Του Γιάννη Σκανδάλου, Ιατρού
Συμπληρώθηκαν 90 χρόνια από τα γεγονότα του Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη. Ο ματωμένος εκείνος Μάης αποτελεί κορυφαία στιγμή της ταξικής πάλης του ελληνικού εργατικού κινήματος.
Η οργανωμένη απεργία των καπνεργατών της Θεσσαλονίκης, με απόφαση της Πανελλήνιας Καπνεργατικής Ομοσπονδίας και βασικό αίτημα την αύξηση του μεροκάματου, η οποία άρχισε στις 29 Απριλίου 1936, αντιμετωπίσθηκε με προκλήσεις και βία από τις αστυνομικές και στρατιωτικές δυνάμεις. Σύντομα η απεργία των καπνεργατών εξαπλώθηκε σε όλη τη χώρα, με συμμετοχή εργατών και άλλων κλάδων. Το ξημέρωμα της 9ης Μάη βρήκε την Θεσσαλονίκη σε γενική απεργία.
Οι κατασταλτικοί μηχανισμοί, σε πλήρη σύγχυση, έριξαν στο ψαχνό, με πρώτο νεκρό τον αυτοκινητιστή Τάσο Τούση. Οι νεκροί ανήλθαν συνολικά σε 12. Οι στρατιώτες αρνήθηκαν να πυροβολήσουν, με αποτέλεσμα να συγκρουστούν με τους χωροφύλακες.

Ο «Επιτάφιος» θρήνος της μάνας
Οι απεργοί μετέφεραν τον νεκρό Τάσο Τούση πάνω σε μία πόρτα την οποία είχαν ξηλώσει. Η φωτογραφική αποτύπωση του θρήνου της μάνας για το νεκρό γιό της πάνω στην ξηλωμένη πόρτα, συγκλόνισε τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο και αποτέλεσε την αφορμή να γράψει το ποιητικό του έργο «Επιτάφιος». Η εικόνα συνειρμικά παραπέμπει σε μία σπαρτιάτισσα μάνα του «ταν ή επί τας».
Την επόμενη ημέρα (10 του Μάη 1936) ο Γιάννης Ρίτσος έγραψε τα τρία πρώτα ποιήματα τα οποία εκδόθηκαν μετά από δύο ημέρες. Ολόκληρο το έργο εκδόθηκε από το «Ριζοσπάστη» σε 10.000 αντίτυπα.
Η ποίηση του Γιάννη Ρίτσου, δωρική, λυρική, εμβληματική, εκφράζει και διεγείρει όλο τον συναισθηματικό κόσμο της μάνας σε όλο το φάσμα του, σε όλες τις διαστάσεις του. Ο «Επιτάφιος» αποτελεί ιερό κειμήλιο μεγίστου μεγέθους της νεοελληνικής ποίησης και της πολιτικής ιστορίας της Ελλάδας, Η μελοποίηση του έργου από το Μίκη Θεοδωράκη, το έφερε στα χείλη όλων των ανθρώπων.
Στο ποίημα…
Μέρα Μαγιού μου μίσεψες,
μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη γιέ που αγάπαγες και ανέβαινες επάνω
στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου το φώς της οικουμένης
…ο ποιητής χρησιμοποιεί διαρκώς ρήματα, ποιητικώ τω λόγω, για να εκφράσει τις συναισθηματικές μεταπτώσεις της μάνας που μισεύει ο γιός της για τον άλλο κόσμο (ποτέ μία μάνα στο θρήνο της δεν θα χρησιμοποιούσε τόσα ρήματα). Συνειρμικά μας θυμίζει την Ηπειρώτισσα μάνα η οποία όταν αποχαιρετούσε το γιό της που μίσευε για την ξενιτιά, ήξερε ότι ενδεχόμενα τον χάνει για πάντα.
Στο ποίημα…
Γιέ μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου,
καρδούλα της καρδιάς μου,
πουλάκι της φτωχιάς αυλής,
ανθέ της ερημιάς μου…
…η μάνα θρηνεί το γιό της με όλη την ένταση της γλυκύτητας και τρυφερότητας των συναισθημάτων της και των αισθήσεων της.-Ο ποιητής δεν χρησιμοποιεί κανένα ρήμα, έχει παγώσει ο χρόνος, η μάνα επαναλαμβάνει με πάθος τους χαρακτηρισμούς «σπλάχνο μου» και «καρδούλα μου» για να δώσει ένταση στη σαρκική σχέση της με το γιό της, η παρουσία του οποίου γέμιζε τη ζωή της με διέγερση και πλήρωση των αισθήσεών της, της ακοής σαν πουλάκι και της όρασης και όσφρησης σαν ανθός.
Στα δύο τελευταία ποιήματα η μάνα στο αποκορύφωμα του πόνου της και ξυπνώντας από το λήθαργό του θρήνου της, όπως η μάνα του δημοτικού τραγουδιού, λέει…
Να ‘χα τ΄αθάνατο νερό, ψυχή καινούργια να ‘χα,
Να σου ‘δινα να ξύπναγες για μια στιγμή μονάχα
…και κάνοντας την υπέρβαση της δεν θρηνεί, αλλά υμνεί την αιώνια πανανθρώπινη σχέση και δια του αίματος ταύτιση του ήρωα γιού της με την ίδια και με όλους τους ανθρώπους ως προέκταση της ζωής.
Γλυκέ μου, εσύ δεν χάθηκες, μέσα στις φλέβες μου είσαι,
Γιε μου, στις φλέβες ολουνών, έμπα βαθειά και ζήσε.
Ο «επιτάφιος» θρήνος της μάνας αποτελεί δραματική κορύφωση, καθώς η μάνα αποτελεί τη μήτρα της ζωής και περιλαμβάνεται στη δόξα του σύμπαντος με τη μητρική ανιδιοτελή αγάπη, την τρυφερότητα, την καλοσύνη, την ευαισθησία, την υπομονή, την προσφορά, την αυταπάρνηση και την αυτοθυσία της, σε ένα διαρκή αγώνα ζωής, περιβαλλόμενη από λάμψη και αίγλη ηθικού μεγαλείου.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»