Υπάρχουν στιγμές που ο Μανόλης Ξεξάκης μιλάει για μια πέτρα, ένα πουλί, τον αέρα στην παραλία της Θεσσαλονίκης ή μια μαθηματική έννοια και ξαφνικά όλα αποκτούν, με μυστηριώδη τρόπο, μεταφυσικές διαστάσεις.
Σαν να υπάρχει πίσω από τον κόσμο ένας δεύτερος μηχανισμός που προσπαθεί να τον αποκρυπτογραφήσει.
Είναι δύσκολο να τον περιγράψεις με μία μόνο λέξη. Ποιητής, πεζογράφος, μαθηματικός, άνθρωπος του ραδιοφώνου παλιότερα και της δημοσιογραφίας. Πάνω απ’ όλα όμως είναι ένας άνθρωπος που σκέφτεται αδιάκοπα και που αντιμετωπίζει τη γλώσσα με την ίδια σοβαρότητα που ένας μαθηματικός αντιμετωπίζει μια εξίσωση.
Γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1948 και έφτασε στη Θεσσαλονίκη στα μέσα της δεκαετίας του ’60, σε μια Ελλάδα πολιτικά ανήσυχη και κοινωνικά μεταβατική.
Η σχέση του με τον τόπο καταγωγής του δεν υποτάσσεται σε εύκολες νοσταλγίες ή λαογραφικές αναφορές. Αντίθετα, μοιάζει περισσότερο με μια εσωτερική μνήμη που συνεχίζει να λειτουργεί μέσα στη γραφή του.

Ο ίδιος αναφέρει πως η Κρήτη υπάρχει έντονα στο έργο του, ιδιαίτερα στο τρίτομο έργο του «Θέατρο της Οικουμένης», όχι ως σκηνικό αλλά ως αίσθηση του κόσμου. Οι πρώτες εικόνες, οι άνθρωποι, οι ρυθμοί της παιδικής ηλικίας, μοιάζουν να παραμένουν μέσα του σαν υλικό που επιστρέφει διαρκώς.
Το 1966 περνά στη Φυσικομαθηματική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, σε μια περίοδο έντονων φοιτητικών αναταράξεων.
Η πόλη στην οποία φτάνει τότε δεν θυμίζει τη σημερινή Θεσσαλονίκη. Είναι μια πόλη εσωστρεφής, με έντονα ακόμα τα ίχνη του ζόφου από τον πόλεμο. Η εποχή όμως ταυτόχρονα ήταν και γεμάτη ζυμώσεις.
Παρότι οι σπουδές του είχαν σαφή κατεύθυνση στις θετικές επιστήμες, η λογοτεχνία είχε μπει από την αρχή στη ζωή του, πολύ πριν φτάσει στη Θεσσαλονίκη. Ο ίδιος αναφέρει πως η πρώτη ουσιαστική επαφή του έγινε στα μαθητικά χρόνια στο Ρέθυμνο, χάρη σε έναν φιλόλογο καθηγητή, τον Κώστα Στρατιδάκη. Σε μια εποχή όπου, όπως σημειώνει, λίγοι καθηγητές αντιμετώπιζαν τη λογοτεχνία ως ζωντανή εμπειρία και όχι απλώς ως σχολικό μάθημα, εκείνος κατάφερε να του μεταδώσει τη σημασία της ποίησης και ιδιαίτερα του Σολωμού. Από εκείνη την περίοδο, όπως έχει πει χαρακτηριστικά, «κόλλησε» με τη λογοτεχνία. Αργότερα, στη Θεσσαλονίκη, παρακολουθεί μαθήματα στη Φιλοσοφική Σχολή και επηρεάζεται βαθιά από πανεπιστημιακούς δασκάλους όπως ο Γιώργος Σαββίδης, η Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος και ο Δημήτρης Μαρωνίτης. Τα ιδιωτικά μαθήματα ποίησης του Μαρωνίτη στο ανώγειο της Ζήτα-Μι θα αποτελέσουν, όπως αναφέρει, ένα από τα πιο ουσιαστικά πνευματικά σχολεία της ζωής του.
