Του Λάζαρου Ωραιόπουλου, αντιδημάρχου Οικονομικών δήμου Νεάπολης-Συκεών
Η κυβέρνηση προβάλλει το πρόγραμμα «νταντάδες της γειτονιάς» ως μια σύγχρονη απάντηση στις ανάγκες των οικογενειών. Και πράγματι, η ενίσχυση των γονέων για τη φροντίδα των παιδιών τους είναι αναγκαία – ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου η χώρα αντιμετωπίζει έντονες δημογραφικές πιέσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι η κοινωνία δεν αντιμετωπίζει αρνητικά το μέτρο, ιδιαίτερα όταν δίνει τη δυνατότητα σε παππούδες και γιαγιάδες να ενισχύσουν το εισόδημα, φροντίζοντας τα εγγόνια τους. Σε περιοχές όπου οι οργανωμένες δομές είναι ανεπαρκείς ή οι διαθέσιμες θέσεις δεν καλύπτουν τη ζήτηση, μια τέτοια λύση μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη.
Πίσω όμως από αυτή τη φαινομενικά θετική πολιτική, αναδεικνύεται μια σαφής κατεύθυνση: η σταδιακή υποχώρηση των οργανωμένων κοινωνικών δομών προς όφελος ατομικών λύσεων.
Η αντίφαση είναι κραυγαλέα. Το κράτος επιδοτεί τη φύλαξη παιδιών από φυσικά πρόσωπα με ποσά από 300 έως 500 ευρώ μηνιαίως, χωρίς ουσιαστική σύνδεση με τις ώρες ή την ποιότητα της φροντίδας. Την ίδια στιγμή, επιδοτεί με μόλις 280-320 ευρώ, μέσω voucher, τη φιλοξενία παιδιών σε οργανωμένες δομές, όπου περιλαμβάνεται ακόμη και η σίτιση. Δομές, που λειτουργούν με αυστηρές προδιαγραφές, εξειδικευμένο προσωπικό και παιδαγωγικά προγράμματα. Πρόκειται για μια στρεβλή ιεράρχηση της αξίας της φροντίδας.
Οι βρεφικοί και παιδικοί σταθμοί δεν είναι μια υπηρεσία «ευκολίας». Είναι θεμελιώδης κοινωνική υποδομή. Παρέχουν αγωγή, κοινωνικοποίηση, στήριξη της οικογένειας και ίσες ευκαιρίες. Αντίθετα, η κατ’ οίκον φύλαξη δεν δημιουργεί σταθερές δομές, ούτε εγγυάται συνέχεια και ποιότητα.
Αντί για την υποκατάσταση των δομών, απαιτείται η επέκτασή τους – περισσότερες δημόσιες μονάδες παιδικής φροντίδας, ιδίως εκεί όπου οι οικογένειες μένουν χωρίς πρόσβαση.
Αυτό που παρουσιάζεται ως «επιλογή» είναι στην πραγματικότητα μια πολιτική επιλογή: η υποκατάσταση του κοινωνικού κράτους από επιδοματικές λύσεις. Είναι η λογική που δεν επενδύει σε δημόσιες δομές, αλλά διαχειρίζεται τις κοινωνικές ανάγκες με προσωρινά μέσα.
Η φροντίδα των παιδιών δεν είναι ατομική υπόθεση, ούτε ευκαιριακό εισόδημα. Είναι κοινωνικό δικαίωμα – ιδιαίτερα σε μια χώρα που αντιμετωπίζει έντονο δημογραφικό πρόβλημα. Και τα δικαιώματα δεν εξασφαλίζονται με επιδόματα, αλλά με ισχυρές δημόσιες δομές και σταθερή χρηματοδότηση.
Γιατί, μια κοινωνία που εγκαταλείπει τις συλλογικές της δομές δεν γίνεται πιο «ευέλικτη» – γίνεται πιο άνιση. Και αυτό δεν είναι πρόοδος. Είναι οπισθοχώρηση.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»