Η φωτογραφία που σφόδρα με συγκίνησε είναι από το αρχείο του Τάκη Τριανταφύλλη (1911-1993), αξέχαστου άσου του προπολεμικού ποδοσφαίρου με την Εθνική Ελλάδας και τον Παναθηναϊκό.
Μοναδικό ντοκουμέντο που δείχνει την Εθνική Ελλάδος το 1936 στο Βουκουρέστι μετά από μια προπόνηση ενόψει των αγώνων του Βαλκανικού κυπέλου (oι λεπτομέρειες στη λεζάντα).
Τα μάτια μου έπεσαν στον μόλις 20χρονο τότε αστέρα του Βορρά, το καμάρι του Άρη Θεσσαλονίκης που είχε ήδη μαγέψει την φίλαθλη Ελλάδα. Σε εκείνη την αποστολή ήταν ο μόνος Βορειοελλαδίτης!
Ωραία ευκαιρία λοιπόν να τον θυμηθούμε οι παλιότεροι αλλά και να μάθουν οι νεότεροι για έναν μύθο που έδωσε και το όνομά του στο γήπεδο Χαριλάου από το 2004.
Ο Κλεάνθης Βικελιδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 23 Οκτωβρίου του 1916 (δύο μόλις χρόνια μετά την ίδρυση του συλλόγου με τον οποίο έμελλε να συνδεθεί άρρηκτα και ένδοξα) και πέθανε στις 4 Νοεμβρίου του 1988.
Ήταν ο Βενιαμίν αλλά και ο καλύτερος από τους τρεις αδελφούς Βικελίδη που αγωνίστηκαν στον Άρη αλλά και στην Εθνική Ελλάδος.

Εντάχθηκε στους κίτρινους της Θεσσαλονίκης το 1930 και γρήγορα άρχισε μία καριέρα στη διάρκεια της οποίας υπήρξε ηγετική φυσιογνωμία του Άρη με τον οποίο πήρε πρωταθλήματα. Ήταν επίσης αναντικατάστατο μέλος της εθνικής ομάδας τα προπολεμικά χρόνια.
Γρήγορα θεωρήθηκε ένας από τους καλύτερους επιθετικούς της εποχής του. Το προσωνύμιο «μακεδονικό τανκ» του δόθηκε γιατί δύσκολα μπορούσε να αντιμετωπιστεί. Με την ορμητικότητά του, όπως πιστοποιούν και τα ρεπορτάζ της εποχής, έμπαινε στην αντίπαλη περιοχή θυμίζοντας άρμα!
Οι φίλαθλοι τον θαύμασαν επίσης για το ανεπανάληπτο αριστερό σουτ και τις κεφαλιές του. Με ζηλευτό πείσμα διεκδικούσε την μπάλα στον αέρα. Υπήρξε όχι απλά σκόρερ αλλά και game changer, καθώς μπορούσε να κρίνει αγώνες μόνος του.
Παράλληλα όμως δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως ήταν και μέλος μιας άτυχης γενιάς ποδοσφαιριστών, καθώς ο Β ´ Παγκόσμιος Πόλεμος που ξέσπασε όταν αυτός ήταν μόλις 24 ετών, δεν του επέτρεψε να ξεδιπλώσει όλο του το ταλέντο σε αγώνες και έτσι περιορίστηκε σε μόλις 7 συμμετοχές στην Εθνική ομάδα και 4 γκολ.
Όταν σταμάτησε την ενεργό δράση, εργάστηκε σε διάφορα πόστα, με κυριότερο αυτό του προπονητή στον Άρη, ενώ υπήρξε και εκλέκτορας της Εθνικής Ελλάδος.
Ο αξέχαστος φίλος συγγραφέας και αρθρογράφος Κρίτων Σαλπιγκτής (1947-2028), όταν ήταν παιδάκι, είχε τη χαρά να γνωρίσει τον Κλεάνθη Βικελίδη λόγω της φιλίας του πατέρα του με τον μεγάλο ποδοσφαιριστή.
Μας άφησε ο Κρίτων μια μοναδική μαρτυρία από συζήτηση που είχε με τον Βικελίδη:
«Τριαντάρης γεμάτος πια το 1978, όταν άρχισα να κατέχω από μπάλα, τον ξαναβρήκα τον Κλεάνθη Βικελίδη και του ζήτησα να μου τα πει από την αρχή. Ήταν η εποχή που είχα την αποκοτιά, όπως τη βλέπω τώρα, να γίνω πρώτα γραμματέας αργότερα πρόεδρος του Πανελληνίου Συνδέσμου Φίλων Άρεως. Είχα ξεκινήσει να βγάλω ένα ημερολόγιο με τις παλιές πρωταθλήτριες ομάδες του 1928, του 1932 και του 1946 με τους κορυφαίους κάθε εποχής. Αλλά επειδή δεν ήθελα να μόνο ξερές φωτογραφίες, χρειαζόμουν και δύο λόγια, συνοδευτικά. Και για να τα γράψω, τους παλιούς έπρεπε να ρωτήσω.
