του Ευάγγελου Χεκίμογλου
Τον Μάιο του 1742, ο εξοχότατος εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβης των Δύο Σικελιών, πατρίκιος Νεαπόλεως, ο Νικόλαος Μάιο ντε Ντουράζο, ανακοίνωσε ότι: «Πρὸς εὐκολίαν τῶν ἐμπόρων ἁπάντων τῶν ἐθνῶν καὶ τῆς ἀλληλογραφίας των μὲ ὅλα τὰ μέρη τῆς Εὐρώπης, θὰ ἀναχωρῇ κατὰ τὸ προτελευταῖον Σάββατον ἑκάστου μηνός, ταχυδρόμος, μὲ ἐπιστολὰς ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, διὰ ξηρᾶς μέχρι Δυρραχίου, ὅστις θὰ διέρχεται καὶ ἐκ Θεσσαλονίκης».
Έκτοτε, το όνομα της πόλης γράφτηκε και σφραγίστηκε σε όλες τις γλώσσες των εμπορευομένων και των διεκδικητών της, καθώς Τάταροι ταχυδρόμοι, άνδρες ευσταλείς και γενναίοι, διέσχιζαν έφιπποι τις εμπορικές αρτηρίες της οθωμανικής επικράτειας, μεταφέροντας επιστολές, πιστωτικά έγγραφα και χρηματοδέματα, σε διαδρομές χωρίς ασφάλεια, σε έναν κόσμο όπου ο λόγος μετρούσε περισσότερο από την περιουσία και η τύχη περισσότερο από τη ζωή.
Η ταχυδρομική προϊστορία
Οι Τάταροι ταχυδρόμοι ήταν ακριβοί, αφού έπαιζαν κορώνα-γράμμα τη ζωή τους, αλλά και γρήγοροι. Στα τέλη του 18ου αιώνα, η χριστιανική κοινότητα της Θεσσαλονίκης έστελνε τα εμπιστευτικά της έγγραφα στην Κωνσταντινούπολη με τη μεσολάβηση των εβραίων τραπεζιτών Μπουρλά, που είχαν οργανώσει μια υπηρεσία με Τάταρους ταχυδρόμους.
«210 γρόσια ἐρίξαμε εἰς τὸν μουσιὸν πουρλὰ διά τους ταταρέους ὁποὺ ἐπῆγαν καὶ ἦλθον ἀπὸ τὴν Πόλιν», σημειώνει μελαγχολικά ο ταμίας της χριστιανικής κοινότητας, πενθώντας μέσα από τις γραμμές ενός ξεχασμένου κώδικα για την απώλεια αυτής της μικρής περιουσίας.
Αν και οι Τάταροι ταχυδρόμοι έμειναν στις ιστορικές πηγές ως οι ταχύτεροι που έχει να επιδείξει η ομιχλώδης οθωμανική ιστορία, είναι βέβαιο ότι ο μεγάλος όγκος της αλληλογραφίας μεταφερόταν με τα εμπορικά πλοία που διέσχιζαν τη Μεσόγειο χωρίς καθορισμένο πρόγραμμα, ανάλογα με καιρικές συνθήκες και εμπορικούς συνδυασμούς που γεννιόταν στη διαδρομή, όπου το πρώτο που μετρούσε ήταν το κέρδος. Και το ύστατο, ο χρόνος.
Ξένα γραφεία
Στη διάρκεια του 19ου αιώνα και μέχρι την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, Ρώσοι, Αυστριακοί, Ιταλοί, Γάλλοι, Εγγλέζοι, Βούλγαροι, ακόμη και Αιγύπτιοι, ίδρυσαν ταχυδρομικά γραφεία στην πόλη, σχεδίασαν σφραγίδες, τύπωσαν γραμματόσημα, προσπαθώντας να ανταποκριθούν στις ανάγκες επικοινωνίας ενός μεγάλου λιμανιού, με ολοένα και αυξανόμενη εμπορική κίνηση, προς ολοένα και μακρινότερες αποστάσεις.
Υφάσματα και χαλιά ταξίδευαν από την Ευρώπη προς την Ανατολή και αντίστροφα. Μακεδονικά καπνά, βασιλικά βαμβάκια, εκλεκτές ποικιλίες κεριού, μετάξι αέρινο, μεταφέρονταν από το Μάντσεστερ μέχρι τις Αντίλλες, από τη Συρία μέχρι το Μάγρεμπ, με κέντρα συντονισμού τις μεγάλες πολιτείες της Εσπερίας.
Από όλες αυτές τις θρυλικές ιστορίες του εμπορίου, απέμειναν μονάχα μερικές εκατοντάδες γραμματόσημα, με παράξενες σφραγίδες, που τις καταλαβαίνουν μόνον οι ειδικοί. Απέμειναν γράμματα κιτρινισμένα, φάκελοι που ταχυδρομηθήκανε βιαστικά πριν από ενάμιση αιώνα και τώρα περιμένουν τους ιστοριοδίφες να εξιχνιάσουν τα μυστήρια της γραφής τους. Απέμειναν ονόματα εμπόρων, που στον καιρό τους πλούτισαν ή καταστράφηκαν, επειδή έφτασε εγκαίρως μια επιστολή στη Γένοβα, τη Μασσαλία, τη Σύρο, τη Λάρνακα, την Αλεξάνδρεια, πόλεις που εφησυχάζουν πάνω στους παλιούς χάρτες, σε συλλογές φροντισμένες, από συλλέκτες επιμελείς.