Την ίδια περίοδο αρχίζει να εργάζεται ως καθηγητής μαθηματικών. Η σχέση του με τους αριθμούς δεν υπήρξε ποτέ παράλληλη ή ξέχωρη από τη λογοτεχνία. Αντίθετα, η μαθηματική σκέψη φαίνεται να έχει επηρεάσει βαθιά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τη γλώσσα και τη δομή ενός κειμένου. Στον λόγο του επανέρχεται συχνά η έννοια της ακρίβειας, της οικονομίας και της εσωτερικής αρχιτεκτονικής της γραφής. Δεν τον ενδιέφερε ποτέ η λογοτεχνική επίδειξη αλλά περισσότερο τον απασχολούσε η αντοχή μιας φράσης και η λειτουργία της μέσα στο σύνολο.
Αυτή η ιδιότυπη συνύπαρξη επιστήμης και λογοτεχνίας αναδύεται ήδη από τους τίτλους των πρώτων βιβλίων του. Οι «Ασκήσεις Μαθηματικών», που κυκλοφορούν το 1981, δεν αποτελούν απλώς μια ποιητική συλλογή με έναν ευρηματικό τίτλο. Αντανακλούν μια άλλη αντίληψη για τη γραφή ως διαδικασία πειθαρχίας, σύνθεσης και αφαίρεσης. Ο ίδιος αντιμετωπίζει τον λόγο σαν έναν μηχανισμό που χρειάζεται διαρκή επεξεργασία.

Παράλληλα, η πορεία του δεν περιορίζεται αποκλειστικά στη λογοτεχνία. Από το 1982 έως το 1987 παρουσιάζει στο ραδιόφωνο της ΕΤ3 την εκπομπή «Ο κόσμος του βιβλίου», σε μια εποχή που το πολιτιστικό ραδιόφωνο εξακολουθούσε να έχει ουσιαστική παρουσία στον δημόσιο λόγο. Για δύο χρόνια αναλαμβάνει και τη διεύθυνση του προγράμματος του σταθμού ενώ εργάζεται επίσης ως δημοσιογράφος σε εφημερίδες και περιοδικά. Αργότερα περνά και από τον χώρο της διαφήμισης ως κειμενογράφος και υπεύθυνος λογαριασμών σε μεγάλες εταιρείες, ενώ διδάσκει και στο τμήμα δημοσιογραφίας του ICBS.
Παρά τη διαδρομή του σε διαφορετικούς επαγγελματικούς χώρους, η γραφή παραμένει σταθερά στο κέντρο της πορείας του. Από τον «Θάνατο του ιππικού» το 1977 μέχρι τη «Σονάτα Κομπολογιών», τα «Ποιήματα 1972-2006». Ιδιαίτερη θέση στη βιβλιογραφία του κατέχει φυσικά το «Θέατρο της Οικουμένης», η τριλογία που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις IANOS μέσα σε διάστημα τεσσάρων ετών, έργο που συχνά κινείται ανάμεσα στην αφήγηση και τον στοχασμό, στη μνήμη και τη φιλοσοφική αναζήτηση.
«Τα θεμέλια της ζωής», «Βαλς των σκιών» και «Ουρανοδύτης» συνθέτουν έναν πολυεπίπεδο αφηγηματικό κόσμο όπου συνυπάρχουν η ιστορία, η μεταφυσική, η πολιτική, η κατασκοπεία και ο έρωτας. Ο ίδιος αναφέρει πως τον απασχολεί ιδιαίτερα η έννοια της ψυχής, μια έννοια «παρεξηγημένη» όπως τη χαρακτηρίζει, αλλά και η έννοια της κατασκοπείας ως μηχανισμού που λειτουργεί διαχρονικά μέσα στις κοινωνίες από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.
Τα τελευταία χρόνια πάντως ο Μ. Ξεξάκης συνεχίζει να γράφει με αμείωτη ένταση, ανοίγοντας συνεχώς νέους θεματικούς δρόμους. Αυτή την περίοδο ολοκλήρωσε το νέο του μυθιστόρημα «Όλα καφέδες είναι» και η ιδέα του ήρθε από τη συγκίνηση που του προκαλούσαν τα αναγνώσματα του Ιουλίου Βερν στην εφηβεία του.