»Αναζήτησα λοιπόν το “Μακεδονικό Τανκ”, που ανταποκρίθηκε πρόθυμα. Κι έτσι, μαζί με διάφορα άλλα, έμαθα κι εκείνα που άκουγα μικρός και δεν τα καταλάβαινα. Για το ματς, ας πούμε με Εθνική Παλαιστίνης (!), που την κερδίσαμε 3-2, με δύο γκολ δικά του ενώ χάναμε 2-0! Για τον πόλεμο και την Κατοχή που δεν τον άφησαν να γίνει πάνω από 7 φορές διεθνής.
»Και το αποκορύφωμα, για το ματς με τον ΠΑΟΚ. “Τότε θέλαμε μόνο νίκη”, είπε ο Κλεάνθης, “για να πάρουμε το πρωτάθλημα Θεσσαλονίκης, αλλά χάναμε μέχρι το 85´ με 1-0. Και σε κείνο το σημείο κάνω χέρι στον γραμματέα του Άρη, τον Ολυμπιόδωρο Αναστασιάδη, που καθόταν πίσω από την εστία ρωτώντας τον πόσο θέλει; και μου δείχνει πέντε λεπτά. Πω – πω, λέω από μέσα μου, αν δεν κάνω κάτι και γρήγορα, το χάσαμε το πρωτάθλημα. Και μόλις παίρνω μια μπαλιά, την ανοίγω μέσα στην περιοχή και τους ξετινάζω τα δίχτυα!”
Ο Κρίτων διευκρίνισε: «Η αλήθεια είναι ότι θέλησα να τον ρωτήσω, γιατί δεν το έκανε τόση ώρα και τους άφηνε στην κερκίδα τους Αρειανούς να ξεροψήνονται από την αγωνία, αλλά δεν πρόλαβα. Ο Κλεάνθης ήταν στα λόγια το ίδιο χειμαρρώδης, όπως και στο γήπεδο. “Λοιπόν 1-1 το σκορ, αλλά η ισοπαλία δεν ας έκανε. Πάλι δικός τους ήταν ο τίτλος. Στο τελευταίο λεπτό, κερδίζουμε ένα κόρνερ. Οι ΠΑΟΚτσήδες, ξέραν πόσο καλός είμαι στην κι ήρθανε τρεις και με στρίμωξαν, να μη μ’ αφήσουν να πηδήξω μετά τη σέντρα. Σαν το είδα, τους γύρισα την πλάτη κι άρχισα να απομακρύνομαι από την περιοχή, τάχα απογοητευμένος. Το είδαν και ηρέμησαν. Και την ώρα που χτυπήθηκε το κόρνερ, γυρίζω απότομα, βάζω τα χέρια στη μέση, έτσι για να τους ανοίξω, χιμάω φόρα, τους τρυπάω, παίρνω με το κούτελο την κεφαλιά και τους την καρφώνω στα δίχτυα. Στο τελευταίο λεπτό. Καλά-καλά πρόλαβαν να κάνουν σέντρα οι ΠΑΟΚτσήδες και έληξε. Και δεν είχαν κουράγιο να πάρουν τα πόδια τους. Πάω κι εγώ, τους δίνω το χέρι και τους λέω: ‘Δεν πειράζει παιδιά, και του χρόνου κοντά είναι’”».
Κι ο Κρίτων ξανά παρατηρεί: «Σκάει ο Κλεάνθης ένα χαμόγελο, για το πετυχημένο πείραγμα, σα να ζούσε πάλι τη σκηνή, χαμογελάω κι εγώ διάπλατα».
(Κομμάτι της αφήγησης του Κλεάνθη Βικελίδη δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Θ ‘97-Σεπτέμβριος 1994).
Στο ηρωικό, ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο της προπολεμικής Ελλάδας με τα ξερά γήπεδα, τις υποτυπώδεις κερκίδες, την έλλειψη αθλητικού υλικού και τις περιορισμένες προπονήσεις, όπου όμως περίσσευε η ψυχή και ο ρομαντισμός, θα επανέλθουμε.