Της Βασιλικής Πολίτου
Σημάδι αυθυποβολής ή όχι, πάντως η κατεβασιά της Αποστόλου Παύλου, κυρίως από το ύψος της Κασσάνδρου μέχρι την Αγίου Δημητρίου, συνεχίζει να αποπνέει έναν αέρα νυφοπάζαρου. Σαν εκείνο που γινόταν τις πρώτες τρεις δεκαετίες μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών, όταν οι νεαρές Σμυρνιές και Κωνσταντινουπολίτισσες απολάμβαναν την πρωινή και απογευματινή τους βόλτα, σε αυτό το μικρό καλντερίμι των μπαχαρικών και του καφέ.
Το καμαρωτό τους παράστημα μαρτυρούσε το αστικό υπόβαθρο που κουβαλούσαν, προίκα από τις χαμένες πατρίδες. Και οι άνδρες σταματούσαν ό,τι έκαναν, για να θαυμάσουν τις όμορφες κόρες με τα κρυμμένα, κάτω από τις φαρδιές φούστες, κάλλη, για να τις ζητήσουν λίγο αργότερα από το σπίτι τους. Μέχρι τις μέρες μας, ο δρόμος της Αποστόλου Παύλου εξακολουθεί να πρωταγωνιστεί στην κοσμικότητα και στην κοινωνική ώσμωση, ενώ παράλληλα συνεχίζει την παράδοση των μικρών καταστημάτων, που λειτουργούν από το 1876, το ένα δίπλα στο άλλο, αλλά με αρκετές αλλαγές.
Μισόν αιώνα πριν από την απελευθέρωση της πόλης, όλη η περιοχή ανήκε στο ίδρυμα του Ισλαχανέ, όπως θεσμοθετήθηκε στο πλαίσιο των οθωμανικών μεταρρυθμίσεων, των επονομαζόμενων Τανζιμάτ, τη δεκαετία του 1860, με βασικό εμπνευστή και οργανωτή τον Μιδάτ Πασά, τότε διοικητή του βιλαετίου της Θεσσαλονίκης. Παρότι το αυθεντικό κτήριο του Ισλαχανέ δεν σώζεται σήμερα με αναγνωρίσιμη μορφή, τα οικοδομικά τετράγωνα δυτικά της Ευαγγελίστριας και άνωθεν της Αγίου Δημητρίου είναι «ζωντανοί» μάρτυρες της περιουσίας του. Το 3ο Γυμνάσιο Αρρένων, που λειτουργεί από το 1925, ήταν το μικρό Πολυτεχνείο του 19ου αιώνα.
Λειτουργούσε ως πρότυπο ορφανοτροφείο, κυρίως για μουσουλμανόπαιδα, αλλά όχι αποκλειστικά, μέσα στο οποίο οι μικροί φιλοξενούμενοι λάμβαναν εκπαίδευση και τεχνική κατάρτιση για τα επαγγέλματα της ξυλουργικής, της τυπογραφίας, της μεταλλουργίας και της ραπτικής.
Για να στηρίξει, μάλιστα, οικονομικά το φιλόδοξο παιδαγωγικό του έργο, το ίδρυμα έχτισε επί της Αποστόλου Παύλου εμπορικά καταστήματα, για εκμετάλλευση προς ίδιον όφελος.
Ποιου Καραμανλή είναι το καφενείο;
«Το καφενείο “Η Πρίγκηπος”, στον αριθμό 22, έπιασε το νήμα της παράδοσης, γιατί μπορεί με τη σημερινή του μορφή να λειτουργεί τα τελευταία 32 χρόνια και υπό τη συνιδιοκτησία μου εδώ και 25 χρόνια, ωστόσο, ήταν πάντοτε καφενές: από το 1876 που το είχε ένας Οθωμανός», μας εξιστορεί ο κ. Κωνσταντίνος Λουκίδης, εγγονός του Καραμανλή μπάρμπα – Λουκίδη, που χτύπησε σε πλειστηριασμό το οίκημα, αφού πρώτα ένωσε τις ομολογίες του με τον αδερφό του και χρησιμοποιώντας τις για εγγύηση κέρδισαν στο σφυρί. «Με τη Συνθήκη της Λωζάννης και την άδικη, όπως αποδείχτηκε, ρευστοποίηση των εκατέρωθεν περιουσιών, η ενοποίηση των περιουσιών ήταν μονόδρομος για τους Έλληνες, αν ήθελαν κάπως να αντιστοιχίσουν την οδυνηρή απώλεια του πλούτου τους».