Το Ελληνικό Ταχυδρομείο
Το Ελληνικό Ταχυδρομείο λειτούργησε στην πόλη από το 1835 ως τα 1854, έπειτα από το 1857 μέχρι το 1881 και ξανά μετά την απελευθέρωση. Τότε, με επικεφαλής τον ταχυδρομικό διευθυντή Λεωνίδα Λαουτάρη δημιουργήθηκε μέσα σε ένα μήνα πλήρες δίκτυο στο τμήμα της Μακεδονίας που είχε απελευθερώσει ο ελληνικός στρατός με 35 ταχυδρομικά και τηλεγραφικά γραφεία, από το Άγιο Όρος μέχρι τη Νέβεσκα, πολλά από τα οποία λειτούργησαν «παρὰ τοῖς διευθυνταῖς» των τοπικών σχολείων. Το κυριότερο πρόβλημα ήταν η έλλειψη έμπειρου προσωπικού.
«Γνωστοποιεῖται τῷ κοινῷ» εξήγγειλε το ταχυδρομικό γραφείο της Θεσσαλονίκης στις 13 Νοεμβρίου 1912, «ὅτι ἀπὸ τῆς σήμερον ἤρξατο κανονικῶς ἐνεργουμένη ἡ εξαγωγή τῆς ἀλληλογραφίας ἐκ τῶν ἐν τῇ πόλει τοποθετημένων γραμματοκιβωτίων. Αἱ ἐξαγωγαὶ ἐπὶ τοῦ παρόντος θὰ ἐνεργῶνται δὶς τῆς ἡμέρας. Πρὸ μεσημβρίας ἀπὸ τῆς 9ης και μετά μεσημβρίας ἀπὸ τῆς 3ης ὥρας». Την ανακοίνωση υπέγραφε ο διευθυντής του γραφείου, ταχυδρομικός επιθεωρητής Ν. Π. Κουντούρης.

Όμως, ο αντιπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης στις Νέες Χώρες Κωνσταντίνος Ρακτιβάν ήταν δυσαρεστημένος από τη λειτουργία του ταχυδρομείου στις πρώτες εκείνες ημέρες, και διαμαρτυρόταν ότι η αλληλογραφία έκανε μέχρι και επτά ημέρες για να φτάσει στην Αθήνα. Βέβαια, λόγω του πολέμου η κατάσταση ήταν χαώδης και ο αριθμός των επιστολών τεράστιος. Ο Ρακτιβάν έριχνε τις ευθύνες στο διευθυντή του ταχυδρομείου –τον οποίο θεωρούσε άπειρο- και ζήτησε την αντικατάστασή του. Πράγματι, μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου ο Κουντούρης αντικαταστάθηκε. Αλλά και τον νέο διευθυντή, Γ. Κρητικό, τον έβρισκε «μάλλον λεπτολόγο, παρά δραστήριο».
Ήταν ακριβότερο
Το Ελληνικό Ταχυδρομείο είχε να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό των ξένων ταχυδρομείων που λειτουργούσαν στη Θεσσαλονίκη. Στις 15.11.1912 η «Νέα Αλήθεια» σημειώνει σε πρωτοσέλιδο άρθρο, υπό παρακάτω τίτλο «Τὸ Ταχυδρομεῖον χάνει πολλὰ χρήματα» τα εξής. Για να γίνει κατανοητό το άρθρο πρέπει κανείς να λάβει υπόψη του ότι κυκλοφορούσαν παραλλήλως τόσο τα ελληνικά όσο και τα οθωμανικά νομίσματα:
«Τὸ Ἑλληνικὸν Ταχυδρομεῖον τῆς πόλεως Θεσσαλονίκης ἤρχισε νὰ λειτουργῇ κανονικῶς. Αἱ αποστολαί, διὰ τὴν παλαιάν Ἑλλάδα ἰδίως, εἶναι τρομακτικαί εἰς όγκον. Τοῦτο εἶναι εὐνόητον ἀφοῦ ἡ διατίμησις διὰ τὰς ἃπλὰς ἐπιστολὰς εἶναι μόνον 10 λεπτά (18 παράδες). Παρετηρήσαμεν ὅμως μὲ λύπην μας ὅτι δὲν συμβαίνει τὸ ίδιον διὰ τὰς ἀποστολὰς εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Εἶναι πανθομολογουμένη ἡ ασφάλεια μεθ’ ἧς τὸ Ἑλληνικὸν Ταχυδρομεῖον λειτουργεῖ. Εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχουν ξένα ταχυδρομεῖα, ἅπασα δὲ ἡ ἐπίσημος καὶ ἀνεπίσημος ἀλληλογραφία τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν ξένων διεξάγεται διὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ταχυδρομείου. Τὸ ἴδιον θὰ συνέβαινε καὶ ἐδῶ. Ἰδοὺ ὅμως ὅτι ἐνῷ τὰ ξένα ταχυδρομεῖα τῆς πόλεώς μας δέχονται τὰς επιστολάς διὰ πάσαν γωνίαν τῆς Γῆς ἀντὶ 40 παράδων (22 ἑλληνικῶν λεπτῶν περίπου) τὸ Ἑλληνικὸν Ταχυδρομεῖον δὲν δέχεται αὐτὰς εἰμὴ ἀντὶ 50 παράδων (28 περίπου λεπτῶν). Ἡ διαφορὰ προκύπτει ἐκ τοῦ ὅτι εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Ταχυδρομεῖον ἐπικολλᾶται διὰ τὸ ἐξωτερικὸν γραμματόσημον 25 λεπτῶν, ὅπερ ἀναλογεί μὲ παράδες 45. Ἐνῷ τὰ ξένα ταχυδρομεῖα ἐπικολλοῦν γραμματόσημον 20 λεπτῶν τοῦ ἰδικοῦ των φράγκου, ὅπερ ἀναλογεῖ μὲ 40 παράδες τουρκικοὺς καὶ μάλιστα ἀργυρούς, ἡ τιμὴ αὐτὴ εἶναι συμβατική.