Τώρα ασχολείται με ένα άλλο που στρέφεται σε μια πιο φιλοσοφική και υπαρξιακή κατεύθυνση, γύρω από «το ένα, το μηδέν και το άπειρο», επαναφέροντας στο προσκήνιο τη συνομιλία του με τα μαθηματικά, τη γλώσσα και τις έννοιες των ορίων και της ανθρώπινης γνώσης. Για τον ίδιο άλλωστε η γραφή δεν υπήρξε ποτέ μια στατική διαδικασία αλλά μια ανοιχτή διαδρομή σκέψης που συνεχώς μετασχηματίζεται.
Την ίδια στιγμή παραμένει ένας άνθρωπος βαθιά συνδεδεμένος με το παρόν. Δεν αντιμετωπίζει τη σύγχρονη εποχή με την παροιμιώδη απαισιοδοξία ούτε με τη συνηθισμένη καχυποψία απέναντι στην τεχνολογία. Αντιθέτως, έχει μιλήσει ανοιχτά για το ενδιαφέρον του γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη και τις δυνατότητές της. Θεωρεί πως οι νέες τεχνολογίες αλλάζουν αναπόφευκτα τον τρόπο με τον οποίο διαβάζουμε, γράφουμε και αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, χωρίς αυτό να σημαίνει πολιτισμική παρακμή. «Ο κόσμος εξελίσσεται και όποιος δεν καταλαβαίνει την εξέλιξη δεν ξέρει πού πατά και πού πηγαίνει», αναφέρει χαρακτηριστικά.

5 ερωτήσεις στον Μανόλη Ξεξάκη
Ζείτε επί δεκαετίες στη Θεσσαλονίκη. Έγινε πραγματικά «δική σας» πόλη και τι κρατάτε από αυτήν στη γραφή σας;
Η Θεσσαλονίκη έγινε σιγά – σιγά μια πόλη βιωμένη μέσα μου. Ήρθα το 1966 και ήταν μια πόλη εντελώς διαφορετική από τη σημερινή. Άλλαξε τρομακτικά αυτά τα χρόνια, όχι μόνο σαν εικόνα αλλά και σαν γενική ψυχολογική διάθεση .
Αυτό που κρατώ περισσότερο είναι η ιστορία της και η αίσθηση ότι ζεις καθημερινά δίπλα σε κάτι μυθικό. Βλέπεις απέναντι τον Όλυμπο, το βουνό της μυθολογίας, και την ίδια στιγμή περπατάς σε μια σύγχρονη πόλη με ανθρώπους, φωνές, πανεπιστήμια, θάλασσα. Υπάρχει μια διαλεκτική ανάμεσα στο πραγματικό και το μυθικό, που με συγκινεί καθημερινά. Ακόμη κι ένας περίπατος στην παραλία μπορεί να γίνει εμπειρία σχεδόν μεταφυσική. Αυτή η αίσθηση πέρασε βαθιά και στη γραφή μου. Η Θεσσαλονίκη δεν είναι απλώς ένας τόπος άλλα είναι ένας τρόπος να σκέφτεσαι.
Υπάρχει συγγένεια ανάμεσα στην ποίηση και τα μαθηματικά, τους δύο δηλαδή κόσμους σας;
Οι περισσότεροι άνθρωποι θεωρούν ότι η ποίηση είναι κάτι εντελώς συναισθηματικό και τα μαθηματικά κάτι ψυχρό. Δεν είναι έτσι. Και τα δύο έχουν δομή, ρυθμό, οικονομία. Εμένα πάντα μου άρεσαν «οι λέξεις και οι αριθμοί». Η γλώσσα είναι ένας μηχανισμός σκέψης, όπως και τα μαθηματικά. Στην ποίηση πολλές φορές όλα ξεκινούν από τον ρυθμό μιας πρότασης που σου έρχεται ξαφνικά στο μυαλό. Από μια φράση μπορεί να ξετυλιχτεί ολόκληρο έργο. Αυτό συμβαίνει και στα μαθηματικά. Μια μικρή ιδέα ανοίγει έναν ολόκληρο κόσμο.