Ο κ. Κωνσταντίνος μοιράζεται, μάλιστα, μαζί μας τη στιγμή που κατάφερε να βρει την αγγελία του πλειστηριασμού και το συμβόλαιο μεταβίβασης. «Κάθε φορά που τα κρατώ στα χέρια μου, νιώθω να φροντίζω το δέντρο ζωής της οικογένειας. Ο παππούς, λοιπόν, διατήρησε τη λειτουργία του μαγαζιού ως καφενέ, έβαλε, όμως, πάνω του σφραγίδα καππαδοκική, γι’ αυτό ονομάστηκε “Το Καφενείον του Καραμανλή”. Ο καφές έγινε περισσότερο βρασμένος, συχνά με έντονο καβούρδισμα, άλλες φορές με αρωματικές προσθήκες του κάρδαμου και της μαστίχας, ενώ το λεπτόφυλλο σαραγλί έφευγε στο δευτερόλεπτο», λέει ο περήφανος εγγονός, που έχει καταφέρει να συγκεράσει τον παλιό παραδοσιακό χαρακτήρα του μαγαζιού με τον νεωτερισμό της δεκαετίας του ‘90, όπου το ξύλο, το μάρμαρο και οι καθρέφτες ανανέωσαν, χωρίς να αλλοιώσουν, τον παραδοσιακό καφενέ.

Επισημαίνει ότι ήταν αυτός ο συνδυασμός, που έκανε και πάλι το καφενείο «Η Πρίγκηπος» σημείο αναφοράς για όλη τη Θεσσαλονίκη, τους κατοίκους της, αλλά και τους περαστικούς. «Το κοινό μας είναι μεικτό. Μας τιμούν με την παρουσία τους φοιτητές και πανεπιστημιακοί, τραγουδιστές και ποιητές, Έλληνες και τουρίστες διαφόρων εθνικοτήτων, όπως και Τούρκοι, ιδίως όταν τελειώνει το Ραμαζάνι, καθώς απέναντί μας βρίσκεται το Τουρκικό Προξενείο, μέσα στο οποίο βρίσκεται το σπίτι, όπως πιστεύουν, του Μουσταφά Κεμάλ, ο οποίος βέβαια γεννήθηκε στο χωριό Χρυσαυγή στον Λαγκαδά», μας ενημερώνει ο κ. Κωνσταντίνος, που πιστεύει ότι ο Τούρκος έχει τη διάθεση να συνομιλήσει φιλικά με τον Έλληνα, αλλά δεν μπορεί κανένας να αγνοεί ότι υπάρχει πρόβλημα στις σχέσεις των δυο χωρών, με ένα casus belli ανοιχτό και το όψιμο αφήγημα της «γαλάζιας πατρίδας».
Η πραγματική ιστορία αγνοείται
«Είναι πάντως γεγονός, ότι διαβάζοντας και λίγη ιστορία, το πογκρόμ του ‘55 στην Κωνσταντινούπολη “πάτησε” πάνω σε ένα φύλλο συκής: στην έκρηξη που έγινε λίγες ημέρες νωρίτερα στο Προξενείο, ενώ αποδείχτηκε ότι ήταν τουρκική προβοκάτσια, για να προχωρήσει στον εξανδραποδισμό των Ελλήνων», μας αναλύει η κ. Ευαγγελία Παπαγγέλου, γέννημα θρέμμα της περιοχής, ενώ μας συστήνει στον γείτονά της, κ. Σάββα Γρηγοριάδη, που ενδημεί στην Άνω Πόλη εδώ και 8 χρόνια και απασχολείται στην εστίαση. Η κ. Ευαγγελία προβληματίζεται περισσότερο για την άγνοια βασικών ιστορικών δεδομένων ή την εσκεμμένη παραποίησή τους. Είναι γνωστό ότι το Τουρκικό Προξενείο ήταν οικία ενός Αρβανίτη, που το αγόρασε από κάποιον Γεωργαλά, ενώ το σπίτι της θείας του Κεμάλ ήταν έξω από το σημερινό οίκημα. Ο κ. Σάββας μιλάει για τη γειτονιά σαν να την ξέρει μια ζωή, εξηγώντας μας ότι μαθαίνει για τις κυκλοφοριακές αλλαγές και τις οικιστικές παρεμβάσεις στην περιοχή από την καλή του φίλη.
Ας μην μένουν άλλο City
«Αυτό που δεν αλλάζει στον δρόμο της Αποστόλου Παύλου, είναι τα στέκια που σου προσφέρει. Είτε είσαι φοιτητής είτε εργαζόμενος είτε συνταξιούχος», λέει με μια δόση νοσταλγίας ο κ. Αλέξανδρος Μουτόπουλος, που κάθε φορά που αναπνέει τον αέρα της πόλης αγαλλιάζει η ψυχή του. Ζει και εργάζεται επί μια δεκαετία στο Λονδίνο, όπου βρήκε επαγγελματικό διέξοδο, την περίοδο που η χώρα έψαχνε την δική της έξοδο διαφυγής από τα μνημόνια. «Χρέωσαν σε μια γενιά αμαρτίες δεκαετιών, γιατί μας ανάγκασαν να ξενιτευτούμε. Αλλά, δυστυχώς, 15 χρόνια μετά, δεν έπηξε το μυαλό των πολιτικών, ώστε να καταστρώσουν ένα εθνικό σχέδιο, για να επιστρέψουμε συντεταγμένα πίσω στα πάτρια εδάφη», αναφέρει ο κ. Αλέξανδρος.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»