Τὸ Ἑλληνικὸν Ταχυδρομεῖον διὰ νὰ μὴ χάση τὰ 2,5 λεπτὰ ἀπὸ τὴν διαφορὰν τοῦ νομίσματος, παίρνει 2,5 λεπτὰ περισσότερον ἀπὸ τὸν πελάτην, εἰς τρόπον ὥστε ὁ πελάτης, ἀντὶ ἑνὸς γροσίου, μὲ τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ στείλη τὸ γράμμα του εἰς τὴν ἄκρην τοῦ κόσμου μὲ οἱονδήποτε ξένον ταχυδρομεῖον, πληρώνει εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Ταχυδρομεῖον 50 παράδες. Τοῦθ’ ὅπερ ἐπὶ δέκα ἐπιστολῶν δίδει μίαν διαφορὰν 10 μεταλλικιῶν, τὸ ἰσότιμον ἑνὸς ἄρτου μὲ τὴν σημερινὴν τιμήν του. Ἐννοεῖται ὅτι ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ὁ ἔμπορος ἢ οἱοσδήποτε ἄλλος δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀλληλογραφῆ μὲ τὸ ἐξωτερικὸν διὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ταχυδρομείου. Διὰ τοῦτο τὸ Ρωσικόν, τὸ Γαλλικόν, τὸ Αὐστριακὸν ἰδίως ἐργάζονται σήμερον πολὺ περισσότερον παρ’ ἄλλοτε, διὰ τοῦτο δὲ καὶ τὸ Ἰταλικὸν ταχυδρομεῖον ἔσπευσε νὰ ἀνοίξῃ τὰς πύλας του. Ὅταν βρέχῃ χρυσόν, χάριν εἰς τὴν ἀπροσεξίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ταχυδρομείου, θὰ εἶναι ἄξιοι ἀγχόνης ὅσοι δὲν θὰ ἔσπευδον νὰ τὸν περισυλλέξωσι».
Έφερε αποτελέσματα
Το δημοσίευμα έφερε αποτελέσματα. Στις 25 Νοεμβρίου η ίδια εφημερίδα δημοσίευσε την εξής ανακοίνωση του Ελληνικού Ταχυδρομείου:
«Γνωστοποιεῖται τῷ κοινῷ ὅτι ἀπὸ τῆς προσεχοῦς Δευτέρας 26 λήγοντος μηνὸς τὸ γραμματόσημον τῶν 25 λεπτῶν, ὅπερ προορίζεται διὰ τὰς ἐπιστολὰς τὰς ἀποστελλομένας εἰς τὸ ἐξωτερικόν, θὰ πωλῆται κατ’ ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως ἀντὶ 20 λεπτῶν».
Στις 30 Νοεμβρίου 1912 ήρθη η ένεκα του πολέμου λογοκρισία των τηλεγραφημάτων και από την επομένη η αποστολή του ταχυδρομείου προς την Ευρώπη ξανάρχισε μέσω του σιδηροδρόμου Θεσσαλονίκης – Σκοπίων.
Το Ελληνικό Ταχυδρομείο στεγαζόταν αρχικώς στα γραφεία του οθωμανικού, στην οδό Εγνατία. Από τις πρώτες μέρες όμως οι εγκαταστάσεις κρίθηκαν ως ακατάλληλες και άρχισε η αναζήτηση νέου κτηρίου. Επιτεύχθηκε το Μάρτιο του 1913, οπότε και το ταχυδρομείο εγκαταστάθηκε στην οδό Κατούνη, όπου αργότερα στεγάστηκε το ξενοδοχείο «Μπρίστολ».
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»