Ποια είναι η σχέση σας με την λογοτεχνική παράδοση της Θεσσαλονίκης; Υπάρχει αυτό που λένε «ποιητής της πόλης»;
Δεν ξέρω αν υπάρχει «ποιητής της πόλης» με την αυστηρή έννοια. Υπάρχουν όμως συγγραφείς που κουβαλούν μέσα τους την ατμόσφαιρα μιας πόλης. Η Θεσσαλονίκη είχε πάντα λογοτεχνική ζωή και ανθρώπους που συζητούσαν σοβαρά για την τέχνη. Αυτό ίσως σήμερα έχει αλλάξει μορφή, επειδή ζούμε στην εποχή της εικόνας και του διαδικτύου, αλλά δεν έχει εξαφανιστεί. Ακόμη βλέπω λέσχες ανάγνωσης, ανθρώπους να μαζεύονται και να μιλούν για λογοτεχνία και αυτό το θεωρώ πολύ σοβαρό. Η πόλη όμως μου έδωσε χώρο να συνεχίσω τη σχέση μου με τη λογοτεχνία και να τη ζήσω μέσα σε μια μεγαλύτερη κοινότητα ανθρώπων.
Συχνά λένε πως είστε «ιδιότυπος» ή «ερμητικός». Συμφωνείτε;
Ίσως. Αλλά νομίζω ότι αυτό συμβαίνει επειδή αντιμετωπίζω πολύ σοβαρά τη λειτουργία της γλώσσας. Η λογοτεχνία έχει μηχανισμούς. Δεν είναι απλώς μια εξομολόγηση ή μια αυθόρμητη έκρηξη. Πρέπει να ψάξεις πώς δουλεύει ο λόγος. Για παράδειγμα, υπάρχουν συγγραφείς που γεμίζουν τις σελίδες με επιρρήματα και επίθετα. Αυτό κάνει τον λόγο πλαδαρό. Τα επιρρήματα είναι σαν τα αγριόχορτα, βάζεις ένα και φυτρώνουν εκατό. Πιστεύω ότι πρέπει να αφήνεις χώρο και στον αναγνώστη, να μπορεί να φανταστεί κι εκείνος. Δεν χρειάζεται να εξηγείς τα πάντα. Ίσως λοιπόν κάποιοι να το εκλαμβάνουν αυτό ως «ερμητικό». Εγώ το βλέπω περισσότερο σαν ανάγκη ακρίβειας και πειθαρχίας απέναντι στη γλώσσα.
Αν το Θέατρο της Οικουμένης που γράψατε είναι μια σκηνή όπου όλα -τα του έρωτα, ιστορίας και πίστης- μοιάζουν με ρόλους, τι είναι τελικά αληθινό: ο άνθρωπος ή οι ιστορίες που λέει;
Υπάρχει μια φράση που αγαπώ πολύ: «Είναι αληθινό διότι είναι εκ της φαντασίας μου». Νομίζω ότι εκεί βρίσκεται όλο το μυστήριο της τέχνης. Όταν γράφει κανείς πραγματικά, δεν ξέρει ακριβώς τι κάνει. Τα πράγματα σε επισκέπτονται. Το έργο τέχνης δεν το κατασκευάζεις μηχανικά. Κάπως σου επιβάλλεται. Έτσι γράφτηκε και το «Θέατρο της Οικουμένης». Μέσα του υπάρχουν η ψυχή, η κατασκοπεία, ο έρωτας, η ιστορία -όλα αυτά σαν δυνάμεις που κινούν τον άνθρωπο. Δεν ξέρω αν πιο αληθινός είναι ο άνθρωπος ή οι ιστορίες του. Ίσως ο άνθρωπος να υπάρχει μόνο μέσα από τις ιστορίες που αφηγείται για να αντέξει τον κόσμο. Και ίσως τελικά αυτό που ονομάζουμε φαντασία να είναι ένας άλλος τρόπος αλήθειας.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»