήν της διάσημης Ρωσίδας μπαλαρίνας. Ή το βάσκικο τσίζκεϊκ, που το εμπνεύστηκαν στο Σαν Σεμπαστιάν, στη βόρεια Ισπανία».

Νόστιμα γλυκά
Δεν θέλω να το μάθω, θέλω να το φάω, σκεφτήκαμε καθώς ξύπνησε μέσα μας ο προγυμναστής της Πετροβασίλη, κατά κόσμον Γιώργος Κωνσταντίνου, με τον κ. Δημήτρη να μας φιλεύει ένα βάσκικο, που είναι μούρλια σε γεύση! Βολιώτης στην καταγωγή, σπούδασε ηλεκτρολόγος μηχανικός και τεχνολογία υπολογιστών στο Πανεπιστήμιο Πατρών, άσκησε το επάγγελμα επί τουλάχιστον 10 συναπτά έτη σε Πάτρα και Θεσσαλονίκη, αλλά τον κέρδισε η μαγειρική. «Η απόφασή μου δεν ήρθε εν κενώ. Δούλευα την σκέψη μέσα μου για χρόνια, όταν μετά το Πανεπιστήμιο προχώρησα σε μαγειρικές σπουδες στη LE MONDE στην Αθήνα. Συνέχισα να κουβαλάω το μικρόβιο παρότι και ως μηχανικός κυνηγούσα τη δουλειά. Αλλά στο τέλος της ημέρας δεν ένιωθα γεμάτος».
Ο κ. Δημήτρης μιλάει για την καταλυτική περίοδο, όπου πήρε τις οριστικές του αποφάσεις. «Η πρώτη καραντίνα λόγω κορονοϊού ήταν για μένα η περίοδος της αυτομεταμόρφωσης. Και αυτή που οδήγησε στο να φύγω από το mindset του υπαλλήλου μπαίνοντας σε αυτό του επιχειρηματία. Ξεκίνησα με την ιδέα, και με προσαρμοστικότητα αναπτύσσω σπυρί σπυρί την επιχείρηση επενδύοντας και στο μάρκετινγκ, περισσότερο όμως στην πλέον θεμελιωμένη διαφήμιση κι ας είναι αργής ωρίμανσης: το από στόμα σε στόμα».
Με ευγένεια και με χαμόγελο ανεπιτήδευτο
Όπως με ακριβώς τον ίδιο τρόπο καθιερώθηκε και το καφέ – μπαρ «Μέντα», το οποίο βρίσκεται λίγο πιο πέρα. Το εν λόγω καφέ – μπαρ έχει πολλά χρόνια που πρωταγωνιστεί στη διασκέδαση της Θεσσαλονίκης, τόσο το πρωί όσο και το βράδυ. Και αυτό επειδή γιατί η «γραμμή» του καταστήματος τηρείται μέχρι… κεραίας: να εξυπηρετείται ο κόσμος που το τιμά με την παρουσία του. Αυτό επισημαίνει και μας το επιβεβαιώνει ο Χρήστος Λιάκος, που συχνάζει στο μαγαζί εδώ και αρκετά χρόνια!
«Έρχομαι τα μεσημέρια για τον καφέ μου, αλλά κάθε Παρασκευή και Σάββατο, ψηφίζω βράδυ! Κάθε DJ set φέρνει όλους τους πελάτες στο τσακίρ κέφι», αναφέρει.
Το μεγαλύτερο, ωστόσο, θέλγητρο για να συνεχίσει κάποιος να συχνάζει στο μαγαζί είναι η ευγένεια και το ανεπιτήδευτο χαμόγελο όλων των εργαζομένων!
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»