Έψαχνα και δεν έβρισκα -μέσα σε ένα δύσχρηστο πια, ογκώδες αρχείο που πέφτει πάνω σου -σαν «το σωριασμένο του χρόνου το οικοδόμημα»-κάποιες από τις φωτογραφίες από μια εξόρμηση νέων συντακτών της «Θεσσαλονίκης» που κάναμε το καλοκαίρι του 1984 ενόψει του περάσματος της εφημερίδας στο μικρό σχήμα.
Ήταν μια «κοσμογονική» αλλαγή για τα δεδομένα του Τύπου της πόλης τότε και οι διευθυντές μας (Κούρτης, Πεκλάρης, Μυλαράκης) ήθελαν να αφουγκραστούν τις διαθέσεις του αναγνωστικού κοινού.
Τελικά βρήκα κάποιες από αυτές τις φωτογραφίες και σήμερα σας παρουσιάζω δύο από αυτές. Σαν ένα «μέρος δεύτερον» του κειμένου μου πριν από ένα μήνα, σε αυτή τη σελίδα, για την «λιτανεία» της ενημέρωσης στην Τσιμισκή τα χρόνια του ´70 και του ´ 80, με αφορμή του θάνατο του εμβληματικού διευθυντή μας Αντώνη Κούρτη.
Θυμήθηκα ότι πράγματι μέσα στο πλήθος που περπατούσε από τη ΧΑΝΘ μέχρι τα Δικαστήρια, πολλοί κρατούσαν μια εφημερίδα. Στα περισσότερα από σήμερα, τότε περίπτερα, ο κόσμος διάβαζε τους πρωτοσέλιδους τίτλους, συζητούσε τα ρεπορτάζ αλλά και τα άρθρα.
Λειτουργούσαν και οι περίφημοι «πάγκοι» πώλησης σε πολύβουες διασταυρώσεις όπως Τσιμισκή και Αγίας Σοφίας.
Είχα βγει θυμάμαι για αυτό το ρεπορτάζ με τον αξέχαστο φωτορεπόρτερ Γιάννη Κυριακίδη, τον φοβερό και ιδού, απολαύστε τες. Ακόμα και την ημέρα θυμάμαι, Δευτέρα ήταν.

Διότι τις Δευτέρες, τις «τσαγκαροδευτέρες» όπως ήταν ο τίτλος των χρονογραφημάτων της Νίνας Κοκκαλίδου Ναχμία, η εφημερίδα με τα δημοφιλή της αθλητικά ανέβαζε την κυκλοφορία της.
Με την ευκαιρία, όμως, σήμερα έψαξα και για άρθρα που αποτυπώνουν όχι μόνο τη νοσταλγία για το τυπωμένο χαρτί ως πολιτιστική ανεπανάληπτη εμπειρία αλλά και γιατί η ψηφιακή ταχύτητα άλλαξε τα πάντα στην ενημέρωση.
Το γεγονός ότι οι νέοι κυρίως άνθρωποι ενημερώνονται πλέον από το διαδίκτυο με αποσπασματικό τρόπο και με έμφαση στα social media (Facebook κ.λπ.) δημιουργεί ανησυχία ότι αυτό επηρεάζει ακόμα και τη δημοκρατία. Αυτό όμως είναι μια άλλη μεγάλη συζήτηση.
Συνήθειες και ο τρόπος ζωής άλλαξαν λόγω της τεχνολογίας με αποτέλεσμα οι νέοι να διαβάζουν πια μόνο μικρά κείμενα και κυρίως να βλέπουν βίντεο λίγων δευτερολέπτων (TikTok, Instagram κ.α.) ενώ η ζήτηση αλλά και η συγκέντρωση σε μεγάλα κείμενα έχει δραματικά μειωθεί και συνήθως περιορίζεται σε ανθρώπους μεγάλης ηλικίας.
Μελέτες άλλωστε δείχνουν ότι η ανάγνωση για ευχαρίστηση έχει πέσει έως και 40% μέσα σε 20 χρόνια. Απίστευτο;
Οι εφημερίδες όμως μπορεί να μην είναι πια «ο πιο γρήγορος τρόπος» ενημέρωσης, όπως στα χρόνια της περιόδου 1950-1980, αλλά σίγουρα παραμένουν, στην πλειοψηφία τους, πόλος εγκυρότητας και σεβασμού στα άρθρα γνώμης, ενώ εξυπηρετούν την ανάγκη του πολίτη να εμβαθύνει στα πράγματα.
«Οι έντυπες εφημερίδες είναι τόσο μέρος της καθημερινής ζωής που η εξαφάνισή τους μοιάζει αδιανόητη» είχα διαβάσει πριν από δύο χρόνια στον Guardian, όπου ο αρθρογράφος τόνιζε ότι «το χαρτί δεν είναι μόνο πληροφορία», αλλά συμπυκνώνει και την παλιά τελετουργία (καφές και εφημερίδα) η οποία συνεχίζει να λειτουργεί σε κάποιους.
Η νοσταλγία συνδέεται με το άγγιγμα του χαρτιού και τη μυρωδιά του μελανιού αλλά επιπλέον το έντυπο ενθαρρύνει τη συγκέντρωση, τον καμιά φορά λυτρωτικό πιο αργό ρυθμό και λιγότερους περισπασμούς. Πράγματα που η οθόνη δεν παρέχει.
Το digital σε σπρώχνει σε scroll και multitasking αλλά δεν παύει να είναι το μέλλον που ήρθε μέσω διαδικτύου και κινητών συσκευών, καθιστώντας το έντυπο λιγότερο πρακτικό και οικονομικά βιώσιμο.
Άχαρη συζήτηση περί συγκρίσεων, καθώς «η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει τη δικιά σου μελαγχολία», όπως λέει ο μαγευτικός στίχος του Διονύση.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»